Ένας από τους ανθρώπους που φοβάται περισσότερο το σύστημα Πούτιν δεν είναι πολιτικός ή στρατιωτικός αλλά μηχανικός κατασκευής πυραύλων, και συγκεκριμένα ο επικεφαλής σχεδιαστής και συνιδιοκτήτης της ουκρανικής εταιρείας αμυντικής τεχνολογίας Fire Point, Ντενίς Στίλερμαν.
Η Fire Point έχει συμβάλλει τα μάλα στην αλλαγή του πολέμου υπέρ της Ουκρανίας, αναπτύσσοντας στρατιωτικές εφαρμογές που καταστρέφουν τις ρωσικές υποδομές και σε κοντινή απόσταση αλλά και στα βαθιά μετόπισθεν, όπως τα drones FP-1 αλλά και οι περίφημοι πύραυλοι Flamingo, που πλήττουν στόχους σε βάθος εκατοντάδων χιλιομέτρων στη Ρωσία.
Στην Ουκρανία θεωρούν ότι αν αύριο οι κάτοικοι της Μόσχας ξυπνήσουν από ισχυρές εκρήξεις και η ρωσική πρωτεύουσα πληγεί από πυραύλους, μια τέτοια επίθεση θα έχει την υπογραφή της Fire Point και του Στίλερμαν.
Ο Ντενίς Στίλερμαν μίλησε αποκλειστικά στο iefimerida.gr. Αναφέρθηκε κυρίως σε τρεις άξονες: Στις στρατιωτικές εφαρμογές που ήδη έχει αναπτύξει η Ουκρανία. Στην προσπάθεια δημιουργίας της ευρωπαϊκής αντιβαλλιστικής ομπρέλας FREYJA, η οποία μπορεί να αποτελέσει μια αποτελεσματική αντικατάσταση των αμερικανικών Patriot. Και στους άξονες πάνω στους οποίους έχει αναπτυχθεί η οπλική βιομηχανία της Ρωσίας και αν αυτή μπορεί να αποτελέσει απειλή για τις δυτικές χώρες.
- Η Ουκρανία, ακόμη και πριν από το 2022, ήταν μια χώρα με ισχυρή αμυντική βιομηχανία. Γιατί, κατά τη γνώμη σας, αποδείχθηκε ότι δεν ήταν πλήρως προετοιμασμένη για έναν μεγάλο πόλεμο;
Θα ήταν ορθότερο να μιλάμε όχι για μια ισχυρή αμυντική βιομηχανία, αλλά για ένα ισχυρό αμυντικό και βιομηχανικό δυναμικό.
Η Ουκρανία διέθετε ισχυρές σχολές μηχανικών, μοναδικές σχεδιαστικές εφαρμογές και επιχειρήσεις διεθνούς επιπέδου. Οι Ουκρανοί μηχανικοί και σχεδιαστές δημιουργούσαν λύσεις παγκόσμιας κλάσης. Ωστόσο, επί πολλά χρόνια, αυτό το δυναμικό δεν αξιοποιήθηκε πλήρως και πολλές πολλά υποσχόμενες εφαρμογές δεν έλαβαν την κατάλληλη υποστήριξη.
Το κράτος δεν επένδυσε επαρκώς στη δημιουργία νέων ειδών οπλισμού, στην ανάπτυξη παραγωγικών δυνατοτήτων και στην κλιμάκωση σύγχρονων αμυντικών προγραμμάτων.
Η πραγματικότητα είναι ότι πριν από το 2022 ελάχιστοι πίστευαν στο ενδεχόμενο ενός πολέμου τέτοιας έντασης, διάρκειας και κλίμακας, όπως αυτός που εξαπέλυσε η Ρωσία εναντίον της Ουκρανίας και για τον οποίο προετοιμαζόταν επί χρόνια.
Πριν από το 2022, το ουκρανικό αμυντικό και βιομηχανικό σύμπλεγμα ήταν προσανατολισμένο στην κάλυψη των αναγκών του τοπικού πολέμου στο Ντονμπάς, ο οποίος άρχισε το 2014, και στον εκσυγχρονισμό σοβιετικών συστημάτων. Παράλληλα, μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων εργαζόταν για τις αγορές του εξωτερικού.
Όμως η πλήρους κλίμακας ρωσική επιθετικότητα ανάγκασε το ουκρανικό κράτος, τις ένοπλες δυνάμεις και την αμυντική βιομηχανία να λειτουργήσουν ως ένα ενιαίο σύνολο.
Ο πόλεμος δημιούργησε μια πρωτοφανή ζήτηση για νέες τεχνολογίες και εξάλειψε γραφειοκρατικά εμπόδια, τα οποία, σε καιρό ειρήνης, βρίσκονται επί χρόνια ανάμεσα στην ανάπτυξη, την παραγωγή και τη χρησιμοποίηση νέων οπλικών συστημάτων.
Ο δρόμος από μια μηχανική ιδέα μέχρι την εμφάνιση ενός νέου όπλου στις ένοπλες δυνάμεις έγινε σημαντικά συντομότερος. Ακριβώς γι’ αυτό βλέπουμε σήμερα τη ραγδαία ανάπτυξη των ουκρανικών drones, των πυραυλικών προγραμμάτων, των συστημάτων επικοινωνιών, του ηλεκτρονικού πολέμου και άλλων τεχνολογιών.
Σε μεγάλο βαθμό, αυτό δεν είναι αποτέλεσμα της εμφάνισης νέων δεξιοτήτων, αλλά της αξιοποίησης ενός δυναμικού που υπήρχε στην Ουκρανία εδώ και πολύ καιρό. Υπό τις συνθήκες του πολέμου, η ουκρανική σχολή μηχανικών εκδηλώθηκε σε όλη της τη δύναμη.
Επομένως, το 2022 δεν απέδειξε την αδυναμία του ουκρανικού αμυντικού και βιομηχανικού συμπλέγματος. Αντιθέτως, απέδειξε ότι, όταν υπάρχει άμεση απειλή για την ίδια την ύπαρξη του κράτους, η αμυντική βιομηχανία είναι ικανή να αναδιαρθρωθεί γρήγορα, να αυξήσει την παραγωγή και να προσαρμοστεί στις νέες προκλήσεις.
Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης Ευρωπαϊκής Συνόδου για την Άμυνα και την Ασφάλεια, ο Ευρωπαίος επίτροπος Άμυνας και Διαστήματος, Άντριους Κουμπίλιους, χαρακτήρισε την ουκρανική αμυντική βιομηχανία ως την καλύτερη και πιο καινοτόμο αμυντική βιομηχανία στον κόσμο.
Παρατήρησε ότι ακριβώς η ικανότητα ταχείας εφαρμογής καινοτομιών επέτρεψε στην Ουκρανία να αλλάξει τον χαρακτήρα του σύγχρονου πολέμου. Κάλεσε, επίσης, να ενσωματωθεί η Ουκρανία στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, στην αμυντική αγορά και στη μελλοντική Ευρωπαϊκή Αμυντική Ένωση.
Ο Κουμπίλιους θεωρεί ότι οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να υιοθετήσουν την ουκρανική εμπειρία της γρήγορης και μεγάλης κλίμακας παραγωγής οπλισμού.
- Ποια είδη οπλισμού πρέπει να παράγει κατά προτεραιότητα η ίδια η Ουκρανία, προκειμένου να εξαρτάται λιγότερο από την εξωτερική βοήθεια;
Σήμερα, η Ουκρανία οικοδομεί ολοένα και περισσότερο τη δική της ανεξαρτησία. Αυτό φαίνεται καθαρά στο παράδειγμα των κρατικών προμηθειών: το μερίδιο των εισαγόμενων όπλων μειώθηκε από το 54% το 2022 στο 18% το 2025.
Δεν αυξήθηκαν μόνον οι όγκοι παραγωγής, αλλά και η ποικιλία της ουκρανικής στρατιωτικής παραγωγής. Και ακριβώς οι ουκρανικές τεχνολογικές εφαρμογές καθορίζουν όλο και συχνότερα την κατάσταση τόσο στη γραμμή του μετώπου όσο και βαθιά στα μετόπισθεν των Ρώσων.
Σήμερα, περίπου το ένα τρίτο της αμυντικής αγοράς μας αφορά την παραγωγή μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Τα περισσότερα πλήγματα στο μέτωπο πραγματοποιούνται ακριβώς με drones και περίπου το 96% αυτών παράγεται στην Ουκρανία, εν μέρει με εισαγόμενα εξαρτήματα, την εξάρτηση από τα οποία οι παραγωγοί μας επιδιώκουν να μειώσουν.
Η αποτελεσματικότητα του ουκρανικού αμυντικού και βιομηχανικού συμπλέγματος δεν καθορίζεται σήμερα από το μέγεθος των προϋπολογισμών, αλλά από την ταχύτητα αντίδρασης. Ακριβώς η ικανότητα γρήγορης προσαρμογής των τεχνολογιών στις πραγματικές συνθήκες του μετώπου, η ταχεία έναρξη της σειριακής παραγωγής τους και η αδιάλειπτη προμήθεια του στρατού με αυτές έδωσαν στους Ουκρανούς κατασκευαστές πλεονέκτημα έναντι πολλών δυτικών εταιρειών, οι οποίες λειτουργούν με πολύ μεγαλύτερους κύκλους ανάπτυξης.
Σήμερα, μάλιστα, είναι πλέον οι ξένες εταιρείες εκείνες που εκδηλώνουν όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για συνεργασία με ουκρανικές αμυντικές επιχειρήσεις.
Ωστόσο, παραμένει ένας από τους δυσκολότερους τομείς, στον οποίο η εξάρτηση από την εξωτερική βοήθεια εξακολουθεί να είναι κρίσιμη: η αντιπυραυλική άμυνα. Οι βαλλιστικοί πύραυλοι αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τις ουκρανικές πόλεις, τις κρίσιμες υποδομές και τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Γι’ αυτό, μία από τις βασικές προτεραιότητες για το ουκρανικό αμυντικό και βιομηχανικό σύμπλεγμα πρέπει να είναι η δημιουργία δικών του συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας και αναχαιτιστών βαλλιστικών στόχων. Δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα υποκατάστασης των εισαγωγών, αλλά για τη στρατηγική ανεξαρτησία του κράτους.
Πάνω σε αυτό εργάζεται σήμερα και η Fire Point. Πρόσφατα πραγματοποιήσαμε με επιτυχία τη δεύτερη δοκιμή του πυραύλου FP-7.x, κατά τη διάρκεια της οποίας εκτέλεσε μια πλήρως ελεγχόμενη πτήση με ελιγμούς. Ο πύραυλος αυτός αποτελεί την τεχνολογική βάση της μελλοντικής αντιβαλλιστικής ασπίδας FREYJA.
Στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε ένα σύστημα χάρη στο οποίο η Ουκρανία θα μπορεί να προστατεύσει μόνη της τον ουρανό της. Ακριβώς η ανάπτυξη εγχώριων δυνατοτήτων στον τομέα της αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας θα αποτελέσει το επόμενο μεγάλο βήμα προς την αμυντική αυτάρκεια της Ουκρανίας.
Μια χώρα που είναι ικανή όχι μόνο να πλήττει τον εχθρό, αλλά και να προστατεύει αυτόνομα τον εναέριο χώρο της από τις πιο σύνθετες απειλές, αποκτά ένα θεμελιωδώς διαφορετικό επίπεδο ασφάλειας και ανθεκτικότητας.
Η ιδιαιτερότητα του πυραύλου Flamingo
- Ποιες ουκρανικές τεχνολογικές εφαρμογές μπορούν σήμερα να αλλάξουν πραγματικά την κατάσταση στο μέτωπο;
Όταν μιλάμε για τεχνολογίες που ήδη επηρεάζουν πραγματικά την υπεροχή της Ουκρανίας στο πεδίο της μάχης και την ικανότητά της να αποτρέπει τη Ρωσία, μπορούμε να σχολιάσουμε μόνο τα συστήματα της δικής μας εταιρείας.
Σήμερα, τα ουκρανικά drones βαθιάς κρούσης, τα λεγόμενα deep strike drones, εξελίσσονται όλο και περισσότερο σε μια ασύμμετρη απάντηση στις ρωσικές πυραυλικές επιθέσεις και σε ένα από τα βασικά εργαλεία μεταφοράς του πολέμου στο έδαφος της Ρωσίας.
Σύμφωνα με πληροφορίες ουκρανικών και δυτικών ΜΜΕ, μεταξύ των βασικών μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για ουκρανικά πλήγματα μεγάλης εμβέλειας στο έδαφος της Ρωσικής Ομοσπονδίας κατά τα έτη 2025-2026 βρίσκονται τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη FP-1, τα οποία αναπτύχθηκαν και κατασκευάστηκαν από ειδικούς της Fire Point.
Υπάρχουν επίσημα στοιχεία του Γενικού Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων της Ουκρανίας: τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 2025, το 56% όλων των στόχων που επλήγησαν από ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη μεγάλης εμβέλειας αναλογούσε στα FP-1. Με τα FP-1 μας πραγματοποιούνται πλήγματα εναντίον υποδομών διύλισης πετρελαίου και καυσίμων, επιχειρήσεων της αμυντικής βιομηχανίας, στρατιωτικής εφοδιαστικής, αποθηκών πυρομαχικών, αεροδρομίων, κέντρων διοίκησης και συστημάτων αντιαεροπορικής άμυνας.
Στα μέσα Ιουνίου, ολόκληρος ο κόσμος είδε τις εικόνες από το διυλιστήριο πετρελαίου της Μόσχας που είχε τυλιχθεί στις φλόγες. Κατά τη διάρκεια εκείνης της επίθεσης, τα drones FP-1 διέσπασαν την πολυεπίπεδη αντιαεροπορική άμυνα που προστατεύει την πρωτεύουσα του εχθρού.
Εκσυγχρονίζουμε συνεχώς τα μέσα μας, προκειμένου να ενισχύουμε την υπεροχή της Ουκρανίας στο πεδίο της μάχης και να συμβάλουμε στην επίτευξη του στρατηγικού στόχου του κράτους μας σε αυτόν τον πόλεμο.
Η νέα έκδοση του FP-1 είναι ικανή να πλήττει στόχους σε απόσταση έως και 3.200 χιλιομέτρων. Πρόσφατα, τα drones αυτά επιτέθηκαν με επιτυχία στο διυλιστήριο του Ομσκ, το μεγαλύτερο στη Ρωσία, το οποίο βρίσκεται σε απόσταση 2.500 χιλιομέτρων από τα σύνορα της Ουκρανίας.
Τέτοιου είδους πλήγματα δεν μεταφέρουν απλώς τον πόλεμο στο έδαφος της Ρωσίας, αλλά αυξάνουν για το Κρεμλίνο το κόστος αυτού του πολέμου.
Η δεύτερη σημαντική ανάπτυξη της Fire Point είναι το επιθετικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος FP-2, της κατηγορίας front strike. Πρόκειται για ένα σύστημα που δημιουργήθηκε άμεσα με βάση τις ανάγκες του μετώπου. Συνδυάζει μια ισχυρή πολεμική κεφαλή, τη δυνατότητα επιχειρησιακής επανακατεύθυνσης προς τον στόχο σε πραγματικό χρόνο και σημαντικά χαμηλότερο κόστος σε σύγκριση με τα πυραυλικά μέσα προσβολής.
Το FP-2 χρησιμοποιείται ενεργά για την καταστροφή υποδομών εφοδιασμού, αποθηκών, σημείων ανάπτυξης δυνάμεων και άλλων ρωσικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην περιοχή κοντά στη γραμμή του μετώπου και στα προσωρινά κατεχόμενα εδάφη.
Στην ανανεωμένη έκδοσή του, το FP-2 απέκτησε πολεμική κεφαλή βάρους έως και 200 κιλών, ενώ η εμβέλεια πτήσης αυξήθηκε στα 370 χιλιόμετρα. Το μη επανδρωμένο αεροσκάφος μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ως φορέας FPV drones και μη κατευθυνόμενων αεροπορικών ρουκετών. Μία από τις παραλλαγές της ανανεωμένης έκδοσης εξοπλίζεται με δύο εκτοξευτές, καθένας από τους οποίους φέρει τέσσερις μη κατευθυνόμενες ρουκέτες S-5. Αυτό θα επιτρέπει στο drone να πλήττει εύφλεκτους και ελαφρά θωρακισμένους στόχους κατά τη διάρκεια της πτήσης του προς τον κύριο στόχο. Επιπλέον, η αναβάθμιση θα επιτρέψει την αύξηση της εμβέλειας πτήσης αυτού του drone front strike στα 700 χιλιόμετρα, με τη διατήρηση της πολεμικής κεφαλής της προηγούμενης έκδοσης του FP-2, βάρους 105 κιλών.
Ξεχωριστή αναφορά αξίζει ο πύραυλος FP-5 Flamingo. Συχνά χαρακτηρίζεται ως πύραυλος πολέμου, δηλαδή ως ένα όπλο εξαιρετικά πρακτικό, καταστροφικό και προσαρμοσμένο στην ταχεία σειριακή παραγωγή.
Η ιδιαιτερότητα του Flamingo έγκειται στο γεγονός ότι πρόκειται ουσιαστικά για ένα «ζωντανό» σύστημα, το οποίο βελτιώνεται διαρκώς, ανάλογα με τις αλλαγές στο πεδίο της μάχης και την εξέλιξη των ρωσικών συστημάτων αντιαεροπορικής άμυνας και ηλεκτρονικού πολέμου. Ακριβώς τέτοιου είδους λύσεις αναδεικνύουν τη νέα ουκρανική φιλοσοφία της μηχανικής: γρήγορη, ευέλικτη και ικανή να προσαρμόζεται στον σύγχρονο πόλεμο σχεδόν σε πραγματικό χρόνο.
Πύραυλοι Flamingo χρησιμοποιήθηκαν κατά την επίθεση εναντίον της ανώνυμης εταιρείας «VNIIR-Progress» στο Τσεμποκσάρι, μιας ρωσικής ηλεκτροτεχνικής και αμυντικής επιχείρησης που βρίσκεται σε απόσταση μεγαλύτερη των 900 χιλιομέτρων από τα ουκρανικά σύνορα.
Επίσης, ο Flamingo προκάλεσε καίριο πλήγμα στο εργοστάσιο του Βότκινσκ, στην Ουντμουρτία, μία από τις βασικές επιχειρήσεις της ρωσικής πυραυλικής βιομηχανίας, η οποία συμμετέχει στην παραγωγή των διηπειρωτικών βαλλιστικών πυραύλων RS-24 Yars και εξαρτημάτων για τα συστήματα Iskander.
Επιπλέον, κατέστρεψαν στο Βόλγκογκραντ το κεντρικό εργαστήριο του εργοστασίου «Titan-Barrikady» και έπληξαν ακόμη δύο εγκαταστάσεις του. Πρόκειται για μία στρατηγικής σημασίας και ίσως από τις πιο απόρρητες επιχειρήσεις του ρωσικού αμυντικού και βιομηχανικού συμπλέγματος, μία από τις λίγες που εξασφαλίζουν ολόκληρο τον κύκλο παραγωγής οπλικών συστημάτων: από τον σχεδιασμό και την επιστημονική έρευνα μέχρι τη σειριακή παραγωγή. Το εργοστάσιο κατασκευάζει εξαρτήματα για τα πυραυλικά συστήματα Oreshnik, Iskander-M, Topol-M και Yars.
Ωστόσο, ο βασικός παράγοντας επιτυχίας σήμερα δεν είναι μόνο κάποια συγκεκριμένη τεχνολογία, αλλά η δυνατότητα κλιμάκωσης της παραγωγής της. Ο σύγχρονος πόλεμος είναι ένας πόλεμος φθοράς, στον οποίο αποφασιστική σημασία έχει η δυνατότητα να παρέχονται γρήγορα, μαζικά και σε σταθερή βάση αποτελεσματικά μέσα προσβολής στις ένοπλες δυνάμεις.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η Fire Point, από την αρχή, δεν επένδυσε σε μεμονωμένα δείγματα οπλισμού, αλλά σε τεχνολογικά, σχετικά οικονομικά και κατάλληλα για σειριακή παραγωγή συστήματα, τα οποία μπορούν να παράγονται σε μεγάλες ποσότητες, ανάλογα με τις ανάγκες του μετώπου.
- Σε ποιο στάδιο βρίσκεται σήμερα το πρόγραμμα αντιβαλλιστικής άμυνας FREYJA;
Η εταιρεία Fire Point είναι η δημιουργός της ιδέας του ουκρανικού πολυεπίπεδου συστήματος αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας FREYJA, ενός πανευρωπαϊκού αντιβαλλιστικού συστήματος νέας γενιάς, ικανού να αναχαιτίζει βαλλιστικούς στόχους και να ενσωματώνει εξαρτήματα διαφορετικών κατασκευαστών σε ένα ενιαίο αμυντικό δίκτυο. Η Ουκρανία εργάζεται πάνω σε αυτό το πρόγραμμα από κοινού με τη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Νορβηγία και τη Σουηδία.
Το FREYJA είναι ένα πολυλειτουργικό σύστημα, ικανό να εκτελεί τόσο αποστολές αντιαεροπορικής όσο και αντιπυραυλικής άμυνας. Το βασικό πλεονέκτημα του συστήματος είναι η απουσία kill switch, δηλαδή συστήματος απομακρυσμένης απενεργοποίησης. Καμία χώρα παραγωγής ή μεσάζουσα χώρα δεν θα μπορεί να απενεργοποιήσει το σύστημα εξ αποστάσεως, γεγονός που εγγυάται στον κάτοχό του όχι μόνο ασφάλεια, αλλά και ανεξαρτησία στον τομέα της ασφάλειας.
Η εταιρεία μας είναι ο βασικός συστημικός ολοκληρωτής του συστήματος και θα είναι υπεύθυνη για τη συνολική αρχιτεκτονική του. Από τα εξαρτήματα που περιλαμβάνονται στο σύστημα, η Fire Point αναλαμβάνει την ανάπτυξη, την παραγωγή και την ενσωμάτωση των πυραύλων αναχαίτισης FP-7.x, των συστημάτων διοίκησης και των εκτοξευτών, καθώς και τη διασύνδεση όλων των εξαρτημάτων σε ένα ενιαίο σύστημα αντιπυραυλικής άμυνας.
Ο πύραυλος αναχαίτισης FP-7.x αποτελεί τη βάση του συστήματος. Είναι πλήρως έτοιμος και οι πρόσφατες δοκιμές επιβεβαίωσαν τα υψηλά πτητικά χαρακτηριστικά του. Κατά τη διάρκεια των δοκιμών, ο FP-7.x εκτέλεσε με επιτυχία σύνθετους ελιγμούς και πραγματοποίησε πτήση σε ύψος έως και 25 χιλιομέτρων. Ακριβώς τέτοιες παράμετροι είναι κρίσιμης σημασίας για την αναχαίτιση βαλλιστικών στόχων, οι οποίοι κινούνται με πολύ υψηλές ταχύτητες και σε μεγάλα ύψη.
Σημαντικό στάδιο στην υλοποίηση του προγράμματος FREYJA αποτέλεσε η υπογραφή συμφωνίας μεταξύ της Fire Point και του κορυφαίου γερμανικού αμυντικού ομίλου Hensoldt. Ο όμιλος θα αναλάβει την παραγωγή, τις δοκιμές και την παράδοση του εξαιρετικά ευκίνητου ραντάρ TRML-4D, το οποίο είναι ικανό να εντοπίζει και να παρακολουθεί ταυτόχρονα περισσότερους από 1.500 στόχους σε απόσταση έως και 250 χιλιομέτρων. Το νέο ραντάρ θα αποτελέσει βασικό στοιχείο του συστήματος εντοπισμού στόχων για το σύστημα FREYJA.
Η Hensoldt είναι ένας από τους κορυφαίους κατασκευαστές συστημάτων ραντάρ στην Ευρώπη και ήδη συνεργάζεται ενεργά με την Ουκρανία. Τα ραντάρ της χρησιμοποιούνται στα αντιαεροπορικά πυραυλικά συστήματα IRIS-T SLM, τα οποία έχουν επιδείξει υψηλή αποτελεσματικότητα στην προστασία του ουκρανικού εναέριου χώρου.
- Πώς αξιολογείτε τις τεχνολογικές δυνατότητες της Ρωσίας; Διαθέτει η Ρωσία νέες τεχνολογικές αναπτύξεις ή μπορεί να τις αποκτήσει στο άμεσο μέλλον, οι οποίες θα αποτελέσουν απειλή όχι μόνο για την Ουκρανία αλλά και για τις δυτικές χώρες;
Οι τεχνολογικές δυνατότητες της Ρωσίας δεν είναι τόσο υψηλές όσο μπορεί να φαίνεται.
Το σημερινό της πλεονέκτημα δεν βρίσκεται στη δημιουργία νέων τεχνολογιών, αλλά στην ικανότητά της να εκσυγχρονίζει γρήγορα ήδη υπάρχουσες αναπτύξεις, να τις προσαρμόζει στα εξαρτήματα που καταφέρνει να αποκτά παρακάμπτοντας τις κυρώσεις και να τις θέτει σε μαζική παραγωγή.
Από την έναρξη του πολέμου πλήρους κλίμακας, οι Ρώσοι δεν έχουν παρουσιάσει νέους τύπους πυραύλων που να έχουν αναπτυχθεί από το μηδέν. Οι σημερινοί τους πύραυλοι είναι εκσυγχρονισμένα σοβιετικά συστήματα, των οποίων η μαζική παραγωγή βασίζεται σε τεράστιες εισροές κρατικών κονδυλίων, στην εικοσιτετράωρη λειτουργία των εργοστασίων και στην γκρίζα εισαγωγή μικροκυκλωμάτων.
Ο Oreshnik, τον οποίο το Κρεμλίνο παρουσιάζει ως «όπλο του μέλλοντος», αποδείχθηκε ότι δεν αποτελεί τεχνολογική επανάσταση, αλλά έναν βαθύ εκσυγχρονισμό μιας σοβιετικής και ρωσικής ανάπτυξης, του βαλλιστικού πυραύλου μέσου βεληνεκούς RS-26 Rubezh.
Ουκρανοί ειδικοί μελέτησαν τα συντρίμμια και τα ηλεκτρονικά συστήματα του Oreshnik και διαπίστωσαν ότι στο εσωτερικό του υπάρχει μια βάση εξαρτημάτων ρωσικής και λευκορωσικής παραγωγής, με σημάνσεις των ετών 2014-2017.
Ο Oreshnik δεν είναι ένα καινοτόμο σύστημα. Για το Κρεμλίνο είναι, πρωτίστως, ένα εργαλείο ψυχολογικής πίεσης, το οποίο έχει στόχο να επιδείξει την ικανότητα μεταφοράς πυρηνικής κεφαλής. Στην ουσία, πρόκειται για μια παλιά κατασκευή, η οποία επανασυναρμολογήθηκε ώστε να παρουσιαστεί ως ο μύθος ενός υπερόπλου.
Τα όρια των τεχνολογικών δυνατοτήτων της Ρωσίας καταδεικνύονται καλά από την ιστορία του πυραύλου Sarmat. Η ανάπτυξή του άρχισε το 2009, ως αντικατάσταση του σοβιετικού διηπειρωτικού βαλλιστικού πυραύλου Voevoda, ο οποίος είχε σχεδιαστεί και κατασκευαστεί σε κορυφαίες ουκρανικές επιχειρήσεις στο Ντνίπρο και στο Χάρκοβο.
Από τις επτά δοκιμές του Sarmat, οι πέντε κατέληξαν σε αποτυχία. Μία από αυτές μετατράπηκε μάλιστα σε καταστροφή: ο πύραυλος εξερράγη μέσα στο ίδιο το σιλό εκτόξευσης, καταστρέφοντας την εγκατάσταση και αφήνοντας έναν κρατήρα διαμέτρου 60 μέτρων.
Η δυσκολία δημιουργίας του Sarmat μετά την απώλεια της ουκρανικής τεχνολογικής βάσης έγκειται στο γεγονός ότι η Ρωσία προσπαθεί όχι απλώς να αντιγράψει έναν παλιό πύραυλο, αλλά να αναδημιουργήσει από το μηδέν ένα ολόκληρο επιστημονικό και παραγωγικό οικοσύστημα, το οποίο δεν υπήρξε ποτέ στο έδαφός της.
Η Δύση δεν πρέπει να φοβάται τις μυθικές «υπερτεχνολογίες» του Κρεμλίνου, αλλά μια απολύτως πραγματική τριπλή απειλή, στην οποία ο βασικός κίνδυνος είναι η μελέτη και η αντιγραφή από τη Ρωσία ουκρανικών τεχνολογικών αναπτύξεων.
Η Ουκρανία έγινε σε αυτόν τον πόλεμο ο βασικός καινοτόμος στην ανάπτυξη ασύμμετρων λύσεων, από μη επανδρωμένα συστήματα έως νέα πρωτόκολλα επικοινωνίας.
Το ρωσικό αμυντικό και βιομηχανικό σύμπλεγμα έχει δημιουργήσει μια ολόκληρη γραμμή παραγωγής αντίστροφης μηχανικής. Χρησιμοποιεί ουκρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη και θαλάσσια drones που έχουν καταρριφθεί ή καταληφθεί, προκειμένου να αναλύσει και να αντιγράψει αποτελεσματικές λύσεις, τις οποίες στη συνέχεια προσαρμόζει στις δικές του δυνατότητες και θέτει σε σειριακή παραγωγή. Στην ουσία, πολεμώντας εναντίον της Ουκρανίας, η Ρωσία εκσυγχρονίζει τον στρατό της, κλέβοντας ουκρανικές στρατιωτικές και τεχνολογικές αναπτύξεις.
Δεύτερον, οι Ρώσοι αναλύουν τα υπολείμματα δυτικών πυραύλων ακριβείας και μη επανδρωμένων αεροσκαφών που έχουν παραδοθεί στην Ουκρανία και εκσυγχρονίζουν τα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου τους.
Με αυτόν τον τρόπο ενισχύουν την ανθεκτικότητα των δικών τους πυραύλων και drones απέναντι στα δυτικά συστήματα παρεμβολών και αυξάνουν την αποτελεσματικότητα των δικών τους συστημάτων καταστολής εναντίον των όπλων του ΝΑΤΟ.
Τρίτον, οι Ρώσοι, οι οποίοι δεν παράγουν οι ίδιοι μικροκυκλώματα, αγοράζουν στην κινεζική αγορά μεγάλες ποσότητες μικροκυκλωμάτων διπλής χρήσης και τα προσαρμόζουν σε στρατιωτικό λογισμικό, με σκοπό τη δημιουργία φθηνών αυτοματοποιημένων συστημάτων προσβολής.
Επομένως, η Ρωσία μελετά σε πραγματικό χρόνο ουκρανικές και δυτικές τεχνολογικές αναπτύξεις και τις προσαρμόζει γρήγορα. Μακροπρόθεσμα, αυτό το μοντέλο μπορεί να εξελιχθεί στη δημιουργία δικών της συστημάτων, τα οποία θα αποτελούν απειλή για τις ευρωπαϊκές χώρες.