Τη δεκαετία του 1950, η πολιομυελίτιδα (ή παιδική παράλυση) αποτέλεσε στις ΗΠΑ μία από τις πιο τρομακτικές κρίσεις δημόσιας υγείας στην ιστορία της χώρας.
Το 1952 καταγράφηκε η χειρότερη επιδημία, με 58.000 περιπτώσεις μόλυνσης. Η νόσος άφησε πίσω της χιλιάδες παράλυτα παιδιά και προκάλεσε πάνω από 3.000 θανάτους.
Ανάμεσα στα χιλιάδες παιδιά που προσβλήθηκαν τότε ήταν η Μάρθα Λίλαρντ, ένα θαρραλέο 5χρονο κορίτσι που έζησε την υπόλοιπη ζωή της μέσα στον «σιδερένιο πνεύμονα».
Η Λίλαρντ πέθανε στα τέλη του περασμένου μήνα σε ηλικία 78 ετών, στην Οκλαχόμα – ήταν η τελευταία ασθενής στις ΗΠΑ που εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί τον τεράστιο μεταλλικό κύλινδρο αρνητικής πίεσης.
Ενώ η επίσημη αιτία θανάτου της αναφέρθηκε ως μεταπολιομυελιτικό σύνδρομο και χρόνια πνευμονική ανεπάρκεια, η μικρότερη αδερφή της, Σίντι ΜακΒέι, αποδίδει τον θάνατο της στις επιπτώσεις του μακροχρόνιου Covid.
Περνούσε ώρες κάθε μέρα στον «σιδερένιο πνεύμονα» - Η θέλησή της για ζωή την κρατούσε ζωντανή
Την δεκαετία του 50, οι θάλαμοι των νοσοκομείων γέμισαν με «σιδερένιους πνεύμονες» (iron lungs), τεράστιους μεταλλικούς κυλίνδρους αρνητικής πίεσης που βοηθούσαν τα παιδιά με παράλυση του αναπνευστικού συστήματος να κρατηθούν στη ζωή.
Η 5χρονή Λίλαρντ προσβλήθηκε από πολιομυελίτιδα ένα χρόνο πριν κυκλοφορήσει το εμβόλιο, το 1955.
Η μικρή Μάρθα ξύπνησε ένα πρωί και και κατάλαβε μόνη της ότι είχε προσβληθεί από την νόσο. «Η Μάρθα ξύπνησε και δεν μπορούσε να σηκώσει το κεφάλι της από το μαξιλάρι, είπε ότι ήξερε αμέσως ότι είχε πολιομυελίτιδα, επειδή είχε ακούσει τόσα πολλά γι' αυτήν», δήλωσε στο BBC η ΜακΒέι.
Το 5χρονο τότε κορίτσι ξεκίνησε έναν αγώνα για να κρατηθεί στη ζωή. Μετά από ένα διάστημα νοσηλείας στο νοσοκομείο, η Μάρθα έκανε δυσικοθεραπεία, εργοθεραπεία και υδροθεραπεία, ανακτώντας τελικά μερική χρήση του αριστερού της χεριού και των ποδιών της.
Ο θείος και ο παππούς της δημιούργησαν στο σπίτι μια συσκευή που άνοιγε τον «σιδερένιο πνεύμονα», ώστε η Μάρθα να μπορεί να ζει μόνη της και να μπαινοβγαίνει η ίδια στον κύλινδρο.
Για τα επόμενα 73 χρόνια, η Μάρθα Λίλαρντ χρησιμοποιούσε τη συσκευή για να παραμείνει ζωντανή.
Ο σιδερένιος πνεύμονας χρησιμοποιεί ένα σύστημα αρνητικής πίεσης. Με τη βοήθεια ενός κινητήρα, η φυσούνα του αναρροφά αέρα από τον κύλινδρο, δημιουργώντας ένα κενό γύρω από το σώμα του ασθενούς και αναγκάζοντας τους πνεύμονες να διασταλούν και να εισπνεύσουν αέρα. Όταν ο αέρας επιστρέφει, η ίδια διαδικασία αντίστροφα προκαλεί το ξεφούσκωμα των πνευμόνων.
«Η Μάρθα δεν ένιωθε άβολα μέσα στον «σιδερένιο πνεύμονα» ούτε φοβόνταν. όπως ένιωθαν άλλα παιδιά με πολιομυελίτιδα», είπε η αδερφή της.
«Της επαναφόρτιζε τις δυνάμεις της και την έκανε να νιώθει καλύτερα», δήλωσε η Σίντι ΜακΒέι. Ωστόσο, υπάρχουν ελάχιστες φωτογραφίες της, γιατί η Μάρθα δεν ήθελε να την φωτογραφίζουν μέσα στον σιδερένιο κύλινδρο.
Προσπαθούσε με πείσμα να έχει μία φυσιολογική ζωή
Η Μάρθα «μπορούσε να κάνει πράγματα που οι περισσότεροι ασθενείς με σιδηροπενική πνευμονοπάθεια δεν μπορούσαν να κάνουν», περιέγραψε η αδερφή της.
«Της είπαν ότι δεν έπρεπε να ζήσει πέρα από τα 20 χρόνια», δήλωσε η Σίντι ΜακΒέι στο Associated Press. «Είχε τον ενθουσιασμό και την ορμή να συνεχίσει να ζει και να αξιοποιήσει στο έπακρο τη ζωή της».
Ως παιδί κοιμόταν μέσα στον σιδερένιο κύλινδρο και πήγαινε στο δημοτικό σχολείο για δύο ώρες την ημέρα - τον υπόλοιπο χρόνο έκανε μαθήματα κατ΄οίκο.
Η Μάρθα φοίτησε μάλιστα στο Λύκειο, χρησιμοποιώντας ένα τηλεφωνικό σύστημα που της επέτρεπε να αλληλεπιδρά με τους δασκάλους και τους συμμαθητές της μέσω ενός ενδοεπικοινωνίας στις τάξεις της.
Η οικογένειά της είχε αφιερωθεί στο να της κάνει την ζωή όσο πιο «κανονική» και ευχάριστη μπορούσε. Έκαναν οδικά ταξίδια στο Μιζούρι χάρη σε ένα ειδικά κατασκευασμένο τρέιλερ και ο πατέρας της τηλεφωνούσε σε ξενοδοχεία για να μάθει αν είχαν πόρτες αρκετά φαρδιές για να χωρέσουν το μηχάνημα στο οποίο κοιμόταν η Μάρθα.
Οδηγούσε, ζωγράφιζε και παντρεύτηκε λίγο πριν πεθάνει
Ακόμα και με τη μεγάλη μεταλλική συσκευή να περιβάλλει το σώμα της για ώρες κάθε μέρα, για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της, η Μάρθα βρήκε έναν τρόπο να οδηγεί όχημα, ξεκίνησε να ζωγραφίζει, φρόντιζε τα αγαπημένα της σκυλάκια μπιγκλ και μέχρι το τέλος απολάμβανε τις συζητήσεις με τον σύντροφό της, Μπάχα Σαλχ.
«Ήταν δυνατή, έβρισκε έναν τρόπο ή τα κατάφερνε», είπε η Σίντι ΜακΒέι.
Ήταν καλλιτέχνιδα και διανοούμενη, είπε η ΜακΒέι, περιγράφοντας τα λεπτομερή τοπία που ζωγράφιζε η αδερφή της και τις πολυάριθμες ερωτήσεις που έκανε στην ΑΙ συσκευή της, Alexa.
Το διαδίκτυο επέτρεψε επίσης στη Λίλαρντ να γνωρίσει τον μελλοντικό της σύζυγο. Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, σε ένα chat συνομιλίας, γνώρισε έναν άνδρα στην Αίγυπτο, με τον οποίο επικοινωνούσε διαδικτυακά για περισσότερα από 20 χρόνια,
Ο σύντροφό της, Μπάχα Σαλχ, αφού έλαβε βίζα φέτος, μετακόμισε στις ΗΠΑ από την Αίγυπτο και παντρεύτηκε τη Μάρθα τον περασμένο Φεβρουάριο.
Κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού, η Μάρθα προσβλήθηκε δύο φορές από COVID-19. Πριν προσβληθεί, είχε λιγότερο από 25% χωρητικότητα των πνευμόνων της.
Τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής της, δεν μπορούσε να φύγει από το σπίτι, καθώς γινόταν πιο δύσκολο να αναπνεύσει. Τα τελευταία δύο χρόνια, βρισκόταν στον «σιδερένιο πνεύμονα» σχεδόν 24 ώρες την ημέρα.
Η Μάρθα Λίλαρντ πέθανε στις 26 Ιουνίου, έχοντας ζήσει την ζωή της μέσα στον σιδερένιο της πνεύμονα, με δύναμη, θέληση και αισιοδοξία.