Η παγκόσμια κατανομή του ανθρώπινου ύψους παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις, με ορισμένες χώρες να εμφανίζουν σταθερά υψηλότερους μέσους όρους σε σχέση με άλλες.
- Παρουσίαση της μεθοδολογίας κατάταξης των χωρών με βάση το μέσο ύψος των 19χρονων, επισημαίνοντας ότι εξαιρέσεις δεν επηρεάζουν την γενική κατάταξη.
- Καταγραφή της θέσης της Ελλάδας στην κατάταξη (25η) και σύγκριση με άλλες χώρες, κυρίως στην Ευρώπη, με αναφορά στο μέσο ύψος ανδρών και γυναικών.
- Ανάλυση των χωρών που βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα, με έμφαση στις βαλκανικές και σκανδιναβικές χώρες, και ανάδειξη της Ολλανδίας ως την ψηλότερη χώρα.
- Επισήμανση των παραγόντων που επηρεάζουν το μέσο ύψος και τα συμπεράσματα της έρευνας σχετικά με τις διαφορές ύψους και τον ρόλο του ως δείκτη κοινωνικών συνθηκών.
Αυτό αναφέρει το NCD Risk Factor Collaboration, που βασίζεται σε περισσότερες από 2.500 επιδημιολογικές έρευνες σε 193 χώρες την περίοδο 1985–2019.
Σύμφωνα με δεδομένα της NCD Risk Factor Collaboration, που βασίζονται σε περισσότερες από 2.500 επιδημιολογικές έρευνες σε 193 χώρες την περίοδο 1985–2019, οι πληθυσμοί με το μεγαλύτερο μέσο ύψος συγκεντρώνονται κυρίως στην Ευρώπη, επιβεβαιώνοντας τη γεωγραφική συγκέντρωση του φαινομένου.
Πώς προκύπτει η κατάταξη
Η κατάταξη προκύπτει από τον υπολογισμό του μέσου ύψους 19χρονων ανδρών και γυναικών σε κάθε χώρα, προσφέροντας μια συνολική εικόνα για τη σωματική διάπλαση των πληθυσμών. Παρά τις εντυπωσιακές εξαιρέσεις μεμονωμένων περιπτώσεων, όπως ο Sultan Kösen από την Τουρκία ή ο ιστορικά ψηλότερος άνθρωπος Robert Wadlow από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι χώρες προέλευσής τους δεν συγκαταλέγονται στις κορυφαίες της λίστας.
Στην 25η θέση κατατάσσεται η Ελλάδα, με μέσο ύψος 172,55 εκατοστά. Οι άνδρες φτάνουν κατά μέσο όρο τα 179,3 εκατοστά, ενώ οι γυναίκες τα 165,8.
Αμέσως υψηλότερα, η Aυστρία καταγράφει μέσο ύψος 172,7 εκατοστά, ενώ χώρες όπως η Λευκορωσία και τα Νησιά Κουκ φτάνουν τα 172,8. Οι Βερμούδες ακολουθούν με 172,9 εκατοστά, ενώ Πολωνία και Γερμανία ισοβαθμούν στα 173,25.
Στη βόρεια Ευρώπη, χώρες όπως Νορβηγία και Φινλανδία διατηρούν υψηλές θέσεις, με μέσους όρους που ξεπερνούν τα 173,4 εκατοστά. Η Σουηδία ακολουθεί, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή παρουσία των σκανδιναβικών χωρών στις πρώτες θέσεις.
Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και χώρες της ανατολικής και νοτιοανατολικής Ευρώπης. Ουκρανία και Κροατία φτάνουν τα 173,8 εκατοστά, ενώ Σλοβακία και Σλοβενία ξεπερνούν τα 174. Λιθουανία και Σερβία συνεχίζουν την ανοδική τάση, με μέσους όρους άνω των 174 εκατοστών.
Στην πρώτη δεκάδα, η Τσεχία καταγράφει 174,6 εκατοστά, ενώ Βοσνία και Λετονία φτάνουν τα 175. Η Iσλανδία ακολουθεί με 175,5 εκατοστά, ενώ Δανία και Εσθονία κινούνται κοντά στα 175,7 και 175,75 αντίστοιχα.
Στις δύο πρώτες θέσεις βρίσκονται χώρες της βαλκανικής και της βόρειας Ευρώπης. Το Mαυροβούνιο καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση με μέσο ύψος 176,65 εκατοστά, παρουσιάζοντας ιδιαίτερα υψηλό μέσο όρο στους άνδρες, που ξεπερνά τα 183 εκατοστά.
Στην κορυφή της κατάταξης βρίσκεται η Ολλανδία, με συνολικό μέσο ύψος 177,1 εκατοστά. Οι άνδρες φτάνουν κατά μέσο όρο τα 183,8 εκατοστά και οι γυναίκες τα 170,4, καθιστώντας τη χώρα σταθερά την ψηλότερη στον κόσμο με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα.
Αντίθετα, οι ΗΠΑ δεν περιλαμβάνονται στην πρώτη 25άδα, καταλαμβάνοντας χαμηλότερες θέσεις: 58η για τις γυναίκες και 47η για τους άνδρες. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει ότι το μέσο ύψος επηρεάζεται από ευρύτερους παράγοντες, όπως η διατροφή, η υγεία, οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και τα γενετικά χαρακτηριστικά, και όχι από μεμονωμένες ακραίες περιπτώσεις.
Η γεωγραφική συγκέντρωση των υψηλότερων μέσων όρων στην Ευρώπη αποδίδεται σε συνδυασμό γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε ποιοτική διατροφή και υγειονομική περίθαλψη. Τα δεδομένα της NCD Risk Factor Collaboration θεωρούνται από τα πιο ολοκληρωμένα παγκοσμίως, καθώς βασίζονται σε δεκαετίες συγκριτικών μελετών.
«Παρά τις διαφοροποιήσεις μεταξύ των χωρών, οι αποκλίσεις στο μέσο ύψος παραμένουν σχετικά περιορισμένες σε παγκόσμιο επίπεδο, γεγονός που αναδεικνύει ότι οι διαφορές είναι περισσότερο στατιστικές παρά απόλυτες. Ωστόσο, η σταθερή παρουσία συγκεκριμένων περιοχών στις πρώτες θέσεις καταδεικνύει ότι το ύψος λειτουργεί και ως δείκτης ευρύτερων κοινωνικών και βιολογικών συνθηκών», καταλήγουν οι συγγραφείς της έρευνας.