Ο Κιρ Στάρμερ επιμένει ότι παραμένει προσηλωμένος στο έργο του ενώ το Politico θυμίζει το παράδειγμα της Ελλάδας και την διέξοδο από την πολιτική περιδίνηση.
Αναφερόμενος στην αβεβαιότητα που περιβάλλει τη θέση του, ο Στάρμερ τόνισε σήμερα ότι δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει την προσπάθεια. «Εστιάζω στη δουλειά που μου ανατέθηκε, δηλαδή να υπηρετήσω τη χώρα μου και να εκπληρώσω τα καθήκοντά μου ως πρωθυπουργός αυτής της χώρας», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι στόχος του είναι «να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των πάρα πολλών ανθρώπων που μας ψήφισαν, οι οποίοι λένε: “απλά προχωρήστε, συνεχίστε τη δουλειά, προχωρήστε με την αλλαγή που θέλω να δω στη ζωή μου”. Και αυτό είναι που θα κάνω».
Ωστόσο, αναγνώρισε ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια είναι πλέον βαθιά. «Τα αποτελέσματα των εκλογών μάς δείχνουν ότι οι άνθρωποι είναι απογοητευμένοι, δεν αισθάνονται ότι η ζωή τους έχει αλλάξει αρκετά γρήγορα», είπε.
Κρίση στους Εργατικούς
Την ίδια ώρα, ο Στάρμερ προσπαθεί να περιορίσει τις εσωκομματικές αναταράξεις ενόψει των κρίσιμων αναπληρωματικών εκλογών στο Μέικερφιλντ. Δήλωσε ότι θα στηρίξει «100%» τον υποψήφιο των Εργατικών, όποιος κι αν είναι αυτός.
«Θα μάθουμε πολύ σύντομα ποιος είναι ο υποψήφιος. Όποιος και αν είναι, θα τον υποστηρίξω 100% και θέλω κάθε μέλος, όλοι στο κίνημά μας, να τον υποστηρίξουν. Έναν υποψήφιο των Εργατικών για να νικήσει το Reform. Αυτή είναι η μάχη που δίνουμε», τόνισε.
Στο παρασκήνιο, πάντως, οι συζητήσεις για τη διαδοχή έχουν ήδη ξεκινήσει. Ο δήμαρχος του Μάντσεστερ Άντι Μπέρναμ εμφανίζεται έτοιμος να διεκδικήσει πιο κεντρικό ρόλο, αν και πρόσφατα αναγκάστηκε να αναδιπλώσει μετά τις αντιδράσεις που προκάλεσαν δηλώσεις του υπέρ της επανένταξης της Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καταγγέλοντας το Brexit και προκαλώντας αντιδράσεις. Με ρευστό το πολιτικό τοπίο στην Βρετανία, κάθε δήλωση μπορεί να ανατρέψει προγνωστικά.
Το κλίμα αβεβαιότητας στο Γουέστμινστερ έχει γίνει πλέον σχεδόν μόνιμο χαρακτηριστικό της βρετανικής πολιτικής ζωής. Αυτό ακριβώς επισημαίνει και το Politico, το οποίο διερωτάται γιατί έχει γίνει τόσο δύσκολο να κυβερνηθεί η Βρετανία, ανεξαρτήτως του ποιος βρίσκεται στην εξουσία.
Τα τελευταία δέκα χρόνια, έξι διαφορετικοί πρωθυπουργοί πέρασαν από τη Ντάουνινγκ Στριτ, χωρίς κανείς να καταφέρει να αλλάξει ουσιαστικά την πορεία της χώρας. Από τον Ντέιβιντ Κάμερον και την απόφαση για το Brexit, μέχρι τις σύντομες θητείες των διαδόχων του και τη σημερινή κυβέρνηση των Εργατικών, η Βρετανία μοιάζει παγιδευμένη σε έναν αέναο κύκλο πολιτικής αστάθειας και οικονομικής στασιμότητας.
Ο ίδιος ο Στάρμερ, λίγες μόλις εβδομάδες μετά τη σαρωτική εκλογική νίκη των Εργατικών το 2024, είχε προειδοποιήσει ότι η κατάσταση θα είναι δύσκολη. «Θα είμαι ειλικρινής με τους ψηφοφόρους σχετικά με το πόσο δύσκολο θα είναι αυτό. Και ειλικρινά, τα πράγματα θα χειροτερέψουν πριν βελτιωθούν», είχε δηλώσει.
Σήμερα, πολλοί θεωρούν ότι κινδυνεύει ήδη πολιτικά, παρά το γεγονός ότι βρίσκεται σχετικά λίγο καιρό στην εξουσία. Αν τελικά αποτύχει, θα γίνει ο έκτος πρωθυπουργός της Βρετανίας μέσα σε μία δεκαετία που δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες.
Ο Μπλερ, η ανάπτυξη και η κρίση του 2008
Η εικόνα της χώρας έχει αλλάξει δραματικά σε σύγκριση με το παρελθόν. Όταν ο Τόνι Μπλερ ανέλαβε την εξουσία το 1997, η Βρετανία βρισκόταν σε πολύ ισχυρότερη θέση. Η οικονομία της ήταν μεγαλύτερη από εκείνη της Κίνας, η χώρα αποτελούσε βασικό πυλώνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και απολάμβανε σημαντικά έσοδα από την παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Βόρεια Θάλασσα. Ο Μπλερ παρέμεινε πρωθυπουργός για δέκα χρόνια, σε μια περίοδο σχετικής σταθερότητας και ανάπτυξης.
Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, ο Στάρμερ παρέλαβε μια εντελώς διαφορετική χώρα. Η Βρετανία δεν ανέκαμψε ποτέ πλήρως από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, βρίσκεται αντιμέτωπη με τις γεωπολιτικές πιέσεις της Ρωσίας και εξαρτάται πλέον σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενη ενέργεια. Παράλληλα, μεγάλες περιοχές εκτός Λονδίνου αισθάνονται εγκαταλελειμμένες. Η αποβιομηχάνιση, η μεταφορά εργοστασίων και θέσεων εργασίας στο εξωτερικό και η ενίσχυση οικονομιών όπως η Κίνα δημιούργησαν τεράστιες κοινωνικές ανισότητες.
Ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Goldman Sachs, Τζιμ Ο' Νιλ, γνωστός για τον όρο «BRICs», περιέγραψε τη μεταβολή αυτή με ιδιαίτερα σκληρά λόγια. «Ζήσαμε μια πραγματικά εκπληκτική πορεία από τα μέσα έως τα τέλη της δεκαετίας του 1980, καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, μέχρι την κρίση του 2008», δήλωσε.
Ο πρώην διευθυντής του think tank Institute for Fiscal Studies, Πολ Τζόνσον, συμφωνεί ότι τα βασικά προβλήματα της Βρετανίας είναι η χαμηλή ανάπτυξη και η τεράστια ανισότητα μεταξύ Λονδίνου και υπόλοιπης χώρας. Όπως έγραψε στους Times, «δύο δεκαετίες οικονομικής στασιμότητας έχουν εντείνει τις απογοητεύσεις που παρέμεναν σε αναστολή όταν οι περισσότεροι άνθρωποι απολάμβαναν βελτιώσεις στο βιοτικό τους επίπεδο».
Στην κρίση προστέθηκαν το Brexit, η προβληματική διαχείριση της πανδημίας COVID, οι ενεργειακές κρίσεις που προκάλεσαν οι πόλεμοι στην Ουκρανία και το Ιράν, αλλά και η γήρανση του πληθυσμού, η οποία αυξάνει συνεχώς τις δημόσιες δαπάνες για υγεία και κοινωνική πρόνοια.
Το δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε μετά τις τραπεζικές διασώσεις του 2008 και την πανδημία, ενώ τα επιτόκια δανεισμού παραμένουν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Οι πολιτικοί βρίσκονται πλέον όλο και περισσότερο στο έλεος των αγορών ομολόγων. κάτι που βίωσε δραματικά και η πρώην πρωθυπουργός Λιζ Τρας.
Το παράδειγμα της Ελλάδας
Η κυβέρνηση των Εργατικών, προσπάθησε να δώσει προτεραιότητα στην ανάπτυξη, συνδυάζοντας αυξήσεις φόρων και απορρύθμιση για την προσέλκυση επενδύσεων. Για ένα διάστημα φάνηκε ότι η κατάσταση βελτιώνεται, με την Τράπεζα της Αγγλίας να ξεκινά μειώσεις επιτοκίων.
Όμως ο πόλεμος με το Ιράν άλλαξε ξανά τα δεδομένα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, όλο και περισσότεροι αναλυτές συγκρίνουν πλέον τη Βρετανία με την Ελλάδα της εποχής της κρίσης χρέους. Ο Τζιμ Ο’Νιλ σημείωσε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει πλέον σημαντικά υψηλότερες αποδόσεις 10ετών ομολόγων από την Ελλάδα, παρότι η Αθήνα βρισκόταν πριν από μία δεκαετία στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης.
Όπως είπε, η Ελλάδα είναι σήμερα «η ταχύτερα αναπτυσσόμενη χώρα στην Ευρώπη», επειδή αναγκάστηκε να προχωρήσει σε δραστικές μεταρρυθμίσεις υπό την πίεση των αγορών.
Και κατέληξε με μια ιδιαίτερα σκληρή προειδοποίηση για τη Βρετανία: «Ίσως χρειαστεί μια πραγματική χρηματοπιστωτική κρίση για να αναγκάσει τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να σταματήσουν να ζουν σε έναν κόσμο ονειρικά πλασμένο».