Το Ισραήλ βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα νέο πολιτικό αδιέξοδο, σε μια περίοδο κατά την οποία η ασφάλεια, οι στρατιωτικές συγκρούσεις και η αντιπαράθεση με το Ιράν εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο.
- Η εκλογική επίδοση του Νετανιάχου συνιστά πολιτική επιβίωση, καθώς κατάφερε να παραμείνει στην εξουσία παρά τις αποτυχίες ασφαλείας, τη δίκη για διαφθορά και την κριτική για τους χειρισμούς του, διατηρώντας ισχυρή πολιτική βάση.
- Η αυξημένη συμμετοχή των Αράβων Ισραηλινών, ως απάντηση στον ρατσισμό της κυβέρνησης, ενίσχυσε τα αραβικά κόμματα, τα οποία αναδεικνύονται πλέον σε καθοριστικό παράγοντα για τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης και των πολιτικών συμμαχιών.
- Το πολιτικό αδιέξοδο, λόγω αδυναμίας σχηματισμού πλειοψηφίας, οδηγεί σε δύο σενάρια: τη δημιουργία κυβέρνησης εθνικής ενότητας υπό τον Νετανιάχου, πιθανώς με αμερικανική πίεση, ή την προκήρυξη νέων εκλογών, μια επιλογή που θεωρείται λιγότερο ελκυστική.
- Η ασφάλεια και η αντιπαράθεση με το Ιράν παραμένουν στο επίκεντρο των μετεκλογικών εξελίξεων. Ο Νετανιάχου προβάλλει την αντιμετώπιση της ιρανικής απειλής ως πρωταρχικό στόχο για μια «ισχυρή δεξιά κυβέρνηση», με την υποστήριξη των ΗΠΑ.
Oι κάλπες δεν ανέδειξαν μια ξεκάθαρη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο παρατεταμένων διαπραγματεύσεων, μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας ή ακόμη και νέων εκλογών.
Μέσα σε αυτό το αβέβαιο σκηνικό, ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου διατηρεί το προβάδισμα, παρά τις απώλειες του συνασπισμού του, και παραμένει υπηρεσιακός πρωθυπουργός, διεκδικώντας μια ακόμη θητεία.
Με σχεδόν το 86% των ψήφων να έχει καταμετρηθεί, οι εκτιμήσεις των τριών μεγαλύτερων τηλεοπτικών δικτύων της χώρας δίνουν 53 έδρες στο μπλοκ του και 48 στο στρατόπεδο της αντιπολίτευσης υπό τον Γκάντι Άιζενκοτ.
Την ίδια στιγμή, τα αραβικά κόμματα, με προβλεπόμενες 19 έδρες, αναδεικνύονται σε κρίσιμο παράγοντα για την επόμενη ημέρα. Κανένα από τα δύο βασικά μπλοκ δεν εξασφαλίζει τις 61 έδρες που απαιτούνται για την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, με την έκβαση των διαπραγματεύσεων να παραμένει ανοιχτή.
Παρά την απώλεια της πλειοψηφίας από τον δεξιό συνασπισμό του, η απροσδόκητα ισχυρή στήριξη που έλαβε ο Νετανιάχου από τους Εβραίους ψηφοφόρους περιορίζει τις δυνατότητες της αντιπολίτευσης να τον απομακρύνει από την εξουσία. Το αποτέλεσμα, άλλωστε, δεν επιβεβαίωσε τις προεκλογικές δημοσκοπήσεις, οι οποίες προέβλεπαν μια αμφίρροπη αναμέτρηση.
«Κέρδισε επειδή δεν έχασε. Κατάφερε να επιβιώσει»
Η εκλογική επίδοση του αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς προηγήθηκε μια περίοδος έντονης αμφισβήτησης της ηγεσίας του. Οι επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, οι αποτυχίες ασφαλείας που αποκαλύφθηκαν και η κριτική για τους χειρισμούς της κυβέρνησής του είχαν επιβαρύνει τη θέση του. Παράλληλα, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη μακροχρόνια δίκη του για διαφθορά, την κλιμάκωση της βίας των εποίκων στην Δυτική Όχθη και τη διαμάχη για τις εξαιρέσεις των υπερορθόδοξων Εβραίων από τη στρατιωτική θητεία.
Ωστόσο, το αποτέλεσμα δείχνει ότι ο Νετανιάχου εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική πολιτική βάση μεταξύ των Εβραίων Ισραηλινών και ότι το μπλοκ του παραμένει το μεγαλύτερο μεταξύ των αντίπαλων πολιτικών στρατοπέδων.
«Ίσως είναι δύσκολο να το πεις ή να το δεις, αλλά είναι ο νικητής», δήλωσε ο Άβιβ Μπουσίνσκι, πρώην σύμβουλος του Νετανιάχου, περιγράφοντας την πολιτική επιστροφή του ως «Ανάσταση». Όπως σημείωσε, το παράδοξο των εκλογών είναι ότι, ενώ στέρησαν από τον πρωθυπουργό την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ενδέχεται να ενίσχυσαν τη θέση του στην πολιτική σκηνή.
Στο ίδιο πνεύμα, ο Ντάνι Κιτρινόβιτς, περιφερειακός αναλυτής και πρώην αξιωματικός των ισραηλινών στρατιωτικών πληροφοριών, υποστήριξε ότι το βασικό επίτευγμα του Νετανιάχου ήταν η πολιτική του επιβίωση. Το μπλοκ του έχασε έδρες και δεν συγκέντρωσε τις 61 που απαιτούνται για να κυβερνήσει αυτοδύναμα, αλλά ούτε η αντιπολίτευση διαθέτει μια σαφή και βιώσιμη διαδρομή προς την εξουσία χωρίς τη στήριξη αραβικών κομμάτων.
«Κέρδισε επειδή δεν έχασε. Κατάφερε να επιβιώσει», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Κιτρινόβιτς.
Τα τελικά αποτελέσματα ενδέχεται να διαφοροποιηθούν καθώς συνεχίζεται η καταμέτρηση. Παράλληλα, το μπλοκ του Άιζενκοτ δεν κατάφερε να επιβεβαιώσει τις προσδοκίες των δημοσκοπήσεων πριν από τις εκλογές, οι οποίες προέβλεπαν μια αμφίρροπη αναμέτρηση.
Οι Άραβες Ισραηλινοί «κλειδί» για τις διαπραγματεύσεις
Η αυξημένη συμμετοχή των Αράβων Ισραηλινών αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις της εκλογικής αναμέτρησης. Οι Άραβες Ισραηλινοί, οι οποίοι έχουν παλαιστινιακή καταγωγή και ισραηλινή υπηκοότητα, αποτελούν περίπου το 21% του πληθυσμού της χώρας. Η συμμετοχή τους στις εκλογές αυξήθηκε σημαντικά, συμβάλλοντας στην ενίσχυση των αραβικών κομμάτων, τα οποία προβλέπεται να εξασφαλίσουν συνολικά 19 έδρες.
Η συνολική συμμετοχή στις εκλογές έφτασε το 77,7%, το υψηλότερο ποσοστό των τελευταίων δύο και πλέον δεκαετιών. Πολλοί Άραβες ψηφοφόροι κινητοποιήθηκαν εξαιτίας του «απροκάλυπτου ρατσισμού» στο υπουργικό συμβούλιο του Νετανιάχου, στο οποίο συμμετέχει πολιτικός που έχει καταδικαστεί για υποκίνηση φυλετικού μίσους κατά των Αράβων.
Η αυξημένη εκλογική τους παρουσία ενδέχεται να τους προσφέρει καθοριστική επιρροή στις διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης. «Οι Άραβες δεν είχαν ποτέ βρεθεί σε θέση να διαθέτουν τόση δύναμη», δήλωσε ο Ντένις Ρος, πρώην διαπραγματευτής των ΗΠΑ για την ειρήνη στη Μέση Ανατολή.
Ο συνασπισμός που επιδίωκε την απομάκρυνση του Νετανιάχου στηριζόταν ήδη σε ένα μικρό αραβικό κόμμα. Ωστόσο, η χαμηλότερη από την αναμενόμενη επίδοση του Άιζενκοτ καθιστά αναγκαία την ευρύτερη υποστήριξη των αραβικών πολιτικών δυνάμεων, προκειμένου να συγκροτηθεί μια εναλλακτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Στα κεντρικά γραφεία της Κοινής Λίστας, της συμμαχίας αραβικών κομμάτων, επικράτησαν πανηγυρισμοί μετά την ανακοίνωση των exit polls. «Αρνούμαστε την κατοχή και τον ρατσισμό και θα παραμείνουμε εδώ», δήλωσε ο υποψήφιος της συμμαχίας, Φάτεν Γκάτας.
Από την πλευρά του, ο Γιούσεφ Τζαμπαρίν, επικεφαλής της Κοινής Λίστας, δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ότι είναι διατεθειμένος να στηρίξει μια κυβέρνηση της αντιπολίτευσης, με στόχο την απομάκρυνση του Νετανιάχου, χωρίς όμως να συμμετάσχει σε αυτήν.
«Δεν βλέπουμε πώς θα μπορούσαμε να συμμετάσχουμε σε έναν συνασπισμό υπό τις παρούσες συνθήκες», ανέφερε, επικαλούμενος κυρίως τον πόλεμο στη Γάζα και την κατάσταση στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη. «Όμως, για να ρίξουμε τον απερχόμενο κυβερνητικό συνασπισμό, θα μπορούσαμε να στηρίξουμε μια εναλλακτική κυβέρνηση, χωρίς να εισέλθουμε σε αυτήν», πρόσθεσε.
Η στάση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς, από την ίδρυση του Ισραήλ, οι περισσότεροι Εβραίοι πολιτικοί ηγέτες έχουν αποφύγει τις επίσημες συμμαχίες με αραβικά κόμματα. Επιπλέον, ενδεχόμενη συνεργασία της αντιπολίτευσης με τις αραβικές πολιτικές δυνάμεις θα μπορούσε να δυσκολέψει την προσέλκυση δεξιών πολιτικών, όπως ο Ναφτάλι Μπένετ και ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν.
Κυβέρνηση εθνικής ενότητας ή νέες εκλογές
Η αδυναμία των βασικών πολιτικών μπλοκ να εξασφαλίσουν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία αφήνει ανοιχτά δύο βασικά ενδεχόμενα: τον σχηματισμό μιας ευρύτερης κυβέρνησης ενότητας υπό τον Νετανιάχου ή την επιστροφή στις κάλπες.
Ο Νετανιάχου θα παραμείνει υπηρεσιακός πρωθυπουργός όσο ο πρόεδρος του Ισραήλ εξετάζει σε ποιον θα αναθέσει τον σχηματισμό κυβέρνησης. Η υπηρεσιακή κυβέρνηση έχει περιορισμένες αρμοδιότητες, αλλά εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές εξουσίες, μεταξύ των οποίων και τη δυνατότητα ανάληψης στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Ο Άβιβ Μπουσίνσκι θεωρεί ότι μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας αποτελεί ρεαλιστική επιλογή, ιδίως εάν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ασκήσει πιέσεις στον Νετανιάχου να εντάξει πολιτικούς αντιπάλους του στην κυβέρνηση και να περιορίσει την επιρροή των ακροδεξιών υπουργών Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ και Μπεζαλέλ Σμότριτς.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τον σημαντικότερο σύμμαχο του Ισραήλ και, σύμφωνα με τον Μπουσίνσκι, ο Τραμπ θα μπορούσε να αξιοποιήσει τη δημόσια στήριξή του προς τον Νετανιάχου ως μοχλό πίεσης για τη συγκρότηση ενός ευρύτερου κυβερνητικού συνασπισμού.
Ο Κιτρινόβιτς εκτιμά επίσης ότι μια κυβέρνηση ενότητας υπό τον Νετανιάχου, με πιθανή συμμετοχή του Άιζενκοτ ή του Μπένετ, θα μπορούσε να αποτελέσει διέξοδο από το πολιτικό αδιέξοδο. Κατά την εκτίμησή του, μια νέα εκλογική αναμέτρηση δεν αποτελεί ελκυστική επιλογή για τα περισσότερα κόμματα, ενώ θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω τη θέση του σημερινού πρωθυπουργού αντί να ανατρέψει τους υφιστάμενους πολιτικούς συσχετισμούς.
Σε κάθε περίπτωση, η συγκρότηση κυβέρνησης θα εξαρτηθεί από τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των κομμάτων, τις συμμαχίες που θα καταστούν εφικτές και τη στάση των πολιτικών δυνάμεων που δεν συμμετέχουν στα δύο βασικά μπλοκ.
Ιράν και ασφάλεια στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης
Η ασφάλεια και η αντιπαράθεση με το Ιράν αναμένεται να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στις μετεκλογικές εξελίξεις. Μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023, το Ισραήλ διεξήγαγε πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον της Χαμάς στη Γάζα και της Χεζμπολάχ στον Λίβανο, ενώ εξαπέλυσε, σε συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, επιθέσεις κατά του Ιράν.
Στην ομιλία του προς τους υποστηρικτές του Λικούντ, λίγο μετά τις 3 τα ξημερώματα, ο Νετανιάχου ζήτησε τον σχηματισμό μιας «ισχυρής δεξιάς εθνικής κυβέρνησης» και παρουσίασε τις στρατιωτικές επιτυχίες του Ισραήλ ως ευκαιρία για την αντιμετώπιση της ιρανικής απειλής.
«Το Ισραήλ αντιμετωπίζει μια μοναδική ιστορική ευκαιρία, μαζί με τον εταίρο μας, τον πρόεδρο Τραμπ, να εξαλείψει την υπαρξιακή απειλή του Ιράν μια για πάντα», δήλωσε, προσθέτοντας ότι άλλοι στόχοι δεν πρέπει να αποσπάσουν την προσοχή από αυτήν την αποστολή.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε καλέσει τους Ισραηλινούς ψηφοφόρους να διατηρήσουν τον Νετανιάχου στην εξουσία, ώστε οι δύο ηγέτες να «ολοκληρώσουν τη δουλειά» στο Ιράν, σχολίασε ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός τα πήγε «πολύ καλά», αποδίδοντας μέρος της επίδοσής του στη δική του υποστήριξη.
«Μπορεί να είναι νίκη ή ισοπαλία. Η ισοπαλία θεωρείται κατά κάποιον τρόπο νίκη σε αυτήν την περίπτωση, επειδή πρόκειται για μια μεγάλη παρτίδα σκακιού», ανέφερε ο Αμερικανός πρόεδρος.
Από την πλευρά του, ο Γκάντι Άιζενκοτ, ο οποίος έχασε έναν γιο και δύο ανιψιούς στον πόλεμο στη Γάζα, είχε παρουσιάσει τις εκλογές ως δημοψήφισμα για την ηγεσία του Νετανιάχου. Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, αναγνώρισε ότι ο πρωθυπουργός παραμένει επικεφαλής της υπηρεσιακής κυβέρνησης, εκφράζοντας, ωστόσο, ανησυχία για το ενδεχόμενο να αξιοποιήσει ζητήματα ασφαλείας για πολιτικούς σκοπούς.
Σε μήνυμά του προς τους επικεφαλής των υπηρεσιών ασφαλείας και τους δημόσιους λειτουργούς, ο Άιζενκοτ υπογράμμισε ότι ο Νετανιάχου ηγείται πλέον μιας μεταβατικής κυβέρνησης που, κατά την άποψή του, έχει χάσει την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης.
«Σταθείτε δυνατοί και σταθεροί απέναντι σε οποιαδήποτε προσπάθεια να σας αμφισβητήσουν», ανέφερε.