Για ακόμη μια φορά ο τρόπος πρόσληψης των μεγάλων μαθητικών διαδηλώσεων στην Γαλλία γίνεται στην χώρα μας με ιδεολογικούς όρους τους οποίους προβάλουμε στα καθ' ημάς, ανάλογα με την παράταξη στην οποία ανήκουμε.
Με δεδομένο ότι δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται αυτό, κανονικά δεν θα έπρεπε να μας προβληματίζει ιδιαίτερα, πόσο μάλλον που αφορά μια ξένη χώρα. Σε αυτή ειδικά την περίπτωση όμως όσα συμβαίνουν στην Γαλλία, δεν περιορίζονται στην Γαλλία αλλά αντανακλώνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Το πρόβλημα με τις παραταξιακές αναγνώσεις δεν είναι ότι δεν λένε την αλήθεια αλλά ότι λένε πάντα την μισή αλήθεια, ενίοτε φυσικά με συνειδητές ανακρίβειες και πάντως με αρκετές αποσιωπήσεις.
Από την μία έχουμε όσους περιορίζουν τις διαδηλώσεις των μαθητών μόνο στα ζητήματα της τάξης και της ασφάλειας. Ισχυρίζονται, με άλλα λόγια, ότι για τις ουκ ολίγες καταστροφές και εμπρησμούς σχολείων (είναι τουλάχιστον 24) που υπολογίζονται όντως σε κάπου 7 εκατομμύρια ευρώ, και για τις πολυπληθέστατες συγκεντρώσεις που συνοδεύονται, είναι αλήθεια, από εκτενή επεισόδια όλες αυτές τις ημέρες, θα αρκούσε για την αντιμετώπισή τους απλώς η σκληρότερη καταστολή καθώς και η υποχρέωση των οικογενειών να αναλάβουν οι ίδιες το κόστος αποκατάστασης των καταστροφών στα σχολεία που έχουν κάνει τα παιδιά τους. Κάτι που έτσι κι αλλιώς θα γίνει με βάση τον γαλλικό νόμο -και είναι αυτό που δεν είχε γίνει με τα καταστροφικά επεισόδια επί τριημέρου το 2008 στο κέντρο της Αθήνας.
Δεν είναι προφανώς ότι δεν υπάρχει πρόβλημα δημόσιας τάξης στην Γαλλία. Τις τελευταίες ημέρες έχουν καταγραφεί πλήθος επιθέσεων είτε από οργανωμένες ομάδες είτε από μεμονωμένα άτομα πυρπολώντας σχολικά κτήρια ή ασκώντας ηθελημένη βία σε άτομα έξω από αυτά, ορισμένες εκ των οποίων έχουν ταυτοποιηθεί ότι προέρχονται από ισλαμιστικά στοιχεία. Αυτό πάντως δεν θα αρκούσε σε καμία περίπτωση ώστε να θεωρηθούν τα επεισόδια γενικά ως υποκινούμενα από τον ριζοσπαστικό ισλαμισμό ούτε και να κατανοηθούν ως αποτέλεσμα της τυφλής και μηδενιστικής βίας των μπαχαλάκηδων (που έχει επανειλημμένως καταγραφεί στην χώρα στο παρελθόν), όπως επιμένει να διαστρεβλώνει τα πράγματα η λεπενική ακροδεξιά. Η Γαλλία έχει πράγματι πρόβλημα με την θρησκευτική μισαλλοδοξία οργανωμένων ισλαμιστικών κύκλων που δηλητηριάζουν τα νεότερα παιδιά με τον λόγο του μίσους τους, όπως έδειξε εξάλλου και η δολοφονία δια αποκεφαλισμού του καθηγητή ιστορίας/γεωγραφίας Σαμουέλ Πατύ από έναν φανατικό 18χρονο ισλαμιστή πρόσφυγα αλλά δεν θα αρκούσε αυτό για να προκληθεί μια τόσο εκτεταμένη αναταραχή σε περίπου 1.800 σχολεία σε όλη την επικράτεια. Είναι αυτονοήτως μια μεγάλη αντίφαση να ζητάς βελτίωση των σχολικών υποδομών την ίδια ώρα που τις καταστρέφεις από θυμό ή από καταστροφολαγνεία αλλά δεν αφορά αυτό την συντριπτική πλειοψηφία των Γάλλων μαθητών και θα ήταν τρομερά άδικο να κατηγορηθούν απλώς ως “κακομαθημένα που καίνε τα σχολεία τους”. Πολλοί από τους μαθητές αυτούς άλλωστε καταδικάζουν δημόσια τις λεηλασίες και τις καταστροφές διότι αντιλαμβάνονται ότι υπονομεύουν τον αγώνα τους. Πρόκειται, σε κάθε περίπτωση, για 15χρονα και 16χρονα παιδιά που έχουν υποστεί τις συνέπειες της αστυνομικής καταστολής η οποία ενίοτε έχει χάσει το μέτρο καθώς όλες αυτές τις μέρες έχουν προσαχθεί περίπου 6.900 άτομα, εκ των οποίων 5.900 ανήλικοι, στις εν λόγω συγκεντρώσεις, αν και θα πρέπει να σημειωθεί ότι έχουν επίσης τραυματιστεί κάπου 800 αστυνομικοί.
Υπάρχει πάντως και η πιο βάσιμη κατηγορία της υποκίνησης των επεισοδίων από την λαϊκιστική Αριστερά του Μελανσόν, με δεδομένο κιόλας ότι μία από τις ηγετικές μορφές του μαθητικού κινήματος, ο Ριάντ Ρανί βρίσκεται προσωπικά και ιδεολογικά πολύ κοντά στο κόμμα της Ανυπότακτης Γαλλίας, έχοντας κάνει πρακτική σε έναν βουλευτή της και έχοντας συμμετάσχει σε θερινό καμπ του κόμματος όπως και σε διάφορες δράσεις του κατά καιρούς. Ο 19χρονος Ρανί έχει τελειώσει την περσινή χρονιά το λύκειο και αυτοπροσδιορίζεται ως Αριστερός, διαθέτει μεγάλη επικοινωνιακή άνεση, εμφανίζεται συνεχώς στην τηλεόραση αλλά δεν εκφράζει θεσμικά το κίνημα καθώς δεν είναι εκλεγμένος στα μαθητικά συμβούλια. Ένα είναι το σίγουρο πάντως ότι ακόμη και αν δεν την υποκινεί, ο Μελανσόν κάνει ό,τι μπορεί για να πιστωθεί πολιτικά αυτή την μεγάλη κρίση ενόψει των προεδρικών εκλογών της επόμενης άνοιξης. Μεγάλη αναταραχή, υπέροχη κατάσταση, όπως θα έλεγε κάθε αυθεντικός ριζοσπάστης Αριστερός.
Ως ανταπάντηση, θα μπορούσε πάντως κάποιος να πει ότι αντίστοιχα προβληματική είναι και η περίπτωση ενός ηγέτη του κινήματος που συνδέεται στενά με το Κέντρο, του Ναταναέλ Κομπαρύ ο οποίος χωρίς να είναι πλέον ούτε και αυτός μαθητής, είναι πάντως μέλος του μακρονικού Renaissance και εργάζεται σε εταιρία που ίδρυσε πολύ κοντινός του κεντρώου υποψήφιου στις προεδρικές, Γκαμπριέλ Αττάλ. Με άλλα λόγια, του μαθητικού κινήματος ηγούνται δύο κομματικοποιημένοι μη μαθητές που εύκολα μπορούν να κατηγορηθούν ότι ενδέχεται να προωθούν κυρίως την προσωπική τους ατζέντα μέσω όλων αυτών -όπως ξέρουμε καλά εμείς στην Ελλάδα από την εξέλιξη παλιότερων καταληψιών σχολείων.
Με την σειρά της, η αντίπαλη παράταξη όσων σχολιάζουν τα τεκταινόμενα στην Γαλλία, υιοθετεί εντελώς άκριτα (όπως πάντα…) όλα τα αιτήματα των μαθητών, πλειοδοτώντας μάλιστα σε λαϊκιστική οργή. Τα μαθητικά αιτήματα ακούγονται απολύτως λογικά και επειδή αφορούν την εκπαίδευση χαίρουν πάντα και ευρύτατης νομιμοποίησης, όπως δείχνουν όλες οι έρευνες αυτή τη στιγμή στην Γαλλία. Σχεδόν όλοι, αλίμονο, συμφωνούν με τα αιτήματα για περισσότερους καθηγητές, για καλύτερες υποδομές, μείωση του υπερπληθυσμού στις τάξεις και για μια λιγότερο ταξική εκπαίδευση. Ωραία ακούγονται! Υπό την μεγάλη πίεση των γεγονότων, ο Γάλλος υπουργός Παιδείας Εντ. Ζεφρέ υποχρεώθηκε δε να αναγγείλει την πρόσληψη 3.000 καθηγητών προκειμένου να μπορούν να καλύπτονται άμεσα τα κενά που προκύπτουν κατά την διάρκεια της χρονιάς -κάτι που είναι υπαρκτό πρόβλημα. Η πτώση των επιδόσεων των Γάλλων μαθητών στις φετινές αξιολογήσεις της PISA δείχνει επίσης ότι κάτι δεν πάει καλά με το γαλλικό σχολείο ενώ συχνή είναι η κριτική και στο νέο σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια που κατηγορείται ότι οδηγεί στην παπαγαλία και σε εξαντλητικά σχολικά ωράρια. Ένα ακόμη σοβαρό εύρημα των αξιολογήσεων είναι ότι εντείνεται η ταξικότητα στο γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα, εξού και η οργή των μαθητών σε σχολεία φτωχότερων προαστίων ίσως να εκδηλώνεται με πιο ακραίους τρόπους.
Δεν είναι όμως ακριβές ότι το πρόβλημα έγκειται στη μείωση των δαπανών για την Παιδεία. Σύμφωνα με τη γαλλική στατιστική υπηρεσία Insee, συνολικά, οι εκπαιδευτικές δαπάνες έχουν αυξηθεί κατά σχεδόν 14% μεταξύ 2010 και 2024, σε πραγματικούς όρους (δηλαδή αφού ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός), από 173,3 δισ. ευρώ σε 197,1 δισ. ευρώ. Την ίδια περίοδο, οι δαπάνες ανά μαθητή στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση μειώθηκαν μεν αλλά μόλις κατά 2% ενώ και οι εκπαιδευτικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκαν μόνο κατά 0,2% μεταξύ 2010 και 2024 (από 7% σε 6,8%).
Βεβαίως, οι εκπαιδευτικοί εξακολουθούν να αμείβονται λιγότερο από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, αλλά το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι οι εν ενεργεία καθηγητές αλλά οι συνταξιούχοι του κλάδου που απορροφούν σχεδόν το 14% του ΑΕΠ. Μελέτη που δημοσιεύθηκε πέρυσι από τη δεξαμενή σκέψης IPP δείχνει ότι περίπου το 13% του εθνικού προϋπολογισμού της Γαλλίας για τη δημόσια εκπαίδευση κατευθύνεται στις εισφορές για τις γενναιόδωρες συντάξεις των εκπαιδευτικών. Υπενθυμίζεται ότι ο Πρόεδρος Μακρόν είχε επιχειρήσει πρόσφατα να ανεβάσει το όριο συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη, και έγινε “επανάσταση” στην χώρα, στην οποία σημειωτέον συμμετείχαν μαζικά και οι μαθητές, οπότε και η εφαρμογή του νόμου ανεστάλη. Την ίδια ώρα, ενώ η Παιδεία έχει εξαιρεθεί από τις θηριώδεις περικοπές που ετοιμάζονται στον φετινό προϋπολογισμό λόγω της σοβαρής οικονομικής κρίσης την οποία βιώνει η χώρα, σχεδόν ολόκληρη η αύξηση του εθνικού προϋπολογισμού για την εκπαίδευση εξανεμίστηκε πέρυσι εξαιτίας του πληθωρισμού, σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Παιδείας.
Ιδού λοιπόν οι τεράστιες αντιφάσεις της Γαλλίας που είναι ταυτόχρονα και αντιφάσεις όλης της ηπείρου μας. Ενώ δεν έχει εγκαταλείψει -πάντα στα μέτρα του εφικτού- την δημόσια εκπαίδευση, παλεύει με τις συνέπειες μιας πλανητικής οικονομικής κρίσης που εντείνεται από τον πληθωρισμό, την ενεργειακή κρίση καθώς και τις μεγάλες τεχνολογικές και δημογραφικές αλλαγές. Ιδού και οι αντιφάσεις ενός λαϊκιστικού πολιτικού συστήματος, που στο όνομα των επικείμενων προεδρικών εκλογών δεν νοιάζεται αν θα ρίξει λάδι στην φωτιά παρασύροντας τις νεότερες γενιές σε μια αρρωστημένη πόλωση που αποκλείεται να λύσει κανένα πρόβλημα. Και ιδού οι αντιφάσεις μιας κοινωνίας (όπως όλων των ευρωπαϊκών άλλωστε) που δεν αντιλαμβάνεται ότι είναι αδύνατον να είμαστε ταυτόχρονα και για πάντα, υγιείς, όμορφοι και πλούσιοι, χωρίς βαθιές μεταρρυθμίσεις και ριζική αλλαγή των προτεραιοτήτων μας.
Λέγεται συχνά ότι η Γαλλία λειτουργεί ως πολιτικό εργαστήριο της Ευρώπης, και δεν είναι μακριά από την αλήθεια ο ισχυρισμός. Η ίδια βυθίζεται σε μια οικονομική και πολιτική κρίση που τηρουμένων των αναλογιών μπορούμε να την εντοπίσουμε και σε άλλες χώρες της ηπείρου, όπως η Γερμανία. Οι σημερινές της αντιφάσεις είναι ταυτόχρονα οι αντιφάσεις μιας ηπείρου που προκειμένου να αποκτήσει ξανά πρωταγωνιστική θέση στις παγκόσμιες εξελίξεις, θα πρέπει πρώτα να παραδεχτεί ποια ήταν τα προβλήματα που την οδήγησαν να την χάσει, τις τελευταίες δεκαετίες. Αλλά οι σκληρές αλήθειες απαιτούν ταυτόχρονα γενναίες ηγεσίες και ώριμες κοινωνίες. Και παρότι γηραιά, η ήπειρος αναζητά αυτή την στιγμή την ωρίμανσή της.