Οι νέες λεπτομέρειες, σύμφωνα με τον ίδιο, αναμένεται να δημοσιοποιηθούν τον Φεβρουάριο, αναζωπυρώνοντας μια υπόθεση που εδώ και χρόνια αποτελεί αντικείμενο έντονων θεωριών και πολιτικών αντιπαραθέσεων.
Νέες αμφιβολίες γύρω από τον θάνατο του Jeffrey Epstein επανέρχονται στο προσκήνιο, έπειτα από δηλώσεις του αδελφού του, ο οποίος υποστηρίζει ότι επικείμενες αποκαλύψεις από την ιατροδικαστική εξέταση θα αποδείξουν πως ο καταδικασμένος παιδόφιλος δεν αυτοκτόνησε στη φυλακή το 2019, αλλά δολοφονήθηκε. Οι νέες λεπτομέρειες, σύμφωνα με τον ίδιο, αναμένεται να δημοσιοποιηθούν τον Φεβρουάριο, αναζωπυρώνοντας μια υπόθεση που εδώ και χρόνια αποτελεί αντικείμενο έντονων θεωριών και πολιτικών αντιπαραθέσεων.
«Ο Τζέφρι δολοφονήθηκε»
«Ο Τζέφρι δολοφονήθηκε και περισσότερα ιατροδικαστικά στοιχεία θα δοθούν στη δημοσιότητα τον Φεβρουάριο που το αποδεικνύουν», δήλωσε ο αδελφός του, Mark Epstein, σε προ ημερών συνέντευξή του στο NewsNation. Ο Μαρκ Έπσταϊν ήταν ο άνθρωπος που κλήθηκε να αναγνωρίσει τη σορό του αδελφού του, όταν ο τελευταίος βρέθηκε νεκρός στο κελί του σε ομοσπονδιακή φυλακή της Νέας Υόρκης, ενώ περίμενε να δικαστεί για κατηγορίες σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων.
Aμφιβολίες γύρω από το επίσημο πόρισμα
Όπως υποστηρίζει, τα τραύματα που παρατήρησε στο σώμα του αδελφού του δεν συνάδουν με τον τρόπο που, σύμφωνα με τις αρχές, βρέθηκε απαγχονισμένος στο κελί του. Η αμφισβήτηση αυτή οδήγησε τον Μαρκ Έπσταϊν να προσλάβει τον ιατροδικαστή Μάικλ Μπέιντεν, πρώην επικεφαλής ιατροδικαστή της Νέας Υόρκης, προκειμένου να παρακολουθήσει τη νεκροψία που διενεργήθηκε από τις δημοτικές αρχές. Ο Μπέιντεν είχε δηλώσει ήδη από το 2019 ότι τα ευρήματα «δείχνουν περισσότερο προς ανθρωποκτονία παρά προς αυτοκτονία», ενισχύοντας τις αμφιβολίες γύρω από το επίσημο πόρισμα.
Παρά τις επισημάνσεις αυτές, πολλαπλές επίσημες έρευνες έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Έπσταϊν έθεσε ο ίδιος τέλος στη ζωή του. Έκθεση του γενικού επιθεωρητή του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ το 2023 αναγνώρισε σοβαρές αποτυχίες στην επιτήρηση και τη λειτουργία της φυλακής, οι οποίες συνέβαλαν στον θάνατό του, χωρίς ωστόσο να διαπιστώσει εμπλοκή τρίτων. Το πόρισμα περιέγραφε ένα πλέγμα παραλείψεων, από δυσλειτουργικές κάμερες έως ανεπαρκή φύλαξη, που δημιούργησαν τις συνθήκες για το μοιραίο περιστατικό.
Η υπόθεση επανεξετάστηκε εκ νέου το 2025, στο πλαίσιο πίεσης προς τις αρχές να αποχαρακτηρίσουν και να δημοσιοποιήσουν περισσότερα έγγραφα που σχετίζονται με τον Έπσταϊν. Τόσο το Department of Justice όσο και το Federal Bureau of Investigation επανέλεγξαν το διαθέσιμο υλικό και επιβεβαίωσαν εκ νέου ότι ο θάνατος ήταν αυτοκτονία, παρά τις επίμονες θεωρίες περί δολοφονίας.
Οι θεωρίες παραμένουν ιδιαίτερα διαδεδομένες
Οι θεωρίες αυτές, ωστόσο, παραμένουν ιδιαίτερα διαδεδομένες. Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο Έπσταϊν θα μπορούσε να έχει δολοφονηθεί προκειμένου να προστατευθούν ισχυροί φίλοι και συνεργάτες του, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονταν υψηλόβαθμα στελέχη επιχειρήσεων και πολιτικοί ηγέτες παγκόσμιας εμβέλειας. Η αδυναμία πλήρους διαλεύκανσης της υπόθεσης, σε συνδυασμό με το ιστορικό διασυνδέσεων του Έπσταϊν, έχει ενισχύσει τη δυσπιστία μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης.
Ο Μαρκ Έπσταϊν επιμένει ότι η λογική αφήνει ελάχιστα περιθώρια αμφιβολίας. «Υπάρχουν μόνο τρεις τρόποι να πεθάνει κανείς στη φυλακή: αυτοκτονία, φυσικά αίτια ή δολοφονία. Και ο Τζεφ δολοφονήθηκε», δήλωσε, προσθέτοντας ότι θέλει να μάθει ποιος ευθύνεται και για λογαριασμό ποιου ενήργησε. Οι δηλώσεις αυτές έρχονται να ενισχύσουν μια αφήγηση που, αν και δεν έχει επιβεβαιωθεί από τις αρχές, συνεχίζει να βρίσκει απήχηση.
Η συζήτηση γύρω από τον Έπσταϊν έχει επίσης πολιτικές προεκτάσεις. Η μερική και, σύμφωνα με επικριτές, αποσπασματική δημοσιοποίηση των λεγόμενων «φακέλων Έπσταϊν» από την κυβέρνηση του Donald Trump έχει τροφοδοτήσει περαιτέρω τη δυσπιστία. Αν και η κυβέρνηση αρνείται κάθε απόπειρα συγκάλυψης, το γεγονός ότι δεν έχουν δοθεί στη δημοσιότητα όλα τα σχετικά έγγραφα έχει ενισχύσει τις υποψίες ότι σημαντικές πληροφορίες παραμένουν κρυφές.
Η κυβέρνηση έχει απορρίψει τους ισχυρισμούς αυτούς
Ο ίδιος ο Λευκός Οίκος έχει βρεθεί αντιμέτωπος με κατηγορίες ότι επιχειρεί να περιορίσει το εύρος των αποκαλύψεων, λόγω της παλαιότερης κοινωνικής σχέσης του Τραμπ με τον Έπσταϊν. Η κυβέρνηση έχει απορρίψει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς αυτούς, υποστηρίζοντας ότι ο πρόεδρος δεν γνώριζε ούτε συμμετείχε σε οποιαδήποτε παράνομη δραστηριότητα του χρηματιστή.
Η πίεση, ωστόσο, αυξάνεται και στο Κογκρέσο. Μια σπάνια διακομματική αντίδραση οδήγησε στην ψήφιση νομοθεσίας που υποχρεώνει την κυβέρνηση να δημοσιοποιήσει περισσότερα στοιχεία για την υπόθεση. Ορισμένοι βουλευτές κατηγορούν πλέον την κυβέρνηση ότι δεν συμμορφώνεται πλήρως με τις προβλέψεις του νόμου και έχουν προαναγγείλει κινήσεις για την απόδοση ευθυνών, ακόμη και με διαδικασίες περιφρόνησης του Κογκρέσου εις βάρος της υπουργού Δικαιοσύνης, Pam Bondi.
Στο μεταξύ, η υπόθεση συνεχίζει να σκιάζεται από ερωτήματα και αντικρουόμενες αφηγήσεις. Από τη μία, τα επίσημα πορίσματα που μιλούν για αυτοκτονία· από την άλλη, οι επίμονες καταγγελίες της οικογένειας και η ευρεία καχυποψία της κοινής γνώμης. Οι ανακοινώσεις που αναμένονται τον Φεβρουάριο ενδέχεται να αναζωπυρώσουν εκ νέου τη συζήτηση, χωρίς να είναι βέβαιο αν θα κλείσουν οριστικά ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της πρόσφατης αμερικανικής ιστορίας ή αν θα προσθέσουν νέα ερωτήματα σε μια ήδη περίπλοκη υπόθεση.