Ο διχασμός στο εσωτερικό του κινήματος MAGA, που αποτελεί τον πυρήνα της εκλογικής βάσης του Ντόναλντ Τραμπ, όπως αποτυπώθηκε και στο CPAC, συμπίπτει με την προσπάθεια επανεκκίνησης των επαφών με την Τεχεράνη.
Η κινητικότητα για επανεκκίνηση διαπραγματεύσεων με το Ιράν δεν προέκυψε σε πολιτικό κενό. Αντίθετα, φαίνεται να διαμορφώνεται μέσα σε ένα περιβάλλον έντονων εσωτερικών πιέσεων στο στρατόπεδο του Ντόναλντ Τραμπ, όπου καταγράφεται πλέον με σαφήνεια ένας διχασμός στους κόλπους του κινήματος MAGA.
Το ετήσιο συνέδριο CPAC (Conservative Political Action Conference), της σημαντικότερης ετήσιας συνάντησης της αμερικανικής συντηρητικής βάσης και κομβικού χώρου καταγραφής των τάσεων στο εσωτερικό του τραμπισμού, στο Τέξας, που ολοκληρώθηκε τις προηγούμενες ημέρες, ανέδειξε αυτή την εικόνα. Παρότι το μεγαλύτερο μέρος της συντηρητικής βάσης εμφανίστηκε να στηρίζει τη σκληρή γραμμή έναντι του Ιράν, δεν έλειψαν οι δημόσιες επιφυλάξεις για την προοπτική περαιτέρω κλιμάκωσης — ιδίως σε ό,τι αφορά μια πιθανή χερσαία επέμβαση.
Σύμφωνα με αμερικανικά μέσα, στο εσωτερικό του MAGA συνυπάρχουν πλέον δύο διακριτές τάσεις: από τη μία, όσοι θεωρούν τη στρατιωτική πίεση αναγκαία για την αποτροπή του Ιράν και την προστασία του Ισραήλ· από την άλλη, ένα αυξανόμενο ρεύμα που εκφράζει ανησυχία για το ενδεχόμενο μιας νέας μακροχρόνιας εμπλοκής στη Μέση Ανατολή, επικαλούμενο τη βασική δέσμευση του τραμπισμού για αποφυγή «ατελείωτων πολέμων».
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι παρεμβάσεις του Στιβ Μπάνον, του αμφιλεγόμενου πρώην επικεφαλής στρατηγικής του Λευκού Οίκου και βασικού ιδεολογικού εκφραστή του τραμπισμού, που θεωρείται από πολλούς «αρχιτέκτονας» της MAGA ρητορικής, ο οποίος έχει ταχθεί δημόσια κατά μιας βαθύτερης στρατιωτικής εμπλοκής. Μέσα από τις τοποθετήσεις του προειδοποιεί ότι ένας παρατεταμένος πόλεμος θα μπορούσε να έχει πολιτικό κόστος για τους Ρεπουμπλικανούς, ενώ έρχεται σε αντίθεση με τον πυρήνα της πολιτικής «America First».
Αντίστοιχες επιφυλάξεις εκφράζονται και από εκλεγμένους αξιωματούχους. Ο Ματ Γκέιτζ (Matt Gaetz), σκληροπυρηνικός Ρεπουμπλικανός βουλευτής και στενός πολιτικός σύμμαχος του Τραμπ, προειδοποίησε ότι μια χερσαία εισβολή θα μπορούσε να καταστήσει τις ΗΠΑ «φτωχότερες και λιγότερο ασφαλείς», ενώ υπογράμμισε την ανάγκη οι αποφάσεις να εξυπηρετούν πρωτίστως τα αμερικανικά συμφέροντα.
Το κλίμα αυτό φαίνεται να αποτυπώνεται και στο Κογκρέσο, όπου Ρεπουμπλικάνοι εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι σε μια ενδεχόμενη κλιμάκωση, κυρίως ως προς το ενδεχόμενο χερσαίας εμπλοκής.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εσωτερικών αντιδράσεων, η αμερικανική πλευρά φαίνεται να ακολουθεί μια παράλληλη τακτική, συνδυάζοντας τη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων με τη διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας.
ΗΠΑ και Ισραήλ προχώρησαν σε βομβαρδισμό στο Αρντακάν, πλήττοντας εργοστάσιο επεξεργασίας ουρανίου στο Ιράν, σε μία ακόμη ένδειξη ότι οι επιχειρήσεις συνεχίζονται.
Λίγες ώρες αργότερα, αν και οι ΗΠΑ είχαν ενημερωθεί ότι αναμενόταν εντός της ημέρας απάντηση στην πρόταση των 15 όρων, υψηλόβαθμος Ιρανός αξιωματούχος δήλωσε ότι πλέον εξετάζεται ακόμη και το ενδεχόμενο να μην δοθεί απάντηση, επικαλούμενος τις συνεχιζόμενες επιθέσεις.
Παρά την εξέλιξη αυτή, από την αμερικανική πλευρά διατηρείται ανοικτός ο δίαυλος επικοινωνίας. Σύμφωνα με το CNN, ο Λευκός Οίκος επιμένει ότι οι επαφές συνεχίζονται, ενώ εξετάζεται και το ενδεχόμενο συνάντησης σε τρίτη χώρα, όπως το Πακιστάν.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι είναι εφικτές συναντήσεις με τους Ιρανούς ακόμη και εντός της εβδομάδας, παρά τη συνέχιση των επιχειρήσεων — μια στάση που αποτυπώνει την προσπάθεια να διατηρηθεί ανοιχτό το ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης.
Παράλληλα, σύμφωνα με το Axios, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ενημέρωσε τους ομολόγους του στην G7 ότι ο πόλεμος ενδέχεται να συνεχιστεί για ακόμη δύο έως τέσσερις εβδομάδες, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι οι στόχοι των ΗΠΑ μπορούν να επιτευχθούν χωρίς χερσαία επιχείρηση.
Οι εξελίξεις αυτές αποτελούν ίσως την πιο χαρακτηριστική ένδειξη των εσωτερικών πιέσεων, που αντανακλώνται και στις σχέσεις με το Ισραήλ. Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, και του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου πραγματοποιήθηκε σε έντονο κλίμα, με αντικείμενο την πορεία του πολέμου και τις εκτιμήσεις για την εξέλιξή του.
Η συνολική εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας διπλής δυναμικής: από τη μία πλευρά, η στρατιωτική πίεση προς το Ιράν παραμένει ενεργή· από την άλλη, οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις φαίνεται να διατηρούν ανοιχτό το ενδεχόμενο διπλωματικής διερεύνησης.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο διχασμός στο εσωτερικό του MAGA ενδέχεται να λειτουργεί ως ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν την κατεύθυνση των επιλογών. Οι αντιδράσεις απέναντι στο ενδεχόμενο χερσαίας εμπλοκής και οι δημόσιες παρεμβάσεις κατά της κλιμάκωσης συνδέονται χρονικά με τη διατήρηση διαύλων επικοινωνίας και την αναζήτηση διπλωματικής διεξόδου.
Το κατά πόσο αυτή η ισορροπία θα οδηγήσει σε ουσιαστική αποκλιμάκωση ή σε νέα φάση της σύγκρουσης παραμένει ανοιχτό, καθώς οι εξελίξεις συνεχίζουν να διαμορφώνονται σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.