Η χθεσινή βραδιά στη Γερμανία δεν παρήγαγε απλώς δύο δυσάρεστα εκλογικά αποτελέσματα για τον Φρίντριχ Μερτς.
Παρήγαγε κάτι σπανιότερο και πολύ πιο δύσκολο να αναστραφεί: την πρώτη φορά στην ιστορία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας που το κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών αποτυγχάνει να εισέλθει σε κρατιδιακό κοινοβούλιο. Και μάλιστα σε ένα κρατίδιο που στάθηκε γενέθλιος τόπος της πολιτικής καριέρας της Άνγκελα Μέρκελ. Το γεγονός αυτό δεν είναι απλώς συμβολικό. Είναι δείκτης θεσμικής φθοράς που ξεπερνά κατά πολύ το πρόσωπο του σημερινού καγκελαρίου.
Για να κατανοήσουμε τα αίτια, χρειάζεται να δούμε πέρα από τους αριθμούς της Κυριακής. Το γερμανικό πολιτικό σύστημα στηρίχθηκε επί δεκαετίες σε μια αρχιτεκτονική σταθερότητας που προϋπέθετε δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας ικανά να απορροφούν την κοινωνική δυσαρέσκεια μέσα στο δικό τους πλαίσιο, μετατρέποντάς την σε διαχειρίσιμη πολιτική αντιπαράθεση. Αυτό το μοντέλο προϋπέθετε κάτι κρίσιμο: ότι οι πολίτες πίστευαν πως η ψήφος τους στο κέντρο παρήγαγε αποτέλεσμα. Η κατάρρευση αυτής της πίστης, όχι η κατάρρευση κάποιας συγκεκριμένης πολιτικής, είναι η πραγματική αιτία όσων είδαμε.
Ο Μερτς επιχείρησε να διαχειριστεί το μεταναστευτικό υιοθετώντας μέρος της ατζέντας της ακροδεξιάς, με την πεποίθηση ότι έτσι θα περιόριζε την εκλογική της βάση. Το αποτέλεσμα ήταν το αντίθετο. Η στρατηγική αυτή δεν αφαίρεσε ψηφοφόρους από το AfD, μετέφερε όμως το κέντρο βάρους της δημόσιας συζήτησης σε πεδίο όπου η γνησιότητα του πρωτοτύπου έχει πάντα προβάδισμα έναντι της μίμησης. Είναι ένα λάθος που δεν αφορά μόνο τη Γερμανία. Είναι δομικό σφάλμα κάθε κεντρώας δύναμης που πιστεύει πως μπορεί να αφαιρέσει την ισχύ ενός λαϊκιστικού αφηγήματος υιοθετώντας τη γλώσσα του, αντί να του αντιτάξει διαφορετικό αφήγημα.
Στο επίπεδο των θεσμών, αυτό που παρατηρούμε είναι μια σταδιακή αποσύνδεση ανάμεσα στη νομιμοποίηση που παρέχει η εκλογική διαδικασία και στην ουσιαστική ικανότητα του πολιτικού συστήματος να παράγει αποτελέσματα που η κοινωνία αναγνωρίζει ως λύσεις. Η γερμανική κοινή γνώμη δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα των θεσμών. Αμφισβητεί την αποτελεσματικότητά τους. Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη για κάθε θεσμικό αναλυτή, γιατί δείχνει πως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε κρίση δημοκρατικής νομιμοποίησης, αλλά σε κρίση διακυβερνησιμότητας, η οποία με τη σειρά της τροφοδοτεί δυνάμεις που εκμεταλλεύονται ακριβώς αυτό το κενό εμπιστοσύνης.
Η ταυτόχρονη ενίσχυση της ακροδεξιάς στα ανατολικά κρατίδια και της ριζοσπαστικής αριστεράς στο Βερολίνο δεν πρέπει να διαβάζεται ως δύο ασύνδετα φαινόμενα. Είναι δύο συμπτώματα της ίδιας θεσμικής παθολογίας. Όταν το πολιτικό κέντρο χάνει την ικανότητά του να πείθει ότι κατέχει μονοπώλιο στην ορθολογική διαχείριση της εξουσίας, η κοινωνική δυσαρέσκεια αναζητά διέξοδο εκεί όπου βρίσκει το πιο πειστικό, ή έστω το πιο τολμηρό, εναλλακτικό αφήγημα. Στην ανατολική Γερμανία αυτό το αφήγημα το προσφέρει η ακροδεξιά. Στο αστικό Βερολίνο το προσφέρει η ριζοσπαστική αριστερά με την πρότασή της για εθνικοποίηση κατοικιών. Το ιδεολογικό περιεχόμενο διαφέρει ριζικά. Η λειτουργία τους μέσα στο σύστημα είναι όμως συγκρίσιμη.
Ιδιαίτερη προσοχή αξίζει το γεγονός ότι στις νεότερες ηλικιακές ομάδες το κεντρώο κόμμα εξουσίας καταγράφει σχεδόν μηδενική διείσδυση. Αυτό δεν είναι απλώς εκλογικό πρόβλημα. Είναι ένδειξη διαρθρωτικής ασυνέχειας ανάμεσα στο πολιτικό προσωπικό που διαχειρίζεται σήμερα τη χώρα και σε μια γενιά που δεν αναγνωρίζει πλέον στο παραδοσιακό κέντρο κανέναν ουσιαστικό εκπρόσωπο των ζητημάτων που τη διαμορφώνουν, από τη στέγη έως το κλίμα και την οικονομική ασφάλεια. Ένα πολιτικό σύστημα που χάνει διαδοχικά μια ολόκληρη γενιά δεν αντιμετωπίζει παροδική εκλογική διακύμανση. Αντιμετωπίζει πρόβλημα αναπαραγωγής της ίδιας του της νομιμοποίησης στον χρόνο.
Οι επιπτώσεις αυτής της εξέλιξης εκτείνονται πολύ πέρα από τα σύνορα της Γερμανίας. Η γερμανική σταθερότητα λειτουργούσε ιστορικά ως άτυπος θεσμικός πυλώνας για ολόκληρη την αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τόσο σε επίπεδο οικονομικής πολιτικής όσο και σε επίπεδο πολιτικής συνοχής απέναντι σε εξωτερικές προκλήσεις. Μια Γερμανία που εισέρχεται σε παρατεταμένη φάση εσωτερικής πολιτικής αστάθειας, με ενδεχόμενο ζήτημα ηγεσίας εντός του ίδιου του κυβερνώντος κόμματος, μεταφέρει αυτόματα αβεβαιότητα σε κάθε ευρωπαϊκή διαδικασία που προϋποθέτει γερμανική σταθερότητα ως δεδομένο, από τη δημοσιονομική πειθαρχία της Ένωσης έως τη διαχείριση της ενεργειακής μετάβασης και τη στάση απέναντι στον πόλεμο στην Ουκρανία.
Υπάρχει επίσης ένα ζήτημα που αφορά ειδικά το μέλλον της ενιαίας στάσης του πολιτικού συστήματος απέναντι στην ακροδεξιά. Η στρατηγική του πολιτικού αποκλεισμού λειτουργεί θεσμικά μόνο όσο συνοδεύεται από αίσθηση ότι το κέντρο διαθέτει ικανότητα διακυβέρνησης που δικαιολογεί τον αποκλεισμό του ανταγωνιστή. Όταν αυτή η αίσθηση διαρρέει, όπως συμβαίνει τώρα, το τείχος πυρός αρχίζει να λειτουργεί αντίστροφα, ως απόδειξη πολιτικής αδυναμίας παρά ως έκφραση δημοκρατικής ωριμότητας. Αυτό δημιουργεί έναν θεσμικό εκβιασμό που θα απασχολήσει το CDU για μεγάλο διάστημα, ανεξάρτητα από το αν ο Μερτς παραμείνει ή όχι στην ηγεσία του κόμματος.
Το βαθύτερο δίδαγμα για κάθε θεσμικό παρατηρητή δεν αφορά το πρόσωπο του Μερτς ούτε καν το μέλλον συγκεκριμένα του CDU. Αφορά μια ευρύτερη αλήθεια που η γερμανική περίπτωση απλώς καθιστά ιδιαίτερα ευκρινή: η θεσμική σταθερότητα δεν είναι κεκτημένο περιουσιακό στοιχείο μιας δημοκρατίας, είναι διαρκής διαδικασία που πρέπει να ανανεώνει την πειστικότητά της απέναντι σε κάθε νέα γενιά πολιτών και σε κάθε νέα μορφή κοινωνικής πίεσης. Όταν αυτή η διαδικασία σταματά να ανανεώνεται, η σταθερότητα δεν καταρρέει απότομα. Διαβρώνεται σιωπηλά, μέχρι τη στιγμή που μια συνηθισμένη κυριακάτικη κάλπη αποκαλύπτει την σκληρή πραγματικότητα.
*Ο Γιάννης Ράζος είναι Σύμβουλος Στρατηγικής Επικοινωνίας