Η Μόσχα αλλάζει πρέσβη στην Αθήνα έπειτα από 12 χρόνια, σε μια περίοδο που οι ελληνορωσικές σχέσεις παραμένουν στον «πάγο».
Δώδεκα χρόνια μετά την τελευταία αλλαγή φρουράς στη ρωσική πρεσβεία στην Αθήνα, ο Βλαντίμιρ Πούτιν επέλεξε για τη διαδοχή του Αντρέι Μάσλοφ έναν διπλωμάτη με εντελώς διαφορετικό προφίλ. Ο Γιούρι Αντρέγεβιτς Γκόρλατς δεν έχει ιδιαίτερη προϋπηρεσία στην Ελλάδα ή στην Ανατολική Μεσόγειο. Έχει, όμως, μακρά εμπειρία στο ΝΑΤΟ, όπου βρέθηκε στην πρώτη γραμμή μιας από τις σοβαρότερες διπλωματικές κρίσεις των τελευταίων ετών στις σχέσεις Μόσχας–Δύσης, κατά την υπόθεση Σκριπάλ, ενώ τα τελευταία χρόνια βρισκόταν στο τιμόνι του Κέντρου Διαχείρισης Κρίσεων του ρωσικού ΥΠΕΞ, συντονίζοντας δύσκολες επιχειρήσεις σε εμπόλεμες και ασταθείς περιοχές.
Η επιλογή του αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν ιδωθεί μέσα στη σημερινή συγκυρία των ελληνορωσικών σχέσεων. Ο Γκόρλατς έρχεται στην Αθήνα σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις των δύο χωρών παραμένουν σε ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαετιών. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία άλλαξε δραματικά το τοπίο, με την Ελλάδα να συντάσσεται με τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, να εφαρμόζει τις ευρωπαϊκές κυρώσεις κατά της Μόσχας και να στηρίζει το Κίεβο. Η ίδια η Αθήνα έχει χαρακτηρίσει τις διμερείς σχέσεις «πληγείσες», αφήνοντας πάντως ανοιχτό το ενδεχόμενο αποκατάστασής τους όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν.
Ένας έμπειρος διαχειριστής δύσκολων καταστάσεων
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αποστολή στην Αθήνα ενός διπλωμάτη που γνωρίζει εκ των έσω τον μηχανισμό του ΝΑΤΟ και έχει μάθει να λειτουργεί σε περιόδους έντασης έχει τη δική της σημασία. Δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής στοιχεία που να επιτρέπουν να ερμηνευθεί ο διορισμός του ως προαναγγελία κάποιας ρωσικής πρωτοβουλίας για επανεκκίνηση των σχέσεων με την Ελλάδα. Το προφίλ του, ωστόσο, δείχνει ότι η Μόσχα επιλέγει έναν έμπειρο διαχειριστή δύσκολων καταστάσεων για μια πρεσβεία που καλείται πλέον να λειτουργήσει σε πολύ διαφορετικές συνθήκες από εκείνες του 2014.
Το διαφορετικό βιογραφικό του Γκόρλατς
Η σύγκριση με τον προκάτοχό του είναι χαρακτηριστική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορεί να αποδοθεί συγκεκριμένη πολιτική πρόθεση στην επιλογή τού ενός ή του άλλου. Ο Μάσλοφ έφθασε στην Αθήνα το 2014 έχοντας ήδη γνώση του ελληνικού και ευρύτερα του νοτιοευρωπαϊκού φακέλου: ήταν προηγουμένως διευθυντής της 4ης Ευρωπαϊκής Διεύθυνσης του ρωσικού ΥΠΕΞ, είχε υπηρετήσει στην Κύπρο και γνώριζε ελληνικά. Παρά τις πρώτες σοβαρές αναταράξεις που είχε ήδη προκαλέσει η ουκρανική κρίση και η προσάρτηση της Κριμαίας, Αθήνα και Μόσχα διατηρούσαν τότε πυκνούς πολιτικούς, οικονομικούς και ενεργειακούς διαύλους. Δώδεκα χρόνια αργότερα, ο Γκόρλατς φθάνει με ένα εντελώς διαφορετικό βιογραφικό -ΝΑΤΟ, ευρωπαϊκή ασφάλεια και διαχείριση κρίσεων- και βρίσκει τις ελληνορωσικές σχέσεις σε πολύ χαμηλότερο σημείο. Είναι μια διαφορά συγκυρίας και προφίλ που από μόνη της παρουσιάζει ενδιαφέρον, χωρίς να αρκεί για ασφαλή συμπεράσματα ως προς τις προθέσεις του Κρεμλίνου.
Ο διορισμός του νέου πρέσβη έγινε με διάταγμα του Ρώσου προέδρου στις 2 Οκτωβρίου, με τον Γκόρλατς να αντικαθιστά τον Μάσλοφ, ο οποίος βρισκόταν στην Αθήνα από το 2014. Μέχρι στιγμής δεν έχει δημοσιοποιηθεί συγκεκριμένη ημερομηνία για την άφιξη του νέου πρέσβη στην ελληνική πρωτεύουσα.
Ο 66χρονος Γκόρλατς ανήκει στην παλιά σχολή της ρωσικής διπλωματίας. Αποφοίτησε το 1983 από το MGIMO, το πανεπιστήμιο από το οποίο προέρχεται μεγάλο μέρος της διπλωματικής ελίτ της Μόσχας, και την ίδια χρονιά εντάχθηκε στο υπουργείο Εξωτερικών. Η καριέρα του εξελίχθηκε τόσο στην κεντρική υπηρεσία όσο και στο εξωτερικό, όμως το μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μακρά ενασχόλησή του με την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας και κυρίως με το ΝΑΤΟ. Από το 2005 έως το 2014 ήταν αναπληρωτής διευθυντής του Τμήματος Πανευρωπαϊκής Συνεργασίας του ρωσικού ΥΠΕΞ και τον Ιούλιο του 2014 μετακινήθηκε στις Βρυξέλλες ως αναπληρωτής μόνιμος αντιπρόσωπος της Ρωσίας στη Βορειοατλαντική Συμμαχία.
Η χρονική συγκυρία έχει τη σημασία της. Ο Γκόρλατς έφθασε στο ΝΑΤΟ τη χρονιά της προσάρτησης της Κριμαίας από τη Ρωσία και της απότομης επιδείνωσης των σχέσεων Μόσχας και Δύσης. Έμεινε εκεί για επτά χρόνια, παρακολουθώντας από πρώτο χέρι τη σταδιακή αποδόμηση μιας σχέσης που είχε ήδη περάσει από τη συνεργασία στην καχυποψία και, τελικά, στην ανοιχτή αντιπαράθεση.
Παρά το βιογραφικό αυτό, πάντως, ο Γκόρλατς έχει εξαιρετικά μικρό δημόσιο αποτύπωμα, καθώς εμφανίζεται πολύ περισσότερο ως άνθρωπος των κλειστών διπλωματικών διαβουλεύσεων παρά ως διπλωμάτης της δημόσιας σκηνής.
Ένας από τους τελευταίους ισχυρούς παίκτες της Μόσχας στο ΝΑΤΟ
Ο Γιούρι Γκόρλατς ήταν ουσιαστικά ένας από τους τελευταίους ισχυρούς παίκτες της Μόσχας στο ΝΑΤΟ, πριν οι σχέσεις Ρωσίας και Συμμαχίας οδηγηθούν σε πλήρη ρήξη. Από το 2014 έως το 2021 υπηρέτησε στις Βρυξέλλες, φθάνοντας να λειτουργεί ως ο ουσιαστικός επικεφαλής της ρωσικής αποστολής στο ΝΑΤΟ. Η σχέση του με τη Συμμαχία, ωστόσο, είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα. Για σχεδόν μία δεκαετία, από το 2005 έως το 2014, διετέλεσε αναπληρωτής διευθυντής του Τμήματος Πανευρωπαϊκής Συνεργασίας του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, έχοντας άμεση εμπλοκή στον δύσκολο φάκελο των σχέσεων Μόσχας-ΝΑΤΟ. Το 2011 καταγράφεται σε επίσημα αρχεία της Συμμαχίας σε συνομιλίες για τη στρατιωτική συνεργασία ΝΑΤΟ-Ρωσίας, την αντιπυραυλική άμυνα και τις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ, ενώ ήδη από το 2010 παρουσίαζε στο NATO Defense College τις προτεραιότητες της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής. Πρόκειται, δηλαδή, για έναν διπλωμάτη με τουλάχιστον δεκαπενταετή εμπειρία στον σκληρό πυρήνα των σχέσεων Ρωσίας-ΝΑΤΟ και της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Η υπόθεση Σκριπάλ
Το δυσκολότερο ίσως κεφάλαιο της θητείας του στις Βρυξέλλες άνοιξε στις αρχές του 2018. Στις 22 Ιανουαρίου ο Βλαντίμιρ Πούτιν απομάκρυνε τον Αλεξάντρ Γκρούσκο από τη θέση του μονίμου αντιπροσώπου της Ρωσίας στο ΝΑΤΟ και τον τοποθέτησε υφυπουργό Εξωτερικών. Η Μόσχα δεν έστειλε αντικαταστάτη στις Βρυξέλλες και ο Γκόρλατς βρέθηκε στην πράξη επικεφαλής της ρωσικής διπλωματικής αποστολής στη Συμμαχία.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 4 Μαρτίου, ο πρώην Ρώσος διπλός πράκτορας Σεργκέι Σκριπάλ και η κόρη του, Γιούλια, βρέθηκαν δηλητηριασμένοι στο Σάλσμπερι της Βρετανίας. Η βρετανική κυβέρνηση απέδωσε την επίθεση στη Ρωσία, κατηγορία που η Μόσχα απέρριψε, και η υπόθεση εξελίχθηκε σε μία από τις σοβαρότερες διπλωματικές κρίσεις μεταξύ Ρωσίας και Δύσης πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Το ΝΑΤΟ απάντησε αφαιρώντας τις διαπιστεύσεις επτά μελών της ρωσικής αποστολής, απορρίπτοντας άλλα τρία αιτήματα διαπίστευσης και περιορίζοντας δραστικά το ανώτατο μέγεθος της ρωσικής αντιπροσωπείας. Η κρίση βρήκε, επομένως, τον Γκόρλατς στο τιμόνι μιας αποστολής που δεχόταν άμεσα τα διπλωματικά αντίμετρα της Δύσης.
Η Μόσχα επέλεξε μάλιστα να μην καλύψει τη θέση του μονίμου αντιπροσώπου. Ρωσικές διπλωματικές πηγές έλεγαν τότε ότι δεν υπήρχε λόγος να σταλεί πρέσβης στις Βρυξέλλες όσο το ΝΑΤΟ, κατά τη ρωσική θέση, δεν επιθυμούσε ουσιαστικό διάλογο. Έτσι ο Γκόρλατς παρέμεινε ασκών χρέη μόνιμου αντιπροσώπου και ουσιαστικός επικεφαλής της αποστολής.
Ο διπλωμάτης που κλήθηκε να εκπροσωπήσει τη Μόσχα απέναντι στο ΝΑΤΟ
Η σύνδεσή του με την υπόθεση Σκριπάλ είναι συγκεκριμένη και θεσμική και δεν πρέπει να συγχέεται με οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή στην ίδια την υπόθεση. Ο Γκόρλατς ήταν ο διπλωμάτης που κλήθηκε να εκπροσωπήσει τη Μόσχα απέναντι στο ΝΑΤΟ σε εκείνη την εξαιρετικά δύσκολη περίοδο.
Στις 31 Μαΐου 2018, στην πρώτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ρωσίας-ΝΑΤΟ μετά το Σάλσμπερι, ήταν εκείνος που ηγήθηκε της ρωσικής πλευράς. Στο τραπέζι βρέθηκαν η Ουκρανία, η κατάρριψη της πτήσης MH17 και η υπόθεση Σκριπάλ. Ο Γκόρλατς συνέχισε να εκπροσωπεί τη Ρωσία στις επαφές με τη Συμμαχία, μεταξύ άλλων και στη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ρωσίας-ΝΑΤΟ στις 31 Οκτωβρίου του ίδιου έτους.
Παρέμεινε στις Βρυξέλλες έως το 2021. Για περισσότερα από τρία χρόνια, δηλαδή, η Μόσχα δεν είχε κανονικό μόνιμο αντιπρόσωπο στο ΝΑΤΟ και ο Γκόρλατς ήταν το πρόσωπο που διαχειριζόταν στην πράξη έναν από τους δυσκολότερους διαύλους της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής. Η θητεία του ολοκληρώθηκε λίγο πριν από την οριστική σχεδόν κατάρρευση των θεσμικών σχέσεων Ρωσίας-ΝΑΤΟ.
Από το ΝΑΤΟ στις πραγματικές κρίσεις
Η επιστροφή του στη Μόσχα δεν συνοδεύτηκε από κάποια ήσυχη υπηρεσιακή τοποθέτηση. Την 1η Οκτωβρίου 2021 ανέλαβε διευθυντής του Situational Crisis Center του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, της υπηρεσίας που παρακολουθεί διεθνείς κρίσεις και κινδύνους για Ρώσους πολίτες και διπλωματικές αποστολές και συμμετέχει στον συντονισμό επιχειρήσεων εκκένωσης. Παρέμεινε σε αυτή τη θέση μέχρι τον διορισμό του στην Ελλάδα.
Εκεί ο όρος «διπλωμάτης των κρίσεων» απέκτησε σχεδόν κυριολεκτική διάσταση.
Μία από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις που πέρασαν από τα χέρια του ήταν η απομάκρυνση Ρώσων πολιτών και των οικογενειών τους από τη Γάζα, μετά την έναρξη του πολέμου, τον Οκτώβριο του 2023. Το Κέντρο τέθηκε σε ενισχυμένη λειτουργία, με 24ωρη παρακολούθηση της κατάστασης και συντονισμό με τις Αρχές του Ισραήλ, της Αιγύπτου και των Παλαιστινίων, καθώς και με διεθνείς οργανισμούς.
Σύμφωνα με τον απολογισμό που παρουσίασε ο ίδιος ο Γκόρλατς, συνολικά 1.125 άνθρωποι είχαν περάσει από τη Ράφα και φθάσει στη Ρωσία με ειδικές πτήσεις. Μεταξύ αυτών, όπως ανέφερε, ήταν 644 Ρώσοι πολίτες και 473 Παλαιστίνιοι συγγενείς Ρώσων πολιτών. Μόνο το κέντρο επικοινωνίας της υπηρεσίας του είχε δεχθεί περισσότερα από 2.000 αιτήματα βοήθειας.
Το ενδιαφέρον στην περίπτωση του Γκόρλατς είναι ακριβώς αυτή η διπλή εμπειρία. Από τη μία, γνωρίζει εκ των έσω τον μηχανισμό του ΝΑΤΟ και έχει διαχειριστεί τις σχέσεις με τη Συμμαχία όταν αυτές βρίσκονταν σε εξαιρετικά χαμηλό σημείο. Από την άλλη, τα τελευταία πέντε χρόνια βρέθηκε σε μια υπηρεσία με περισσότερο επιχειρησιακό χαρακτήρα, όπου η διπλωματία συναντά τη διαχείριση πραγματικών κρίσεων.
Αυτό διαφοροποιεί αισθητά το βιογραφικό του από εκείνο του προκατόχου του. Ο Αντρέι Μάσλοφ ήταν περισσότερο ένας διπλωμάτης της Νότιας Ευρώπης και της Μεσογείου, με γνώση της περιοχής και μακρά παρουσία στην Αθήνα. Ο Γκόρλατς έρχεται από διαφορετική διαδρομή: ευρωπαϊκή ασφάλεια, ΝΑΤΟ και κρίσεις.
Τι δείχνει η επιλογή της Μόσχας για τις σχέσεις με την Αθήνα
Θα ήταν πρόωρο να αποδοθεί στην επιλογή του κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα του Κρεμλίνου προς την Αθήνα. Δεν υπάρχει μέχρι στιγμής δημόσια ρωσική τοποθέτηση που να συνδέει τον διορισμό του με την ελληνική συμμετοχή στο ΝΑΤΟ, τις σχέσεις Ελλάδας–ΗΠΑ ή τον πόλεμο στην Ουκρανία. Το βιογραφικό του, ωστόσο, δείχνει ότι η Μόσχα επέλεξε για την Αθήνα όχι έναν πρωτοεμφανιζόμενο πρέσβη, αλλά έναν διπλωμάτη που έχει περάσει μεγάλο μέρος της τελευταίας δεκαετίας σε ορισμένα από τα πιο δύσκολα μέτωπα της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής.
Η αλλαγή φρουράς στη ρωσική πρεσβεία έρχεται σε μια εντελώς διαφορετική εποχή για τις σχέσεις Αθήνας-Μόσχας. Ο Μάσλοφ έφθασε στην Ελλάδα το 2014 ως γνώστης του ελληνικού και νοτιοευρωπαϊκού φακέλου. Δώδεκα χρόνια αργότερα, τη θέση του παίρνει ένας διπλωμάτης με μακρά θητεία στο ΝΑΤΟ και στη διαχείριση διεθνών κρίσεων.
Το αν η επιλογή Γκόρλατς προαναγγέλλει και κάποια αλλαγή στη ρωσική προσέγγιση απέναντι στην Αθήνα μένει να φανεί. Η συγκυρία, πάντως, είναι σαφής: οι επαφές Αθήνας-Μόσχας έχουν περιοριστεί σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και οι ελληνορωσικές σχέσεις παραμένουν «παγωμένες».
Σε αυτό το τοπίο αναλαμβάνει ο νέος Ρώσος πρέσβης. Και η επιλογή ενός διπλωμάτη που έχει περάσει από το ΝΑΤΟ, την κρίση του Σκριπάλ και τη διαχείριση επιχειρήσεων σε εμπόλεμες περιοχές είναι, τουλάχιστον ως προς το προφίλ του, μια αλλαγή που έχει το δικό της ενδιαφέρον.