Οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ εκτιμούν ότι η Κίνα αναπτύσσει νέα γενιά πυρηνικών όπλων και πραγματοποίησε τουλάχιστον μία μυστική δοκιμή τα τελευταία χρόνια σε μια προσπάθεια ριζικού μετασχηματισμού του οπλοστασίου της.
Σύμφωνα με πηγές με γνώση των αξιολογήσεων, που επικαλείται το CNN, η δοκιμή φέρεται να έγινε τον Ιούνιο του 2020 στην εγκατάσταση του Lop Nur, στη βορειοδυτική Κίνα, παρά το μορατόριουμ στις πυρηνικές δοκιμές που έχει ανακοινώσει το Πεκίνο από το 1996.
Αμερικανοί αξιωματούχοι αποκάλυψαν δημοσίως αυτόν τον μήνα την ακριβή ημερομηνία, τοποθεσία και σεισμικά δεδομένα της έκρηξης στην Κίνα, υποστηρίζοντας ότι τα στοιχεία δεν συνάδουν με εξορυκτικές δραστηριότητες ή φυσικό σεισμό. Ο υφυπουργός Εξωτερικών για τον Έλεγχο Εξοπλισμών Τόμας ΝτιΝάνο κατηγόρησε ανοιχτά την Κίνα ότι επιχείρησε να αποκρύψει πυρηνικές δοκιμές με αποδόσεις εκρηκτικής ισχύος εκατοντάδων τόνων, ενώ ο βοηθός υπουργός Κρίστοφερ Γιόου αναφερόμενος προ ημερών στη δοκιμή του Ιουνίου του 2020 έκανε λόγο για «έκρηξη» μεγέθους 2,75 Ρίχτερ, «όπως θα ανέμενε κανείς από πυρηνική εκρηκτική δοκιμή».
Ώθηση της Κίνας για «πυρηνική ισοτιμία» με ΗΠΑ και Ρωσία
Η εκτίμηση ότι η Κίνα επιδιώκει ένα ποιοτικό άλμα στα πυρηνικά της όπλα τροφοδοτεί συζήτηση εντός της αμερικανικής κοινότητας πληροφοριών για πιθανή μετατόπιση της κινεζικής στρατηγικής. Αν και το κινεζικό πυρηνικό οπλοστάσιο παραμένει μικρότερο από εκείνα των ΗΠΑ και της Ρωσίας, η ταχεία παραγωγή κεφαλών και οι επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες φέρνουν το Πεκίνο πιο κοντά σε καθεστώς «ισότιμης δύναμης».
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η Κίνα επιδιώκει την ανάπτυξη συστημάτων ικανών να μεταφέρουν πολλαπλές, σμικρυμένες πυρηνικές κεφαλές με έναν μόνο πύραυλο (MIRVs), καθώς και πυρηνικά όπλα χαμηλής απόδοσης για τακτική χρήση -μια κατηγορία που δεν διέθετε μέχρι σήμερα. Τέτοιες δυνατότητες θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε περιφερειακά σενάρια κρίσης, ακόμη και σε περίπτωση αμερικανικής εμπλοκής για την υπεράσπιση της Ταϊβάν.
Έκθεση του 2024 από τη Defense Intelligence Agency αναφέρει ότι η Κίνα βρίσκεται στη «ταχύτερη και πιο φιλόδοξη επέκταση και εκσυγχρονισμό» των πυρηνικών της δυνάμεων στην ιστορία της, με σαφή προσανατολισμό τον στρατηγικό ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ.
Φόβοι προληπτικού πλήγματος
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η Κίνα έχει πραγματοποιήσει μόλις 45 πυρηνικές δοκιμές, πολλές εξ αυτών ατμοσφαιρικές και με περιορισμένη καταγραφή δεδομένων. Ο ειδικός στον έλεγχο εξοπλισμών Τζέφρι Λιούις έχει υποστηρίξει ότι οι Κινέζοι ειδικοί ίσως δεν διαθέτουν επαρκή βάση δεδομένων για σύγχρονα όπλα - στοιχείο που, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, εξηγεί ενδεχόμενη επανέναρξη εκρηκτικών δοκιμών.
Παράλληλα, το Πεκίνο φέρεται να επενδύει σε ευελιξία και «επιβιωσιμότητα» των συστημάτων του, λόγω διαχρονικού φόβου ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να εξουδετερώσουν το σύνολο των κινεζικών δυνάμεων σε ένα προληπτικό πλήγμα. Πηγές αναφέρουν ότι το 2020, ενόψει των αμερικανικών εκλογών, Κινέζοι αξιωματούχοι εξέφραζαν ανησυχίες για πιθανή κλιμάκωση.
Η διάψευση του Πεκίνου και η διπλωματική διάσταση
Η κινεζική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον απέρριψε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς, κάνοντας λόγο για «διαστρέβλωση» της πυρηνικής πολιτικής της χώρας και πολιτική χειραγώγηση. Το Πεκίνο επαναλαμβάνει ότι ακολουθεί το δόγμα «μη πρώτης χρήσης» πυρηνικών και τηρεί το μορατόριουμ δοκιμών, καλώντας τις ΗΠΑ να σεβαστούν τις δικές τους δεσμεύσεις.
Η χρονική στιγμή της αποκάλυψης - σχεδόν έξι χρόνια μετά το φερόμενο συμβάν - θεωρείται από ορισμένους αναλυτές ενδεικτική της πίεσης της Ουάσιγκτον να εντάξει την Κίνα σε ένα νέο πλαίσιο ελέγχου πυρηνικών εξοπλισμών. Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξης αμερικανικών πυρηνικών δοκιμών και επιδιώκει μια συμφωνία που θα περιλαμβάνει και το Πεκίνο - κάτι που μέχρι στιγμής απορρίπτει ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι καθώς το παραδοσιακό πλαίσιο ελέγχου εξοπλισμών καταρρέει, η Κίνα επιταχύνει την πυρηνική της επέκταση. Η εξέλιξη αυτή, σημειώνουν, επηρεάζει τον παγκόσμιο στρατηγικό συσχετισμό δυνάμεων και υποχρεώνει τις ΗΠΑ να αναπροσαρμόσουν τον σχεδιασμό τους ενόψει πιθανών μελλοντικών συγκρούσεων.