Τελικά αξίζει να είσαι Έλληνας σε δύσκολους καιρούς; Σε άρθρο του Economist (17/9/2026) περιγράφονται οι μεγάλες πιέσεις που δέχονται οι χώρες λόγω του δυσβάσταχτου χρέους και της μεγάλης δυσκολίας δανεισμού και αποπληρωμών, εξαιτίας της διεθνούς κρίσης με τα μέτωπα στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.
Όμως σε μια παράγραφο, η αναφορά στην Ελλάδα εκπλήσσει ευχάριστα σχετικά με το πώς μπορούν οι κυβερνήσεις να διαχειριστούν το πρόβλημα: «Το "Γίνε Ελβετός ή Σκανδιναβός" μπορεί να μην είναι ρεαλιστική συμβουλή, αλλά ακόμη και το "Γίνε Έλληνας" θα έκανε. Η Ελλάδα έχει μειώσει σημαντικά το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ».
Αν και το ελληνικό δημόσιο χρέος παραμένει το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η τροχιά του είναι σαφώς καθοδική. Από 154,2% του ΑΕΠ στο τέλος του 2024, μειώθηκε στο 146,1% στο τέλος του 2025. Στο πρώτο τρίμηνο του 2026 υποχώρησε περαιτέρω στο 143,5%. Μέσα σε έναν χρόνο η μείωση έφθασε τις 9,4 ποσοστιαίες μονάδες - η μεγαλύτερη στην ΕΕ. Την ίδια περίοδο, το γαλλικό χρέος αυξήθηκε κατά τέσσερις μονάδες, στο 117,6% του ΑΕΠ.
Αυτό δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια. Είναι μια σημαντική αλλαγή στη θέση της χώρας. Το καλοκαίρι που μας πέρασε, η χώρα μας εξέδωσε ομόλογα με χαμηλότερες αποδόσεις από αυτές της Γαλλίας. Η Ελλάδα εξακολουθεί να χρωστά πολλά, αλλά οι αγορές αξιολογούν πλέον διαφορετικά την ικανότητά της να εξυπηρετεί αυτό το χρέος. Την περασμένη εβδομάδα είχαμε και τη διπλή αναβάθμιση. Η Moody’s αναβάθμισε τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας από σταθερές σε θετικές, διατηρώντας την πιστοληπτική αξιολόγηση στη βαθμίδα Baa3. Παράλληλα, η Scope Ratings αναβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB+ από BBB, με σταθερές προοπτικές, αναδεικνύοντας την ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Γι' αυτό και το «Γίνε Έλληνας» του Economist έχει ουσία: σε μια Ευρώπη όπου αρκετές μεγάλες οικονομίες δυσκολεύονται να συγκρατήσουν τα δημόσια οικονομικά τους, η Ελλάδα κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη Ελλάδα. Αυτή που δεν εμφανίζεται στις αποδόσεις των ομολόγων αλλά στο ταμείο του σουπερμάρκετ, στο ενοίκιο, στον λογαριασμό του ηλεκτρικού, στον μισθό και στο διαθέσιμο εισόδημα στο τέλος του μήνα. Και εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της κριτικής της αντιπολίτευσης. Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το κατά κεφαλήν ελληνικό ΑΕΠ, προσαρμοσμένο στις διαφορές των τιμών, βρισκόταν το 2025 μόλις στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ. Μαζί με τη Βουλγαρία, η Ελλάδα βρέθηκε στην τελευταία θέση της Ένωσης.
Αυτό είναι ένα εξαιρετικά δυσάρεστο δεδομένο για μια χώρα που ανήκει στην ευρωπαϊκή οικογένεια εδώ και δεκαετίες.
Έχουμε επομένως μπροστά μας ένα παράδοξο, αλλά μόνο φαινομενικά. Δύο διαδικασίες εξελίσσονται παράλληλα. Οι οίκοι αξιολόγησης και οι επενδυτικοί οίκοι εκτιμούν πλέον ότι το ελληνικό Δημόσιο μπορεί να εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις του. Ταυτόχρονα, ο εργαζόμενος αναρωτιέται εάν ο μισθός του φτάνει μέχρι το τέλος του μήνα. Ή, με άλλα λόγια: η πρώτη διαδικασία εξαρτάται από χρέος, ανάπτυξη, πλεονάσματα, πολιτική σταθερότητα και κόστος δανεισμού. Η δεύτερη από πραγματικούς μισθούς, πληθωρισμό, παραγωγικότητα, κόστος κατοικίας, τρόφιμα, ενέργεια και φορολογία.
Ακόμα και τα βασικά κόμματα της αντιπολίτευσης, το ΠΑΣΟΚ αλλά και η ΕΛΑΣ, αναγνωρίζουν ότι η δημοσιονομική εξυγίανση ήταν αναγκαία. Χωρίς αυτήν, η Ελλάδα θα παρέμενε ευάλωτη σε κάθε διεθνή κρίση και θα πλήρωνε ακριβότερα τον δανεισμό της. Η εντυπωσιακή πτώση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ -όταν στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης ο δείκτης κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση- αποτελεί πραγματικό επίτευγμα.
Άρα, το ζητούμενο για την προσεχή περίοδο -και μάλιστα με τη χώρα σε προεκλογική τροχιά- είναι η μετατροπή της δημοσιονομικής αξιοπιστίας σε σύγκλιση του πραγματικού βιοτικού επιπέδου: υψηλότερη παραγωγικότητα, καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα, χαμηλότερη επιβάρυνση από τη στέγη και επενδύσεις που αυξάνουν μακροπρόθεσμα την παραγωγική δυνατότητα της χώρας. Αυτή είναι η πρόκληση ή, καλύτερα, το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα που αφορά πρωτίστως την κυβέρνηση αλλά και τα κόμματα που φιλοδοξούν να παίξουν ρόλο στη διακυβέρνηση του τόπου. Ο μεγάλος πειρασμός για την κυβέρνηση είναι να επαναπαυθεί στη δημοσιονομική βελτίωση, χωρίς να στρέψει την προσοχή της στο «μέρισμα» για τη βελτίωση της ζωής των πολιτών. Ο εύκολος δρόμος για την αντιπολίτευση είναι να υποκύψει στις Σειρήνες του λαϊκισμού και να τάζει δισ. ευρώ με ευκολία, παραγνωρίζοντας τις προτεραιότητες αλλά και τους περιορισμούς της αναγκαίας δημοσιονομικής εξυγίανσης. Παρ' όλα αυτά, ας κρατήσουμε το «Γίνε Έλληνας» του Economist ως εφαλτήριο αισιοδοξίας, σε ένα εκρηκτικό διεθνές περιβάλλον, με την κλιμακούμενη ενεργειακή κρίση που προοιωνίζεται έναν δύσκολο χειμώνα και την ακρίβεια να καλπάζει…