Η εναρκτήρια ομιλία του νέου Βρετανού πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ είχε έναν σαφή πολιτικό στόχο: να αναγγείλει το «τέλος του Θατσερισμού».
Δεν επρόκειτο για μια απλή προγραμματική δήλωση, αλλά για μια ιδεολογική διακήρυξη. Σχεδόν μισό αιώνα μετά την άνοδο της Μάργκαρετ Θάτσερ στην εξουσία, ο νέος ένοικος της Ντάουνινγκ Στριτ επιχειρεί να πείσει ότι η εποχή της κυριαρχίας των αγορών τελείωσε και ότι έφθασε η ώρα για την επιστροφή ενός ισχυρότερου κράτους.
«Η Βρετανία πήρε λάθος στροφές τη δεκαετία του 1980» είπε, σηματοδοτώντας το φιλόδοξο πλάνο να ροκανίσει τον θατσερισμό, τις βασικές αρχές του οποίου δεν αμφισβήτησαν οι επόμενοι πρωθυπουργοί, συμπεριλαμβανομένου και του Τόνι Μπλερ.
Η σηματοδότηση μιας άλλης πολιτικής συνοδεύεται από εκτιμήσεις ότι «ο κόσμος έχει μπουχτίσει με την πολιτική», με τις οποίες -εκτός των άλλων- επιχειρεί να αποδομήσει και τις λαϊκίστικες διακηρύξεις του Φάρατζ, που βρίσκουν απήχηση στην κοινή γνώμη.
Το ερώτημα είναι αν πρόκειται για την αρχή μιας νέας ιστορικής εποχής ή για μια πολιτική υπόσχεση που δύσκολα μπορεί να επιβιώσει απέναντι στις οικονομικές πραγματικότητες. Η Θάτσερ δεν άλλαξε μόνο τις κυβερνητικές πολιτικές της Βρετανίας. Άλλαξε το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξαγόταν η πολιτική αντιπαράθεση. Οι ιδιωτικοποιήσεις, η απορρύθμιση των αγορών, η μείωση της ισχύος των συνδικάτων και η αντίληψη ότι ο ιδιωτικός τομέας αποτελεί τον βασικό μοχλό ανάπτυξης επιβίωσαν όχι μόνο των Συντηρητικών αλλά και των κυβερνήσεων των Εργατικών.
Ο Μπέρναμ φιλοδοξεί να κάνει το αντίθετο. Να επιτύχει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, με το οποίο το κράτος θα επιστρέψει ως στρατηγικός επενδυτής, ως ρυθμιστής της οικονομίας και ως εγγυητής της κοινωνικής συνοχής. Η έμφαση στην αποκέντρωση, στην κοινωνική κατοικία, στις δημόσιες υπηρεσίες και στις περιφέρειες υπηρετεί αυτήν την κατεύθυνση.
Ποιος μπορεί να διαφωνήσει με τις αναγκαιότητες αυτές; Το θέμα δεν είναι όμως οι προθέσεις, αλλά και το πώς μπορούν να εφαρμοστούν. Κι εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.
Η Βρετανία του 2026 δεν είναι καν η Βρετανία της κρίσης του 1979. Η χώρα είναι πολύ πιο εξαρτημένη από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίου, το δημόσιο χρέος αγγίζει τα τρία τρισεκατομμύρια λίρες -κοντά στο 100% του ΑΕΠ-, η πίεση για αύξηση των αμυντικών δαπανών είναι μεγάλη, ενώ η ανάπτυξη παραμένει υποτονική. Κάθε σημαντική διεύρυνση του ρόλου του κράτους προϋποθέτει είτε υψηλότερους φόρους είτε περισσότερο δανεισμό είτε χαμηλότερες δαπάνες αλλού. Καμία από αυτές τις επιλογές δεν είναι πολιτικά ανώδυνη.
Αυτός είναι και ο πρώτος μεγάλος γρίφος του εγχειρήματος. Ο Μπέρναμ υπόσχεται ταυτόχρονα μεγαλύτερο κράτος και δημοσιονομική πειθαρχία. Η πολιτική εμπειρία δείχνει ότι αυτός ο συνδυασμός είναι εξαιρετικά δύσκολος. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και ο Τόνι Μπλερ, σε πολύ ευνοϊκότερες οικονομικές συνθήκες, απέφυγε να ανατρέψει τον βασικό κορμό του οικονομικού μοντέλου που κληρονόμησε.
Ο Μπέρναμ δηλώνει αποφασισμένος να αντιπαρατεθεί με τις αγορές. Όμως το «βαρόμετρο» του κόστους δανεισμού είναι αμείλικτο. Ήδη η χώρα δανείζεται με επιτόκιο 4%.
Το πρόβλημα είναι ότι οι αγορές δεν καταργούνται με πολιτικές διακηρύξεις - το έχουμε βιώσει στο πετσί μας με το χειρότερο τρόπο κατά τη διάρκεια της κρίσης. Μπορούν μέσα σε λίγες ημέρες να αυξήσουν το κόστος δανεισμού μιας χώρας, να πιέσουν το νόμισμά της και να περιορίσουν δραστικά τα περιθώρια άσκησης οικονομικής πολιτικής. Ήταν άλλωστε ο λόγος της κατάρρευσης της Λιζ Τρας μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Υπάρχει και μια τρίτη αντίφαση. Αν πράγματι ο Μπέρναμ θεωρεί ότι ο θατσερισμός τελείωσε, τότε γιατί δεν εξαγγέλλει μαζικές κρατικοποιήσεις; Η απάντηση είναι προφανής: επειδή γνωρίζει ότι το κόστος είναι δυσθεώρητο. Το πιθανότερο είναι ότι θα επιδιώξει μεγαλύτερο δημόσιο έλεγχο στους σιδηροδρόμους -που ήδη ένα μέρος τους έχει γυρίσει στο κράτος λόγω της λήξης των συμβάσεων με ιδιώτες-, αυστηρότερη εποπτεία στην ύδρευση, περισσότερες δημόσιες επενδύσεις με ενίσχυση της κοινωνικής κατοικίας. Όλα αυτά όμως αποτελούν αναγνωριστικές βολές απέναντι στο θατσερικό οικοδόμημα.
Γι' αυτό και η φράση «τέλος του θατσερισμού» μοιάζει περισσότερο με πολιτικό σύνθημα παρά με ακριβή περιγραφή κυβερνητικού σχεδίου, που ο κ. Μπέρναμ επιφυλάσσεται να εξαγγείλει προσεχώς. Πιθανότατα, δεν επιδιώκει την κατάργηση της οικονομίας της αγοράς, αλλά τη διόρθωση των αδυναμιών της. Αν αυτό ισχύει, τότε δεν μιλάμε για ανατροπή του θατσερισμού, αλλά για μια πιο κοινωνική εκδοχή του.
Πάντως, το εξαγγελθέν εγχείρημα αποκτά και μια διεθνή διάσταση. Αν η Βρετανία κατορθώσει να αυξήσει τον ρόλο του κράτους, να βελτιώσει τις δημόσιες υπηρεσίες, να μειώσει τις περιφερειακές ανισότητες και ταυτόχρονα να διατηρήσει την εμπιστοσύνη των αγορών, τότε πράγματι θα δημιουργηθεί ένα νέο πρότυπο για πολλές δυτικές δημοκρατίες.
Δεν είναι λίγες οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη που αναζητούν σήμερα μια νέα ισορροπία ανάμεσα στην αγορά και το κράτος, ενώ ήδη πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, μετά την όχι και τόσο επιτυχή επένδυση των ελπίδων τους στον Ισπανό πρωθυπουργό Σάντσεθ, σπεύδουν να συνδέσουν το όραμά τους με αυτό του νέου Βρετανού πρωθυπουργού.
Ακριβώς γι' αυτό, όμως, το στοίχημα είναι τόσο μεγάλο. Αν ο Μπέρναμ αποτύχει, δεν θα αποτύχει μόνο μια ακόμη κυβέρνηση. Θα ενισχυθεί η άποψη ότι, παρά τα προβλήματα και τις ανισότητες που δημιούργησε, ο θατσερισμός εξακολουθεί να αποτελεί το μοναδικό βιώσιμο πλαίσιο λειτουργίας μιας σύγχρονης οικονομίας.
Η Θάτσερ κέρδισε μια μάχη για τη Βρετανία, που κράτησε σχεδόν 50 χρόνια, και έδωσε το παράδειγμα για ανάλογα μοντέλα σε αρκετές χώρες της Ευρώπης. Ο Μπέρναμ δηλώνει ότι ήρθε η ώρα να τη λήξει. Όμως, στην πολιτική οι ιστορικές εποχές δεν τελειώνουν επειδή το ανακοινώνει ένας πρωθυπουργός. Τελειώνουν όταν αλλάζουν οι θεσμοί, οι συσχετισμοί και, κυρίως, όταν οι νέες πολιτικές αποδεικνύονται αποτελεσματικότερες από τις παλιές.
Η Μάργκαρετ Θάτσερ έχει αποδημήσει εις Κύριον εδώ και πολλά χρόνια. Ο θατσερισμός, όμως, μπορεί να αποδειχτεί πολύ σκληρός για να πεθάνει. Η συνέχεια της αναμέτρησης αναμένεται με ενδιαφέρον.