Κάθε φορά που μία βόμβα αποκαλύπτεται, όπως συνέβη στο Έξετερ της Βρετανίας ή πιο πρόσφατα στην Πεύκη, βάζει την ζωή των κατοίκων σε κίνδυνο.
- Ανακάλυψη μιας γερμανικής βόμβας στο Έξετερ προκαλεί εκκενώσεις και στρατιωτική κινητοποίηση, φέρνοντας στο φως μνήμες από τους βομβαρδισμούς του 1942 και την καταστροφική ιστορία της πόλης.
- Η ύπαρξη χαρτών βομβαρδισμών δεν εξασφαλίζει την πλήρη γνώση για τις θαμμένες βόμβες, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα για τον αριθμό των εκρηκτικών καταλοίπων που παραμένουν κρυμμένα.
- Η απρόβλεπτη φύση των βομβών, σε συνδυασμό με την έλλειψη επιστημονικών μελετών για την αλλοίωσή τους, καθιστά τις βόμβες ιδιαίτερα επικίνδυνες, όπως αποδεικνύεται από τις ζημιές στο Έξετερ.
- Παρά τις προσπάθειες εξουδετέρωσης, χιλιάδες βόμβες παραμένουν θαμμένες, αντιπροσωπεύοντας ένα ιστορικό τεκμήριο και έναν ενεργό κίνδυνο, υπενθυμίζοντας την ανάγκη να μην ξεχνάμε το παρελθόν.
Περισσότερα από 80 χρόνια μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου πολέμου το παρελθόν εξακολουθεί να απειλεί νικητές και ηττημένους.
Οι βόμβες που δεν εξερράγησαν τότε, παραμένουν σιωπηλές και σίγουρα επικίνδυνες. Και κάθε φορά που μία από αυτές αποκαλύπτεται, όπως συνέβη προ ημερών στο Έξετερ της Βρετανίας, βάζει σε κίνδυνο τις ζωές των κατοίκων.
Η συγκεκριμένη βόμβα, γερμανικής κατασκευής, βάρους περίπου ενός τόνου, εντοπίστηκε τυχαία σε έναν χώρο που επρόκειτο να οικοδομηθεί. Η αντίδραση ήταν άμεση: εκκενώσεις, στρατιωτική κινητοποίηση, αναστολή της καθημερινότητας. Χιλιάδες κάτοικοι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους. Και όταν τελικά εξερράγη ελεγχόμενα, άφησε πίσω της έναν κρατήρα στο μέγεθος τριών διώροφων λεωφορείων, όπως περιέγραψαν οι πυροτεχνουργοί.
«Ένιωσα ευγνωμοσύνη που άκουσα τον ήχο»
«Ο ήχος ήταν φοβερός», λέει ο ιστορικός Todd Gray μιλώντας στο BBC. «Αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο, ένιωσα ευγνωμοσύνη που τον άκουσα. Μας θυμίζει τι πέρασε εκείνη η γενιά». Πράγματι, το Έξετερ υπήρξε στόχος σφοδρών βομβαρδισμών το 1942, κατά τη διάρκεια των λεγόμενων επιδρομών Baedeker , δηλαδή επιθέσεων που στόχευαν πολιτιστικά κέντρα περισσότερο για ψυχολογικό αντίκτυπο παρά για στρατηγικό όφελος.
«Ήταν το πιο καταστροφικό γεγονός στην ιστορία της πόλης από την εποχή των Βίκινγκς», σημειώνει ο Gray. Εκείνες τις νύχτες, χιλιάδες εκρηκτικά και εμπρηστικά βλήματα έπεσαν στην πόλη. Περίπου 40 από αυτά δεν εξερράγησαν. Έμειναν θαμμένα.
Οβίδα στην Πεύκη: Την εντόπισαν παιδιά και την μετακίνησαν
Αναστάτωση προκλήθηκε το απόγευμα της Τετάρτης και στην περιοχή της Πεύκης.
Νωρίς το απόγευμα, παιδιά που έπαιζαν ανέμελα στην γειτονιά τους, ξαφνικά εντόπισαν μία οβίδα από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και μάλιστα συνέβη κάτι υπερβολικά επικίνδυνο.
Σύμφωνα με αυτόπτη μάρτυρα, οι γονείς τους δεν πίστεψαν την ανακάλυψή τους με αποτέλεσμα να την μετακινήσουν ώστε να τη δουν.
Νωρίτερα σήμερα το πρωί εξιδεικευμένο κλιμάκιο του του Στρατού ανέλαβε την εξουδετέρωσή της.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι αναπόφευκτο: Πόσες ακόμη υπάρχουν;
Η απάντηση δεν είναι σαφής. Η επιμελήτρια του Imperial War Museum, Emily Charles, το θέτει απλά: «Είναι πολύ δύσκολο να γνωρίζουμε πού βρίσκονται». Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι αρχές διατηρούσαν έναν λεπτομερή «χάρτη βομβαρδισμών» — το λεγόμενο bomb census — που κατέγραφε πού έπεσαν βόμβες και τι ζημιές προκάλεσαν. Όμως οι χάρτες αυτοί δεν είναι πλήρεις. Και κυρίως, δεν μπορούν να αποκαλύψουν τι δεν εξερράγη.
«Μας δίνουν μια καλύτερη εικόνα», λέει η Charles, «αλλά όχι την πλήρη». Και αυτό σημαίνει ότι κάτω από πόλεις, χωράφια και εργοτάξια μπορεί να κρύβονται ακόμη δεκάδες ή και εκατοντάδες τέτοια κατάλοιπα.
Η συγκεκριμένη βόμβα στο Έξετερ ήταν ιδιαίτερα μεγάλη — περίπου τέσσερις φορές μεγαλύτερη από τον μέσο όρο των βομβών που χρησιμοποιήθηκαν στο Blitz, τους γερμανικούς βομβαρδισμούς της Βρετανίας. «Ήταν μεγάλη, αλλά όχι ασυνήθιστα μεγάλη», διευκρινίζει η Charles. Αυτό, από μόνο του, είναι ανησυχητικό.
Πόσο επικίνδυνες είναι σήμερα
Το πιο κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι πόσες υπάρχουν, αλλά πόσο επικίνδυνες είναι σήμερα. Η απάντηση είναι απλή: πολύ.
«Αυτό που τις κάνει επικίνδυνες είναι η απρόβλεπτη φύση τους», εξηγεί η Charles. Οι βόμβες μπορεί να ενεργοποιηθούν από δονήσεις, θερμότητα ή άμεση πρόσκρουση. Παρότι πολλές από αυτές διέθεταν ηλεκτρικούς πυροκροτητές που σταματούσαν να λειτουργούν όταν εξαντλούνταν οι μπαταρίες, δεν υπάρχει καμία εγγύηση. «Δεν υπάρχουν εκτεταμένες επιστημονικές μελέτες για το πώς αλλοιώνονται με τον χρόνο», προσθέτει. «Άρα πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε σαν να είναι πλήρως ενεργές».
Το περιστατικό στο Έξετερ το επιβεβαιώνει. Παρά την ελεγχόμενη έκρηξη, προκλήθηκαν σοβαρές ζημιές σε σπίτια, ενώ πολλά κρίθηκαν μη κατοικήσιμα. Περίπου 300 φοιτητές παρέμειναν για ημέρες εκτός των εστιών τους. Η έκρηξη ακούστηκε σε απόσταση χιλιομέτρων.
Κι όμως, αυτό δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό. Σύμφωνα με στοιχεία του βρετανικού υπουργείου Άμυνας, περίπου 450 γερμανικές βόμβες έχουν εξουδετερωθεί από το 2010 — περίπου 60 τον χρόνο. Και αυτό χωρίς να υπολογίζονται οι ιδιωτικές εταιρείες αποναρκοθέτησης.
Ο ειδικός Mike Sainsbury εκτιμά ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου ρίχθηκαν πάνω από 200.000 βόμβες στη Βρετανία. «Περίπου το 10% δεν εξερράγη», λέει. Αυτό σημαίνει ότι δεκάδες χιλιάδες παραμένουν ακόμη θαμμένες.
Κάποιες εντοπίστηκαν και εξουδετερώθηκαν αμέσως μετά τον πόλεμο. Άλλες, όμως, κρίθηκαν «χαμηλού κινδύνου» ή απλώς ήταν πολύ δύσκολο να αφαιρεθούν. Έτσι, έμειναν στη θέση τους.
Όταν εντοπίζεται μία τέτοια βόμβα σήμερα, οι επιλογές είναι περιορισμένες. Στην περίπτωση του Έξετερ, οι ειδικοί δεν μπορούσαν να αφαιρέσουν τον πυροκροτητή. «Ήταν τόσο διαβρωμένος που δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τον τύπο του», δήλωσε εκπρόσωπος του υπουργείου Άμυνας. Υπήρχε επίσης ο φόβος ότι είχε παγιδευτεί. Η μόνη ασφαλής επιλογή ήταν η ελεγχόμενη έκρηξη.
Για να περιοριστούν οι συνέπειες, οι στρατιωτικές ομάδες εργάστηκαν επί 24 ώρες, κατασκευάζοντας αναχώματα και προστατευτικές δομές. Χρησιμοποιήθηκαν πάνω από 400 τόνοι άμμου για την απορρόφηση της έκρηξης. Ακόμη κι έτσι, οι ζημιές ήταν σημαντικές.
«Κάθε βόμβα που ανακαλύπτεται σήμερα είναι ένα αντικείμενο που γεφυρώνει δεκαετίες. Είναι ταυτόχρονα ιστορικό τεκμήριο και ενεργός κίνδυνος», λέει ο Gray, καταλήγοντας με νόημα ότι «είναι καλό, πού και πού, να θυμόμαστε».