Η επανέναρξη των ερευνών για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου έχει σηκώσει πολλή σκόνη σχετικά με το ενδεχόμενο γαλλικής ενημέρωσης της Άγκυρας. Γιατί το περιεχόμενο της γνωστοποίησης είναι κρίσιμο για την υφαλοκρηπίδα και τις τουρκικές διεκδικήσεις.
Η προοπτική να υπάρξει ενημέρωση της Τουρκίας για τις εργασίες της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου, ενόψει της σχεδιαζόμενης επανέναρξης των ερευνών μέσα στον Νοέμβριο, επαναφέρει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση στο προσκήνιο τη συζήτηση για τις ενδεχόμενες επιπτώσεις μιας τέτοιας κίνησης στις ελληνικές θέσεις για την υφαλοκρηπίδα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσον μια γνωστοποίηση προς την Άγκυρα θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως προηγούμενο για την προβολή των τουρκικών διεκδικήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο ή εάν οι συνέπειές της θα περιορίζονταν κυρίως στο πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο.
Οι προετοιμασίες για την επανέναρξη των ερευνών βρίσκονται σε εξέλιξη, καθώς το γαλλικής σημαίας «Abeille Marengo» έχει καταπλεύσει στο λιμάνι του Ηρακλείου, προερχόμενο από την Ιταλία, και αναμένει την έκδοση της NAVTEX που θα καθορίσει την περιοχή και το χρονοδιάγραμμα των εργασιών. Η έκδοσή της αναμένεται στις αρχές Νοεμβρίου, με τον σχεδιασμό να αφορά την ευρύτερη θαλάσσια περιοχή ανατολικά της Κρήτης και της Κάσου.
Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, οι εργασίες ενδέχεται να συνεχιστούν από την περιοχή όπου είχαν διακοπεί κατά την ελληνοτουρκική ένταση του καλοκαιριού του 2024, κοντά στα όρια των ελληνικών χωρικών υδάτων της Κάσου. Η ακριβής περιοχή θα προσδιοριστεί από τη νέα NAVTEX.
Τις έρευνες έχει αναλάβει η ιταλική Next Geosolutions Europe, για λογαριασμό της γαλλικής Nexans, η οποία έχει αναλάβει την κατασκευή και εγκατάσταση του υποβρύχιου καλωδίου. Το «Abeille Marengo» πρόκειται να πραγματοποιήσει γεωφυσικές και γεωτεχνικές μετρήσεις κατά μήκος της σχεδιαζόμενης διαδρομής από την Κρήτη προς την Κύπρο, προκειμένου να προσδιοριστούν τα χαρακτηριστικά του βυθού και οι καταλληλότερες συνθήκες για την πόντιση του καλωδίου.
Η προβλεπόμενη διαδικασία περιλαμβάνει ενημέρωση των αρμόδιων ελληνικών ναυτικών αρχών τουλάχιστον 72 ώρες πριν από την έναρξη των εργασιών, καθώς και καθημερινή ενημέρωση κατά τη διάρκειά τους, με αναφορά στις συντεταγμένες, στο αντικείμενο των ερευνών και στα μέτρα ασφαλείας. Πρόκειται για διαφορετική διαδικασία από την ενδεχόμενη γνωστοποίηση προς την Τουρκία, η οποία αποτελεί αντικείμενο της διπλωματικής συζήτησης.
Το γαλλικό παρασκήνιο και οι επιφυλάξεις της Nexans
Η παρουσία του γαλλικού πλοίου στην Κρήτη συμπίπτει με την κινητικότητα που καταγράφεται γύρω από τον ρόλο του Παρισιού στην προσπάθεια να ξεπεραστούν οι δυσκολίες που έχουν προκαλέσει οι τουρκικές αντιδράσεις.
Η πρόσφατη τηλεφωνική επικοινωνία του Εμανουέλ Μακρόν με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν παρακολουθείται με ενδιαφέρον από την Αθήνα, καθώς η γαλλική πλευρά έχει αποκτήσει κεντρικό ρόλο στην υλοποίηση του έργου. Δεν έχει, ωστόσο, προκύψει επιβεβαίωση ότι κατά τη συνομιλία τους επιτεύχθηκε κάποια συμφωνία για τη διαδικασία επανέναρξης των ερευνών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πρόσφατες δηλώσεις του διευθύνοντος συμβούλου της Nexans, Ζιλιέν Ιμπέρ, κατά την παρουσίαση των οικονομικών αποτελεσμάτων της εταιρείας στους αναλυτές. Ο επικεφαλής του γαλλικού ομίλου απέφυγε να δεσμευτεί για την επανεκκίνηση του Great Sea Interconnector, επισημαίνοντας ότι οι σχετικές συζητήσεις βρίσκονται ακόμη σε πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο.
Μάλιστα, ξεκαθάρισε ότι η Nexans θα τοποθετηθεί όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, ενώ εξήγησε ότι η εταιρεία έχει περιορίσει την οικονομική της έκθεση στις καθυστερήσεις του GSI, εξασφαλίζοντας εναλλακτικό έργο που θα απασχολήσει την παραγωγική της δυναμικότητα έως τα μέσα του 2028.
Για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου ο Ιμπέρ μίλησε υπό προϋποθέσεις. Εφόσον το έργο επανεκκινήσει, θα πρέπει προηγουμένως να ολοκληρωθούν οι έρευνες βυθού, οι οποίες απαιτούν αρκετούς μήνες, καθώς και ο προκαταρκτικός τεχνικός σχεδιασμός και η χρηματοδοτική προετοιμασία, ώστε να καταστεί δυνατή η επανέναρξη της παραγωγής το 2028.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η Nexans δεν έχει συμπεριλάβει την εκτέλεση του GSI στις οικονομικές της προβλέψεις για το υπόλοιπο του 2026, παρά την κινητικότητα για την επανέναρξη των θαλάσσιων ερευνών.
Οι επιφυλάξεις αυτές δεν αναιρούν τις προετοιμασίες για την επιστροφή των ερευνητικών πλοίων, αποτυπώνουν όμως τη διάσταση ανάμεσα στην επανέναρξη των προκαταρκτικών εργασιών και στην πλήρη επανεκκίνηση του έργου.
Παράλληλα, η Nexans έχει διαψεύσει κατηγορηματικά ότι είχε ή σχεδιάζει να έχει επαφές με τις τουρκικές αρχές για τις επικείμενες έρευνες, διευκρινίζοντας ότι ο συντονισμός της πραγματοποιείται αποκλειστικά με τον φορέα υλοποίησης και τις ελληνικές και κυπριακές αρχές.
Κατά συνέπεια, το ενδεχόμενο γαλλικής γνωστοποίησης προς την Άγκυρα δεν μπορεί να θεωρείται ειλημμένη απόφαση της εταιρείας. Παραμένει, ωστόσο, αντικείμενο της ευρύτερης διπλωματικής συζήτησης για την εξεύρεση μιας διαδικασίας που θα επιτρέψει την πραγματοποίηση των ερευνών χωρίς νέα ένταση.
Παρά την επίσημη διάψευση της Nexans για επαφές της με τις τουρκικές αρχές, παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο επικοινωνίας της Άγκυρας με τη γαλλική Meridiam, η οποία αποτελεί πλέον τον πλειοψηφικό μέτοχο του Great Sea Interconnector, με ποσοστό 66%. Πληροφορίες που προέρχονται από τουρκικές πηγές αφήνουν να εννοηθεί ότι ενδέχεται να έχει ήδη πραγματοποιηθεί μια πρώτη ενημέρωση της Άγκυρας για τις σχεδιαζόμενες εργασίες. Δεν έχει, πάντως, αποσαφηνιστεί εάν πρόκειται για άτυπη διπλωματική επικοινωνία ή για επίσημη γνωστοποίηση συγκεκριμένων στοιχείων σχετικά με τις έρευνες.
Το «status quo» του Φιντάν και το περιεχόμενο της γνωστοποίησης
Το πιο ευαίσθητο σημείο της συζήτησης δεν αφορά την ίδια την ενημέρωση, αλλά το περιεχόμενο που ενδέχεται να αποκτήσει.
Ο Χακάν Φιντάν, στις πρόσφατες τοποθετήσεις του για την ηλεκτρική διασύνδεση, υποστήριξε ότι η Τουρκία δεν αντιτίθεται στο έργο, ζητώντας ωστόσο γραπτή ενημέρωση για τις σχεδιαζόμενες έρευνες και τις συντεταγμένες τους.
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών συνέδεσε την απουσία αντιρρήσεων με την ανάγκη να μη διαταραχθεί το υφιστάμενο status quo και να μη δημιουργηθούν προηγούμενα που θα προκαλούσαν μεγαλύτερα προβλήματα στις δύο πλευρές.
Η αναφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η Αθήνα και η Άγκυρα αντιλαμβάνονται με διαφορετικό τρόπο το καθεστώς των θαλάσσιων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία προβάλλει αξιώσεις υφαλοκρηπίδας σε περιοχές όπου η Ελλάδα επικαλείται τα αντίστοιχα δικαιώματα των νησιών της, μεταξύ των οποίων η Κρήτη, η Κάσος, η Κάρπαθος και η Ρόδος.
Η αναφορά Φιντάν στο status quo αποκτά ιδιαίτερη σημασία όχι επειδή η Άγκυρα ζήτησε ρητά αναγνώριση των διεκδικήσεών της, αλλά επειδή συνδέει τη διαδικασία ενημέρωσης με τη διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος στην περιοχή. Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν η γνωστοποίηση θα περιορίζεται στην περιγραφή των εργασιών και των συντεταγμένων ή θα περιλαμβάνει διατυπώσεις που θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως αποδοχή τουρκικής αρμοδιότητας.
Στη δεύτερη περίπτωση, η Τουρκία θα αποκτούσε ένα πρόσθετο επιχείρημα για την προβολή των αξιώσεών της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα θεμελιώνονταν αυτομάτως κυριαρχικά δικαιώματα.
Εκεί βρίσκεται και η ουσία της συζήτησης: όχι στο γεγονός ότι η γαλλική πλευρά ενδέχεται να ενημερώσει την Τουρκία για τις συντεταγμένες και το χρονοδιάγραμμα των ερευνών, αλλά στο ενδεχόμενο η γνωστοποίηση να περιλαμβάνει διατυπώσεις που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως αποδοχή τουρκικής αρμοδιότητας ή ως αναγνώριση ενός συγκεκριμένου καθεστώτος στην επίμαχη περιοχή.
Μια απλή ενημέρωση για λόγους ασφάλειας της ναυσιπλοΐας διαφέρει ουσιωδώς από την υποβολή αιτήματος έγκρισης. Ακόμη μεγαλύτερη σημασία θα είχε η ενσωμάτωση όρων που θα συνέδεαν την έναρξη των εργασιών με τη συγκατάθεση της Άγκυρας.
Τι προβλέπει το Δίκαιο της Θάλασσας
Η διάκριση ανάμεσα στην ενημέρωση και την αδειοδότηση έχει συγκεκριμένη νομική βάση.
Το άρθρο 79 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει την ελευθερία πόντισης υποβρυχίων καλωδίων στην υφαλοκρηπίδα, προβλέποντας παράλληλα ορισμένες αρμοδιότητες του παράκτιου κράτους. Δεν του παρέχει, ωστόσο, γενικό δικαίωμα να εμποδίζει την πόντιση καλωδίων που διέρχονται από την υφαλοκρηπίδα του.
Η εφαρμογή των διατάξεων αυτών στις έρευνες που προηγούνται της πόντισης απαιτεί προσεκτικότερη εξέταση, καθώς δεν ταυτίζονται όλες οι ερευνητικές δραστηριότητες με την ίδια την εγκατάσταση του καλωδίου.
Παρά τις επιφυλάξεις που διατυπώνονται για τη δημιουργία προηγουμένων, υπάρχει μια νομική προσέγγιση σύμφωνα με την οποία η γνωστοποίηση μιας δραστηριότητας δεν συνεπάγεται αυτομάτως αναγνώριση κυριαρχικών δικαιωμάτων του κράτους που ενημερώνεται.
Μια μεμονωμένη γνωστοποίηση δεν καθορίζει τα όρια της υφαλοκρηπίδας ούτε μπορεί από μόνη της να υποκαταστήσει μια συμφωνία οριοθέτησης. Επιπλέον, μια ενέργεια ιδιωτικής εταιρείας δεν αποδίδεται αυτομάτως στο ελληνικό κράτος ως αποδοχή των τουρκικών αξιώσεων. Η νομική της αξιολόγηση θα εξαρτιόταν, μεταξύ άλλων, από το περιεχόμενο της γνωστοποίησης και από το εάν οι αρμόδιες κρατικές αρχές είχαν εγκρίνει, υιοθετήσει ή αποδεχθεί τη συγκεκριμένη διαδικασία.
Διαφορετική αξιολόγηση θα απαιτούσε μια επίσημη κρατική διακοίνωση, ανάλογα με το περιεχόμενό της και τις δεσμεύσεις που ενδεχομένως θα περιλάμβανε.
Η ελληνική κυβέρνηση έχει καταστήσει σαφές ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα από την οποία απαιτείται άδεια για τις συγκεκριμένες εργασίες. Η θέση αυτή διατυπώθηκε και από τον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη, ο οποίος διευκρίνισε ότι η σχετική άδεια έχει ζητηθεί από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές, οι οποίες έχουν την ευθύνη της διαδικασίας.
Οι πραγματικές συνέπειες για την υφαλοκρηπίδα
Το γεγονός ότι μια γνωστοποίηση δεν παράγει αυτομάτως δεσμευτικά νομικά αποτελέσματα δεν σημαίνει ότι στερείται πολιτικών και διπλωματικών συνεπειών.
Η Άγκυρα θα μπορούσε να επιχειρήσει να παρουσιάσει την ενημέρωσή της ως επιβεβαίωση του ρόλου που διεκδικεί στην Ανατολική Μεσόγειο, επικαλούμενη τη συγκεκριμένη πρακτική σε μελλοντικές δραστηριότητες.
Το ενδεχόμενο αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία εάν η διαδικασία επαναληφθεί και παγιωθεί ως προϋπόθεση για την πραγματοποίηση ερευνών από διεθνείς εταιρείες σε περιοχές όπου η Τουρκία προβάλλει αξιώσεις.
Ακόμη και τότε, πάντως, η πρακτική ιδιωτικών εταιρειών δεν ισοδυναμεί από μόνη της με αναγνώριση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Θα μπορούσε, ωστόσο, να αποκτήσει αποδεικτική σημασία, ανάλογα με το περιεχόμενο της γνωστοποίησης, τις περιστάσεις υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε και τη στάση των εμπλεκόμενων κρατών. Ιδιαίτερη βαρύτητα θα είχε το κατά πόσον προκύπτει επίσημη αποδοχή συγκεκριμένης τουρκικής αρμοδιότητας.
Ένα ακόμη ζήτημα αφορά τη δυνατότητα της Άγκυρας να επικαλεστεί ανάλογες διαδικασίες και στο Αιγαίο. Μια τεχνική συνεννόηση για συγκεκριμένες εργασίες στην Ανατολική Μεσόγειο δεν δημιουργεί αυτομάτως κανόνα που μπορεί να μεταφερθεί σε άλλες περιοχές, θα μπορούσε όμως να χρησιμοποιηθεί από την Τουρκία ως πολιτικό επιχείρημα.
Η δοκιμασία του Νοεμβρίου
Η σχεδιαζόμενη επανέναρξη των ερευνών θα αποτελέσει την πρώτη ουσιαστική δοκιμασία για το κατά πόσον οι διπλωματικές επαφές μπορούν να επιτρέψουν την πρόοδο του έργου χωρίς επανάληψη της έντασης που σημειώθηκε στην Κάσο το καλοκαίρι του 2024.
Η πρόσφατη αντιπαράθεση μέσω NAVTEX για τις έρευνες του πλοίου «Kobi Ruegg», στο πλαίσιο διαφορετικού έργου υποθαλάσσιου καλωδίου στην Ανατολική Μεσόγειο, υπενθυμίζει ότι η Τουρκία εξακολουθεί να επιδιώκει την προβολή των διεκδικήσεών της μέσα από την αμφισβήτηση της αρμοδιότητας ελληνικών και κυπριακών αρχών.
Από την πλευρά της, η Αθήνα διαμηνύει σε όλους τους τόνους ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει, ανεξαρτήτως των τουρκικών αντιδράσεων. Η ελληνική κυβέρνηση αντιμετωπίζει την υλοποίηση του έργου ως άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων που δεν τελούν υπό την έγκριση της Άγκυρας. Ο Γιώργος Γεραπετρίτης έχει ξεκαθαρίσει ότι η πόντιση του καλωδίου θα πραγματοποιηθεί με βάση τον υφιστάμενο σχεδιασμό, χωρίς αλλαγή της χάραξης, ενώ έχει αποκλείσει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο να ζητηθεί άδεια από την Τουρκία. Η θέση αυτή παραμένει αμετάβλητη, παρά τις προσπάθειες εξεύρεσης μιας διαδικασίας που θα επιτρέψει την επανέναρξη των ερευνών χωρίς νέα ένταση.
Για την Αθήνα, το ζητούμενο είναι να προχωρήσει η ηλεκτρική διασύνδεση χωρίς η διαδικασία που θα επιλεγεί για την αποφυγή εντάσεων να μετατραπεί σε εργαλείο αμφισβήτησης των ελληνικών δικαιωμάτων.
Το εάν θα υπάρξει γαλλική γνωστοποίηση αποτελεί ασφαλώς σημαντική παράμετρο. Μεγαλύτερη σημασία, όμως, έχει τι ακριβώς θα περιλαμβάνει και εάν θα περιορίζεται στην τεχνική ενημέρωση ή θα αφήνει περιθώριο στην Άγκυρα να επικαλεστεί αποδοχή των αξιώσεών της.
Εκεί βρίσκεται και η ουσία της συζήτησης που άνοιξε με τις αναφορές Φιντάν στο status quo. Διότι άλλο είναι να ενημερώνεται η Τουρκία για τις εργασίες ενός υποβρύχιου καλωδίου και άλλο να αποκτά, μέσα από τη διατύπωση της ενημέρωσης, ένα επιχείρημα που θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει στην επόμενη συζήτηση για την υφαλοκρηπίδα.