Τρία σχεδόν χρόνια μετά την συντονισμένη επίθεση της Χαμάς, της Χεζμπολάχ και του Ιράν κατά του Ισραήλ, οι γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή τελούν υπό διαρκή αναπροσαρμογή.
Το πλέον πρόσφατο κεφάλαιο, αλλά μάλλον όχι και τελευταίο, αποτελεί η υπογραφή της Συμφωνίας της Μέκκας ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και την Τουρκία. Μια αμυντική, και όχι μόνο, συμφωνία που δημιουργεί νέα δεδομένα και ως προς την εξωτερική και αμυντική πολιτική της Ελλάδας.
Η συγκεκριμένη τριμερής συμφωνία, η οποία περιλαμβάνει και ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής, εξέπληξε μόνο όσους παρακολουθούν συγκυριακά και επιφανειακά τις εξελίξεις στην πλέον εύφλεκτη μεριά του πλανήτη. Η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν διατηρούν στενότατες σχέσεις εδώ και δεκαετίες, ενώ τον Σεπτέμβριο 2025 τα δύο ισλαμικά κράτη συνυπέγραψαν την Στρατηγική Συμφωνία Αμοιβαίας Άμυνας. Η δε Τουρκία διατηρεί εδώ και δεκαετίες πολύ στενές αμυντικές σχέσεις με το Πακιστάν, πέρα από τις “αδερφικές”σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών που χρονολογούνται από τα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όταν οι μουσουλμάνοι των πρώην Βρετανικών Ινδιών αναγνώριζαν ως Χαλίφη τον εκάστοτε Σουλτάνο.
Τα γεγονότα που αναπροσάρμοσαν αυτούς τους εδραιωμένους σχηματισμούς ήταν η αποκατάσταση και εμβάθυνση των σχέσεων Τουρκίας-Σαουδικής Αραβίας από το 2022 και μετά, ο πόλεμος στη Γάζα μετά την 7η Οκτωβρίου 2023, η πτώση του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία τον Δεκέμβριο 2024, και κυρίως ο πόλεμος των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν από τον Ιούνιο 2025 και κυρίως από τον περασμένο Φεβρουάριο μέχρι και τώρα.
Η σοκαριστική δολοφονία του αντιφρονούντα Σαουδάραβα δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι τον Οκτώβριο 2018 μέσα στο προξενείο της Σαουδικής Αραβίας στην Κωνσταντινούπολη μόνο πρόσκαιρα έριξε κάποια σύννεφα πάνω από τις τουρκο-σαουδαραβικές σχέσεις. Οι αρχικές ρητορικές μεγαλοστομίες του Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν περί “στυγνής δολοφονίας που απειλεί την παγκόσμια τάξη”, μετατράπηκαν μετά από τρία χρόνια σε πλήρη αποκατάσταση των σχέσεων με τον de facto ηγέτη της Σαουδικής Αραβίας Πρίγκηπα Μπιν Σαλμάν, με επιστέγασμα μια θερμότατη επίσκεψη του Τούρκου Προέδρου στη Τζέντα τον Απρίλιο 2022. Είχε προηγηθεί βέβαια μια δίκη-παρωδία στο Ριάντ, όπου πέντε μη-υψηλόβαθμα στελέχη των σαουδαραβικών υπηρεσιών ασφαλείας καταδικάστηκαν σε θάνατο. Όλοι όμως οι καταδικασθέντες τελικά απαλλάχθηκαν, αφού έλαβαν συγχώρεση (ντίγια) από τους γιούς του δολοφονημένου δημοσιογράφου, βάσει του ισλαμικού νόμου της σαρίας.
Αμέσως μετά την επίσκεψη Ερντογάν στο Ριάντ, οι σχέσεις Τουρκίας-Σαουδικής Αραβίας όχι μόνο αποκαταστάθηκαν, αλλά αναπτύχθηκαν με ραγδαίους ρυθμούς. Διμερές εμπόριο, αγορές τουρκικών αμυντικών συστημάτων από το Ριάντ, και στήριξη της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας με απευθείας κατάθεση 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων από την σαουδαραβική Κεντρική Τράπεζα. Ήδη από τα τέλη του 2022 αναλυτές του αμερικανικού Υπουργείου Πολέμου (τότε “Άμυνας”) είχαν προβλέψει πως ήταν θέμα χρόνου και η στρατιωτική συνεργασία ανάμεσα στην Τουρκία και την Σαουδική Αραβία.
Η τουρκο-σαουδαραβική στρατιωτική συνεργασία είχε λοιπόν ήδη δρομολογηθεί πριν από τα συνταρακτικά γεγονότα που ακολούθησαν την 7η Οκτωβρίου 2023. Το κυριότερο όμως κεφάλαιο που οδήγησε την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας στην απόφαση να προχωρήσει σε αμυντική συμμαχία με την Τουρκία ήταν η αποτυχημένη πολεμική επιχείρηση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν, και ακολούθως η ασύμμετρη απάντηση του Ιράν κατά όλων των αραβικών κρατών του Περσικού Κόλπου. Οι Σαουδάραβες αντιλήφθηκαν με επώδυνο τρόπο πως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν τη βούληση και το σθένος να ανατρέψουν το καθεστώς των αγιατολάδων, έχοντας εν τω μεταξύ ανοίξει τον ασκό του Αιόλου μοιράζοντας κενές υποσχέσεις στα δυτικόφιλα κράτη της περιοχής.
Η παταγώδης αυτή αποτυχία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής οδηγεί τα σουνιτικά κράτη της Μέσης Ανατολής σε συσπείρωση, αφήνοντας στην άκρη μικροανταγωνισμούς και μικροδιενέξεις του παρελθόντος. Το μήνυμα της Συμφωνία της Μέκκας είναι πως το status quo και η ασφάλεια στη Μέση Ανατολή θα καθορίζεται πλέον από την σουνιτική συμμαχία και όχι από τρίτους παράγοντες. Ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε, με καθυστέρηση αρκετών ημερών, να επικροτήσει την Συμφωνία, αλλά το λογικό συμπέρασμα που προκύπτει από τις εξελίξεις στην περιοχή είναι πως τα συμφέροντα της Δύσης έχουν πληγεί σημαντικά.
Ο στρατηγικής σημασία εμπορικός και ενεργειακός διάδρομος IMEC, που φιλοδοξεί να συνδέσει την Ινδία με τα Εμιράτα, την Σαουδική Αραβία, την Ιορδανία, το Ισραήλ, και μέσω Κύπρου και Ελλάδας την Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά, είναι πλέον παγωμένος, εάν δεν έχει καταστεί ήδη ανέφικτος. Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, η σαουδαραβική πλευρά εδώ και μερικούς μήνες απέχει από τις σχετικές προκαταρκτικές συζητήσεις.
Σε αντιδιαστολή, Άγκυρα και Ριάντ προωθούν κοινές δράσεις στη Συρία, επιδιώκοντας να καταστήσουν το καθεστώς του πρώην (;) ισλαμιστή Αλ-Σαράα την εναλλακτική διέξοδο στη Μεσόγειο, παρακάμπτοντας το Ισραήλ. Ενδεικτικές αυτής της αλλαγής στάσης της Σαουδικής Αραβίας είναι οι ρηματικές διακοινώσεις προς την Ελλάδα για την αλλαγή της χάραξης της καλωδιακής σύνδεσης East to Med Data Corridor, όπου το Ριάντ πλέον ζητά το σημαντικό αυτό έργο διασύνδεσης δεδομένων με την Ευρωπαϊκή Ένωση να μην διέλθει από το Ισραήλ, αλλά από την Συρία.
Εν τω μεταξύ, και η συγκυρία για τη συμμαχία ΗΠΑ-Ισραήλ δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου εμφανίζεται ευάλωτος στις δημοσκοπήσεις ενόψει των βουλευτικών εκλογών στο Ισραήλ στα τέλη Οκτωβρίου. Ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος παγίως αποφεύγει να στηρίζει πολιτικούς που δεν είναι βέβαιο ότι θα κερδίσουν στις εκλογές, έχει αποφύγει επανειλημμένα να παράσχει την στήριξή του στην επανεκλογή του Ισραηλινού πρωθυπουργού.
Με δεδομένη πλέον αυτήν τη δραματική αλλαγή του γεωπολιτικού σκηνικού στη Μέση Ανατολή, η Αθήνα βρίσκεται ενώπιον σοβαρών προκλήσεων και διλημμάτων. Η άμεση και προφανής επίπτωση είναι η σημαντική αναβάθμιση της στρατιωτικής επιρροής της Τουρκίας στην περιοχή και η επακόλουθη παραιτέρω ενίσχυση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας. Η μικρή μεν, υπαρκτή δε, πιθανότητα συμμετοχής και της Αιγύπτου στη Συμφωνία της Μέκκα θα ανέτρεπε δραματικά τους συσχετισμούς ισχύος και στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι τελευταίες εβδομάδες έχουν πραγματοποιηθεί επανειλημμένες τηλεφωνικές επικοινωνίες των Υπουργών Εξωτερικών της Ελλάδας και της Κύπρου με τον Αιγύπτιο ομόλογό τους. Το στρατιωτικό και διπλωματικό κατεστημένο της Αιγύπτου διαμηνύει διακριτικά ότι “προς το παρόν” δεν ενδιαφέρεται να συνυπογράψει τη Συμφωνία της Μέκκας, αλλά οι πιέσεις που δέχεται από το Ριάντ και την Άγκυρα είναι έντονες.
Σε αυτό το ιδιαίτερα ευαίσθητο και εύθραυστο πεδίο, η Ελλάδα δεν θα ήταν φρόνιμο να αντιδράσει με σπασμωδικές κινήσεις, όπως θα ήταν η απόσυρση της πυροβολαρχίας Patriot από την Σαουδική Αραβία. Μια τέτοια κίνηση θα έθετε de facto την Ελλάδα στο αντίπαλο άξονα της τριεθνούς συμμαχίας, κάτι που δεν έχει κανένα λόγο να δείξει εμφανώς και δημόσια. Εξάλλου, σε τυπικό επίπεδο, το Ριάντ με την υπογραφή της Συμφωνίας της Μέκκας δεν παραβιάζει κάποιον όρο της διμερούς αμυντικής συμφωνίας με την Ελλάδα. Η Αθήνα δεν έχει κανένα λόγο να δείξει σε πρώτο πλάνο ότι φοβάται ή ενοχλείται από τη Συμφωνία της Μέκκας.
Αυτό που μπορεί και πρέπει να κάνει η Ελλάδα είναι να συνεχίσει να ενισχύει και να εμβαθύνει την αμυντική, εμπορική και ενεργειακή της συνεργασία με την Ινδία και το Ισραήλ, και να ενεργοποιήσει με οποιονδήποτε δυνατό τρόπο τον παράγοντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις εξελίξεις στην περιοχή. Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να καταλάβουν ότι η υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής στην περιοχή πρέπει να αντικατασταθεί, σε όποιο βαθμό είναι αυτό εφικτό, με ενίσχυση της ευρωπαϊκής παρουσίας. Παράλληλα πρέπει να προχωρήσουν οι ενέργειες για την υλοποίηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Great Sea Interconnector, εμπλέκοντας ενεργά τον γαλλικό και ευρύτερα τον ευρωπαϊκό παράγοντα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν βεβαίως ένας σημαντικός παράγοντας στήριξης των ελληνικών και κυπριακών συμφερόντων, αλλά είναι φανερό ότι στην αμερικανική προεδρία οι προτεραιότητες αυτή τη στιγμή επικεντρώνονται στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου για το Κονγκρέσο και στην ολοκλήρωση των εργασιών για την νέα αίθουσα χορού του Λευκό Οίκου.