Μια βομβιστική επίθεση στο Μονακό, ένας Ουκρανός εκατομμυριούχος, μια γυναίκα που φέρεται να τοποθέτησε τη βόμβα και μια δολοφονία λίγες ημέρες αργότερα συνθέτουν ένα θρίλερ με πολλά αναπάντητα ερωτήματα.
- Η 39χρονη Αναστασία Μπερεζόφσκα ταυτοποιήθηκε ως υπεύθυνη για τη βομβιστική επίθεση στο Μονακό κατά του ολιγάρχη Βάντιμ Γερμολάεφ, αφού κάμερες την κατέγραψαν να παρακολουθεί τον στόχο της, αποκαλύπτοντας το πρόσωπό της και ένα χαρακτηριστικό τατουάζ.
- Μετά την επίθεση, η δράστις διέφυγε οδικώς μέσω Γαλλίας στη Γερμανία, όπου εγκατέλειψε το νοικιασμένο όχημα. Στη συνέχεια ταξίδεψε με λεωφορείο στην Ουκρανία μέσω Πολωνίας, προτού οι αρχές του Μονακό την ταυτοποιήσουν και εκδώσουν ένταλμα.
- Επιστρέφοντας στην Ουκρανία, συναντήθηκε με δύο άνδρες, έναν εν ενεργεία αξιωματικό της υπηρεσίας πληροφοριών GUR και έναν πρώην αστυνομικό, οι οποίοι της είχαν καταβάλει χρήματα για την αποστολή, την οποία εκείνοι θεωρούσαν μυστική επιχείρηση.
- Οι δύο άνδρες την οδήγησαν σε δασική περιοχή όπου τη δολοφόνησαν, δίνοντας αντικρουόμενες εκδοχές για το ποιος πάτησε τη σκανδάλη. Το κίνητρο της αρχικής επίθεσης και ο ηθικός αυτουργός παραμένουν άγνωστοι, καθώς η Μπερεζόφσκα δεν πρόλαβε να μιλήσει.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η 39χρονη Αναστασία Μπερεζόφσκα, την οποία οι Αρχές του Μονακό θεωρούν υπεύθυνη για την τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού έξω από την πολυτελή κατοικία του Ουκρανού ολιγάρχη Βάντιμ Γερμολάεφ.
Η έκρηξη σημειώθηκε στις 29 Ιουνίου και τραυμάτισε σοβαρά τον ολιγάρχη, τη σύντροφό του και τον 13χρονο γιο του. Αρχικά οι ερευνητές αναζητούσαν έναν άνδρα με μαύρο καπέλο. Τρεις ημέρες αργότερα διαπίστωσαν ότι ο ύποπτος ήταν γυναίκα.
Μία εβδομάδα μετά την επίθεση, η Μπερεζόφσκα βρέθηκε νεκρή, θαμμένη σε πρόχειρο τάφο σε δασική περιοχή κοντά στο Κίεβο.
Έρευνα του CNN, που βασίστηκε σε μαρτυρίες, δικαστικά έγγραφα και συνεντεύξεις με εμπλεκόμενους στην υπόθεση, αποκαλύπτει μια ιστορία με πολλές ανατροπές, αλλά και ένα βασικό ερώτημα που παραμένει αναπάντητο: ποιος βρισκόταν πίσω από την επίθεση στον Γερμολάεφ;
Η βόμβα και η διαφυγή της 39χρονης από το Μονακό στην Ουκρανία
Σύμφωνα με τις Αρχές του Μονακό, η Μπερεζόφσκα είχε παρακολουθήσει επί ημέρες τον Γερμολάεφ. Κάμερες ασφαλείας την κατέγραψαν αρκετές φορές έξω από την κατοικία του μεταξύ 26 και 29 Ιουνίου.
Στις περισσότερες εμφανίσεις της φορούσε φαρδιά ρούχα και μαύρο καπέλο. Ωστόσο, σε μία περίπτωση εμφανίστηκε χωρίς μεταμφίεση, αποκαλύπτοντας το πρόσωπό της και το χαρακτηριστικό τατουάζ φιδιού στο χέρι της. Αυτό, σύμφωνα με τους ερευνητές, βοήθησε στην ταυτοποίησή της.
Βίντεο που έδωσαν στη δημοσιότητα οι ουκρανικές Αρχές φέρεται να δείχνει μια γυναίκα με μαύρο καπέλο, σκούρα ρούχα και λευκή τσάντα να πλησιάζει την κατοικία και να αφήνει ένα μαύρο σακίδιο στην είσοδο.
Ο Γερμολάεφ και η οικογένειά του εμφανίζονται να πλησιάζουν λίγα μέτρα πίσω της. Περίπου 20 δευτερόλεπτα μετά, σημειώνεται η έκρηξη.
Οι ουκρανικές Αρχές υποστηρίζουν ότι η Μπερεζόφσκα είχε τοποθετήσει κρυφή κάμερα για να καταγράψει την επίθεση και να αποδείξει ότι είχε «εκτελέσει την εντολή».
Μετά την επίθεση κατάφερε να φύγει από το Μονακό, να περάσει στη Γαλλία και στη συνέχεια να οδηγήσει μέχρι τη Γερμανία. Το νοικιασμένο αυτοκίνητο βρέθηκε εγκαταλελειμμένο στη Φρανκφούρτη.
Ακολούθως ταξίδεψε με λεωφορείο στην Ουκρανία μέσω Πολωνίας. Πέρασε τα σύνορα την 1η Ιουλίου, προτού οι Αρχές του Μονακό την ταυτοποιήσουν ως ύποπτη.
Την επόμενη ημέρα εκδόθηκε διεθνές ένταλμα σύλληψης και ενημερώθηκε η Interpol.
Τα 7.000 ευρώ και οι δύο άνδρες
Η Μπερεζόφσκα επέστρεψε στο χωριό Χοροντίστσε, κοντά στο Ζιτόμιρ, όπου είχε γεννηθεί και ζούσε η μητέρα της.
Στις 3 Ιουλίου, σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα, ζήτησε από τη μητέρα της να την πάει σε πρατήριο καυσίμων. Από εκεί πήρε ταξί προς το Κίεβο, έχοντας δώσει στον οδηγό συγκεκριμένη τοποθεσία μέσω GPS.
Στη συνέχεια φέρεται να επιβιβάστηκε σε μια μαύρη BMW, όπου βρίσκονταν δύο άνδρες: ο Βλάντισλαβ Ρόιτ και ο Βιτάλι Ζίκοβιτς.
Οι ουκρανικές Αρχές υποστηρίζουν ότι οι δύο άνδρες επικοινωνούσαν μαζί της πριν από την επίθεση και της είχαν καταβάλει χρήματα μέσω κρυπτονομισμάτων και τραπεζικών μεταφορών. Ο δικηγόρος του Ζίκοβιτς υποστηρίζει ότι οι πληρωμές ανέρχονταν συνολικά σε 6.000 έως 7.000 ευρώ.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι ο πελάτης του πίστευε πως συμμετείχε σε μυστική αποστολή των ουκρανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Οι ουκρανικές Αρχές αρνούνται οποιαδήποτε τέτοια εμπλοκή.
Η υπόθεση περιπλέκεται από το γεγονός ότι ο Ρόιτ ήταν εν ενεργεία αξιωματικός της ουκρανικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών GUR την περίοδο της επίθεσης. Παραδέχθηκε ότι συμμετείχε στη δολοφονία της Μπερεζόφσκα, αλλά υποστήριξε ότι ενήργησε χωρίς γνώση των ανωτέρων του.
Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Ζίκοβιτς, είχε εργαστεί στο παρελθόν στις υπηρεσίες επιβολής του νόμου.
Η δολοφονία στο δάσος
Οι δύο άνδρες έχουν δώσει διαφορετικές εκδοχές για το τι συνέβη μετά τη συνάντησή τους με την Μπερεζόφσκα.
Ο Ρόιτ υποστήριξε στο δικαστήριο ότι ο Ζίκοβιτς είχε μαζί του όπλο και ότι η Μπερεζόφσκα οδηγήθηκε σε δασική περιοχή κοντά στο χωριό Γιούριβ.
Εκεί, σύμφωνα με την κατάθεσή του, η γυναίκα πυροβολήθηκε πολλές φορές στο κεφάλι.
Ο Ρόιτ αρχικά φέρεται να ομολόγησε ότι πυροβόλησε ο ίδιος κατόπιν εντολής του Ζίκοβιτς. Αργότερα, όμως, υποστήριξε ενώπιον του δικαστηρίου ότι ήταν ο Ζίκοβιτς εκείνος που πάτησε τη σκανδάλη.
Ο δικηγόρος του Ζίκοβιτς απορρίπτει αυτή την εκδοχή και κατηγορεί τον Ρόιτ ότι προσπαθεί να μεταφέρει την ευθύνη στον πελάτη του.
Οι δύο άνδρες φέρεται να έθαψαν την Μπερεζόφσκα σε πρόχειρο τάφο και να πέταξαν σε λίμνη προσωπικά της αντικείμενα. Οι ουκρανικές Αρχές εντόπισαν το πτώμα τρεις ημέρες αργότερα.
Ποιος ήθελε νεκρό τον ολιγάρχη;
Ο Γερμολάεφ, ο οποίος υποβλήθηκε σε πολλαπλές χειρουργικές επεμβάσεις μετά την έκρηξη, δηλώνει ότι δεν γνωρίζει ποιος ήθελε να τον σκοτώσει.
«Δεν είχα ποτέ εχθρούς. Δεν είμαι άνθρωπος που προκαλεί συγκρούσεις», δήλωσε στο CNN.
Ο επιχειρηματίας είχε δημιουργήσει την περιουσία του κυρίως στον τομέα των ακινήτων στο Ντνίπρο και είχε βρεθεί στη λίστα με τους πλουσιότερους Ουκρανούς. Το 2023 η Ουκρανία τού επέβαλε κυρώσεις για επιχειρηματική δραστηριότητα στην κατεχόμενη Κριμαία, κατηγορία την οποία αρνείται.
Ο μεγαλύτερος γιος του, Αρτούρ, έχει επίσης βρεθεί στο επίκεντρο μεγάλης υπόθεσης απάτης στην Ευρώπη. Σύμφωνα με εσθονικά δικαστικά έγγραφα, καταδικάστηκε για τη λειτουργία δικτύου τηλεφωνικής απάτης που φέρεται να απέσπασε περίπου 100 εκατ. ευρώ από θύματα.
Ο Γερμολάεφ αρνείται κάθε σχέση με το δίκτυο και απορρίπτει επίσης την πιθανότητα κάποιος από την οικογένειά του να έδωσε εντολή για τη δολοφονία του.
Το βασικό ερώτημα παραμένει ποιος βρισκόταν πίσω από την επίθεση.
Ο ίδιος θεωρεί ότι η Μπερεζόφσκα ήταν απλώς ένα «πιόνι» και ότι κάποιος άλλος οργάνωσε την επιχείρηση.
«Δεν ήταν ο βασικός παίκτης σε αυτή την ιστορία», είπε. «Νομίζω ότι ήταν απλώς μια αφελής επιχειρησιακή πράκτορας».
Πηγές που γνωρίζουν την ουκρανική έρευνα εκτιμούν επίσης ότι πιθανότατα λειτουργούσε για λογαριασμό άλλων, με βασικό κίνητρο τα χρήματα.
Η Μπερεζόφσκα, όμως, δεν πρόλαβε να μιλήσει. Στην κηδεία της, στο χωριό όπου μεγάλωσε, το φέρετρο παρέμεινε κλειστό.
Πλέον, οι δύο άνδρες που κατηγορούνται για τη δολοφονία της βρίσκονται αντιμέτωποι με τη Δικαιοσύνη. Το ποιος έδωσε την εντολή για την επίθεση στον Γερμολάεφ παραμένει, ωστόσο, το μεγαλύτερο αναπάντητο ερώτημα της υπόθεσης.