Στη Γενεύη διεξάγεται σήμερα ο τρίτος γύρος έμμεσων συνομιλιών μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.
Οι διαπραγματεύσεις πραγματοποιούνται με τη διαμεσολάβηση του υπουργού Εξωτερικών του Ομάν, Μπαντρ Αλμπουσαΐντι, ενώ στο παρασκήνιο εντείνεται η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.
ΗΠΑ και Ιράν επιδιώκουν να επιλύσουν μια διαμάχη δεκαετιών γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, το οποίο η Ουάσιγκτον, άλλες δυτικές χώρες και το Ισραήλ θεωρούν ότι αποσκοπεί στην απόκτηση πυρηνικών όπλων, κάτι που η Τεχεράνη διαψεύδει κατηγορηματικά.
Ο Ντόναλντ Τραμπ επανέλαβε στην ομιλία του για την Κατάσταση της Ένωσης ότι προτιμά τη διπλωματική λύση, αλλά προειδοποίησε πως «δεν θα επιτρέψει στην Τεχεράνη να αποκτήσει πυρηνικό όπλο».
Λίγες ημέρες νωρίτερα, είχε δώσει διορία 10-15 ημερών στο Ιράν για συμφωνία, προειδοποιώντας ότι διαφορετικά «πολύ άσχημα πράγματα» θα συμβούν.
Μήνυμα του Ιράν στην Ουάσιγκτον
Από την πλευρά του Ιράν, ο πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν, μιλώντας στην κρατική τηλεόραση ενόψει του νέου γύρου συνομιλιών, επανέλαβε ότι η χώρα του δεν επιδιώκει την κατασκευή πυρηνικών όπλων. Όπως τόνισε, ο Ανώτατος Ηγέτης Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ έχει εκδώσει φετφά που απαγορεύει τα όπλα μαζικής καταστροφής, «κάτι που σημαίνει ξεκάθαρα ότι η Τεχεράνη δεν θα αναπτύξει πυρηνικά όπλα».
Η συγκεκριμένη απόφαση του Χαμενεΐ, που χρονολογείται από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, αποτελεί βασικό επιχείρημα της ιρανικής διπλωματίας. Ωστόσο, η Δύση αντιτείνει ότι η Τεχεράνη έχει εμπλουτίσει ουράνιο σε επίπεδα που δεν δικαιολογούν ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας, έχει περιορίσει την πρόσβαση διεθνών επιθεωρητών στις πυρηνικές του εγκαταστάσεις και έχει αναπτύξει το βαλλιστικό της πρόγραμμα.
Ο επικεφαλής της ιρανικής διπλωματίας, Αμπάς Αραγτσί, δήλωσε ότι η χώρα του επιδιώκει «μια δίκαιη και ταχεία συμφωνία» με τις ΗΠΑ, επαναλαμβάνοντας ωστόσο ότι το Ιράν δεν πρόκειται να παραιτηθεί από το «δικαίωμά του στην ειρηνική πυρηνική τεχνολογία». Σε ανάρτησή του, σημείωσε χαρακτηριστικά: «Μια συμφωνία είναι εφικτή, αλλά μόνο εάν δοθεί προτεραιότητα στη διπλωματία».
«Οικονομικό μπόνους» της Τεχεράνης στον Τραμπ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί δημοσίευμα των Financial Times, σύμφωνα με το οποίο η Τεχεράνη φέρεται να εξετάζει την προσφορά ενός «οικονομικού μποναμά» στην Ουάσιγκτον με στόχο να αποτρέψει ενδεχόμενη αμερικανική επίθεση.
Πηγή που επικαλείται η βρετανική εφημερίδα αναφέρει ότι το Ιράν σκοπεύει να απευθυνθεί στην «έφεση του Τραμπ για συμφωνίες» προτείνοντας επενδύσεις στους μεγάλους τομείς πετρελαίου και φυσικού αερίου της χώρας. Η πρόταση περιγράφεται ως «ειδικά προσανατολισμένη προς τον Τραμπ, ένα μεγάλο οικονομικό μπόνους σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο, μεταλλευτικά δικαιώματα, κρίσιμα ορυκτά και όλα αυτά».
Αμερικανός αξιωματούχος, ωστόσο, δήλωσε στους FT ότι «αυτό δεν συζητήθηκε ποτέ» και υπογράμμισε πως «ο πρόεδρος Τραμπ ήταν ξεκάθαρος ότι το Ιράν δεν μπορεί να έχει πυρηνικό όπλο ή τη δυνατότητα να κατασκευάσει ένα».
Το ίδιο δημοσίευμα αναφέρει ότι η Τεχεράνη μελετά το προηγούμενο της Βενεζουέλας, όπου οι ΗΠΑ επιχείρησαν να εξασφαλίσουν πρόσβαση στα τεράστια αποθέματα πετρελαίου της χώρας μετά από δραστικές κινήσεις κατά της ηγεσίας της.
Στρατιωτική κλιμάκωση και «πολιτικό κόστος»
Το διπλωματικό παζάρι διεξάγεται παράλληλα με μια εντυπωσιακή συγκέντρωση αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή - τη μεγαλύτερη από την εισβολή στο Ιράκ το 2003, σύμφωνα με το Reuters. Τον περασμένο Ιούνιο, οι ΗΠΑ είχαν συμμετάσχει μαζί με το Ισραήλ σε πλήγματα κατά ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων, ενώ η Τεχεράνη έχει προειδοποιήσει ότι θα απαντήσει «σφοδρά» σε περίπτωση νέας επίθεσης.
Ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, δήλωσε στο Fox News: «Το Ιράν δεν μπορεί να έχει πυρηνικό όπλο. Αυτό θα ήταν ο τελικός στρατιωτικός στόχος, αν αυτή ήταν η οδός που θα επέλεγε (ο Τραμπ)».
Παράλληλα, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο χαρακτήρισε «μεγάλο πρόβλημα» την άρνηση της Τεχεράνης να συζητήσει το βαλλιστικό της πρόγραμμα, σημειώνοντας ότι οι πύραυλοι είναι «σχεδιασμένοι αποκλειστικά για να πλήξουν την Αμερική» και απειλούν τη σταθερότητα της περιοχής. «Αν δεν μπορείς καν να σημειώσεις πρόοδο στο πυρηνικό πρόγραμμα, θα είναι δύσκολο να υπάρξει πρόοδος και στους βαλλιστικούς πυραύλους», είπε.
Σενάρια προληπτικού ισραηλινού πλήγματος
Σε αυτό το ήδη τεταμένο σκηνικό, το Politico αποκαλύπτει ότι ανώτεροι σύμβουλοι του Τραμπ φέρονται να προτιμούν ένα πρώτο πλήγμα από το Ισραήλ πριν από μια άμεση αμερικανική εμπλοκή.
Σύμφωνα με δύο πηγές που επικαλείται το μέσο, υπάρχει η σκέψη «εντός και γύρω από την κυβέρνηση [Τραμπ] ότι το πολιτικό κόστος είναι πολύ μικρότερο αν οι Ισραηλινοί χτυπήσουν πρώτοι και μόνοι τους και οι Ιρανοί ανταποδώσουν εναντίον μας, δίνοντάς μας περισσότερους λόγους να αναλάβουμε δράση».
Μία από τις πηγές προσθέτει ότι, παρά τη σοβαρότητα των συνομιλιών, όσοι βρίσκονται κοντά στον Τραμπ πιστεύουν τελικά ότι «θα τους βομβαρδίσουμε». Άλλη πηγή προειδοποιεί για τους κινδύνους μιας εκτεταμένης επιχείρησης: «Αν μιλάμε για επίθεση κλίμακας αλλαγής καθεστώτος, το Ιράν είναι πολύ πιθανό να απαντήσει με ό,τι διαθέτει. Έχουμε πολλά στοιχεία μας στην περιοχή και το καθένα από αυτά είναι δυνητικός στόχος. Και δεν βρίσκονται κάτω από τον Σιδηρού Θόλο [του Ισραήλ]. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα αμερικανικών απωλειών. Και αυτό συνεπάγεται μεγάλο πολιτικό ρίσκο».
Εσωτερικές πιέσεις και οικονομικές επιπτώσεις
Στο εσωτερικό του Ιράν ο Αγιατολάχ Χαμενεΐ αντιμετωπίζει ίσως τη σοβαρότερη κρίση της 36ετούς ηγεσίας του, με την οικονομία της χώρας να ασφυκτιά υπό το βάρος των κυρώσεων και με αναζωπυρώσεις διαμαρτυριών μετά την αιματηρή καταστολή των αντικαθεστωτικών κινητοποιήσεων τον Ιανουάριο.
Την ίδια στιγμή, οι αγορές πετρελαίου παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις. Οι τιμές κατέγραψαν μικρή άνοδο, καθώς οι επενδυτές αξιολογούν κατά πόσο οι συνομιλίες ΗΠΑ – Ιράν μπορούν να αποτρέψουν μια στρατιωτική σύγκρουση που θα διατάρασσε τον εφοδιασμό. Η Σαουδική Αραβία, σύμφωνα με πηγές, αυξάνει την παραγωγή και τις εξαγωγές της στο πλαίσιο σχεδίου έκτακτης ανάγκης σε περίπτωση διακοπής της προσφοράς από τον Περσικό Κόλπο.
Διπλωματία ή σύγκρουση;
Οι συνομιλίες στη Γενεύη ενδέχεται να αποτελέσουν κομβικό σημείο για τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής. Παρά τα ανοίγματα για «νέες παραχωρήσεις» από την ιρανική πλευρά με αντάλλαγμα την άρση κυρώσεων και την αναγνώριση στην Τεχεράνη του δικαιώματος εμπλουτισμού ουρανίο, οι διαφορές των δύο πλευρών παραμένουν βαθιές, ακόμη και ως προς τη σειρά και την έκταση της άρσης των κυρώσεων.
Το αν θα επικρατήσει η διπλωματία ή η λογική της στρατιωτικής κλιμάκωσης θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τις προτάσεις που θα πέσουν στο τραπέζι στη Γενεύη, αλλά και από τους πολιτικούς υπολογισμούς σε Ουάσιγκτον, Τεχεράνη και Ιερουσαλήμ. Για την ώρα, η διαπραγμάτευση εξελίσσεται με την απειλή των όπλων να βαραίνει κάθε λέξη που ανταλλάσσεται πίσω από κλειστές πόρτες.