Η επίθεση του Ιράν στη βρετανική βάση στην Κύπρο έφερε ξανά στο προσκήνιο ένα ζήτημα που μάλλον δεν έκλεισε ποτέ.
Οι βρετανικές βάσεις του ’60 παραμένουν μέχρι σήμερα θέμα ασφάλειας και κυριαρχίας για την Κύπρο.
Με αφορμή τη σημερινή κυπριακή συζήτηση για νέα συνεννόηση ή αναθεώρηση των όρων ασφαλείας γύρω από τις βρετανικές βάσεις, ύστερα και από τα πρόσφατα γεγονότα στην Ανατολική Μεσόγειο, το ζήτημα επιστρέφει όχι ως απλή διπλωματική εκκρεμότητα αλλά ως ένα από τα πιο ανθεκτικά απομεινάρια της αποικιακής εποχής. Το ίδιο το γεγονός ότι η Λευκωσία ζητεί εκ νέου ρύθμιση του πλαισίου δείχνει πως οι βάσεις δεν είναι ένα κλειστό κεφάλαιο του 1960, αλλά μια ανοιχτή ιστορική εκκρεμότητα που συνοδεύει την Κυπριακή Δημοκρατία από τη γέννησή της.
Για να καταλάβει κανείς πώς καθιερώθηκαν, πρέπει να γυρίσει πολύ πριν από τη Ζυρίχη και το Λονδίνο, σε μια εποχή όπου η Κύπρος ήταν ένα γεωστρατηγικό σημείο στον χάρτη της αυτοκρατορίας. Η Βρετανία δεν έβλεπε το νησί μόνο ως αποικία. Το αντιμετώπιζε ως στήριγμα της παρουσίας της στη Μέση Ανατολή. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και ακόμη περισσότερο μετά την αποχώρηση της Βρετανίας από τη Διώρυγα του Σουέζ το 1956, η σημασία της Κύπρου αυξήθηκε αισθητά. Το νησί έπαψε να είναι απλώς μία ακόμη αποικία και απέκτησε ρόλο κεντρικού επιχειρησιακού κόμβου. Μια αντίληψη που διατηρήθηκε μέχρι σήμερα, με τις τελευταίες εξελίξεις να εντείνουν αυτήν την άποψη ανάμεσα στην βρετανική στρατιωτική και διπλωματική ελίτ.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’50, αυτή η σημασία αρχίζει να αποτυπώνεται σε συγκεκριμένο σχεδιασμό. Η εμπειρία της Αιγύπτου είχε δείξει ότι οι συμφωνίες χρήσης μπορούσαν να αμφισβητηθούν. Η πλήρης κυριαρχία, όμως, όχι. Έτσι διαμορφώνεται σταδιακά η επιλογή διατήρησης εδαφών και όχι απλώς στρατιωτικών εγκαταστάσεων.
Ο αγώνας της ΕΟΚΑ που ξεσπά το 1955 δεν αλλάζει αυτή τη βασική κατεύθυνση. Αντίθετα, την ενισχύει. Η ένταση της σύγκρουσης οδηγεί τη βρετανική πλευρά στο συμπέρασμα ότι η αποικιακή διοίκηση μπορεί να τερματιστεί, αλλά η στρατιωτική παρουσία πρέπει να διασφαλιστεί με πιο σταθερούς όρους. Η εξορία του Μακαρίου το 1956 εντάσσεται και σε αυτό το πλαίσιο: απομακρύνεται ο βασικός πολιτικός συνομιλητής, σε μια στιγμή που το ζήτημα της Κύπρου αποκτά έντονη διεθνή διάσταση.
Όταν επανέρχεται και ξεκινούν οι διαπραγματεύσεις που οδηγούν στις συμφωνίες του 1959, το βασικό πλαίσιο έχει ήδη διαμορφωθεί. Οι βάσεις δεν τίθενται ως ανοιχτό θέμα προς διαπραγμάτευση. Η ύπαρξή τους θεωρείται δεδομένη. Εκείνο που απομένει να καθοριστεί είναι η έκταση και η μορφή τους.
Σε αυτό το σημείο επικεντρώνεται και η προσπάθεια της ελληνοκυπριακής πλευράς. Τα αρχικά σχέδια προέβλεπαν μεγαλύτερες και πιο διάσπαρτες περιοχές. Στις τελικές ρυθμίσεις περιορίζονται στο Ακρωτήρι και τη Δεκέλεια. Δεν πρόκειται για πλήρη ανατροπή του σχεδιασμού, αλλά για έναν ουσιαστικό περιορισμό του.
Το 1960, με τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης, το καθεστώς των βάσεων αποκτά οριστική μορφή. Οι περιοχές αυτές δεν εντάσσονται στο νέο κράτος. Παραμένουν υπό πλήρη βρετανική κυριαρχία, με δική τους διοίκηση και δικαιοδοσία. Παράλληλα, προβλέπεται ένα σύνολο διευκολύνσεων που επιτρέπει τη χρήση υποδομών και εκτός των βάσεων. Έτσι διαμορφώνεται ένα καθεστώς παρουσίας που δεν περιορίζεται αυστηρά στα όριά τους.
Στα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας, το ζήτημα δεν βρίσκεται στο επίκεντρο. Οι εσωτερικές εντάσεις και οι διακοινοτικές συγκρούσεις μετατοπίζουν το ενδιαφέρον αλλού. Ωστόσο, σταδιακά διαμορφώνεται η αντίληψη ότι η κυριαρχία του νέου κράτους είναι, σε ορισμένα σημεία, περιορισμένη. Οι βάσεις παραμένουν εκτός των κρίσεων, αλλά η παρουσία τους λειτουργεί ως διαρκής υπενθύμιση των όρων υπό τους οποίους συγκροτήθηκε η Κυπριακή Δημοκρατία.
Λευκωσία–Λονδίνο: Πώς η Κύπρος θέλει να συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων για τις βάσεις
Σήμερα, το ζήτημα επανέρχεται με διαφορετικούς όρους. Η επιδείνωση της κατάστασης στην Ανατολική Μεσόγειο και η χρήση των βάσεων σε στρατιωτικές επιχειρήσεις αναδεικνύουν νέες πτυχές του θέματος. Στη Λευκωσία διατυπώνεται πλέον πιο καθαρά η ανάγκη επανεξέτασης του πλαισίου.
Η κυπριακή πλευρά δεν θέτει άμεσα θέμα απομάκρυνσης. Εστιάζει κυρίως στην αναθεώρηση των όρων ασφάλειας και στη θεσμοθέτηση σαφέστερων διαδικασιών ως προς τη χρήση των βάσεων. Ζητεί ενημέρωση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων που ενδέχεται να επηρεάσουν την ασφάλεια του νησιού.
Σύμφωνα με πληροφορίες που διακινούνται σε διπλωματικούς κύκλους, η Λευκωσία έχει ήδη θέσει προς το Λονδίνο την ιδέα δημιουργίας ενός μόνιμου μηχανισμού διαβούλευσης, ο οποίος θα ενεργοποιείται σε περιπτώσεις επιχειρησιακής χρήσης των βάσεων με πιθανές επιπτώσεις για την Κύπρο. Η πρόταση αυτή συνδέεται με την αυξανόμενη ανησυχία ότι αποφάσεις που λαμβάνονται εκτός του νησιού μπορούν να επηρεάσουν άμεσα το επίπεδο ασφάλειας στο εσωτερικό του.
Κυπριακή Δημοκρατία: Νέες διαδικασίες συντονισμού σε περίοδο κρίσεων
Στο ίδιο πλαίσιο, προωθείται η ανάγκη για πιο συστηματική και έγκαιρη ενημέρωση από τη βρετανική πλευρά, ιδίως σε περιπτώσεις επιχειρήσεων που σχετίζονται με εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Κυβερνητικές πηγές επισημαίνουν ότι το ζητούμενο δεν είναι η αμφισβήτηση των συμφωνιών, αλλά η προσαρμογή τους σε ένα περιβάλλον που έχει μεταβληθεί ουσιαστικά σε σχέση με το 1960.
Παράλληλα, εξετάζεται η θεσμοθέτηση διαδικασιών που θα επιτρέπουν καλύτερο συντονισμό σε περιπτώσεις κρίσεων, είτε αυτές αφορούν στρατιωτικές εξελίξεις είτε ζητήματα πολιτικής προστασίας. Στόχος είναι να αποφευχθούν αιφνιδιασμοί και να διασφαλιστεί ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα βρεθεί εκτεθειμένη σε κινδύνους χωρίς προηγούμενη γνώση ή δυνατότητα αντίδρασης.
Στο επιχείρημα αυτό, η Λευκωσία φαίνεται να εντάσσει και τη διεθνή νομολογία των τελευταίων ετών. Η γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου για το αρχιπέλαγος Τσάγος —όπου βρίσκεται και η αμερικανοβρετανική βάση στο Ντιέγκο Γκαρσία, η οποία επίσης βρέθηκε πρόσφατα στο επίκεντρο εντάσεων μετά από επιθέσεις που αποδόθηκαν στο Ιράν— χρησιμοποιείται πλέον ως ένα ακόμη παράδειγμα αμφισβήτησης αποικιακών ρυθμίσεων που συνδέονται με στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Στη διαδικασία που οδήγησε στη γνωμοδότηση είχε παρασταθεί και η Κυπριακή Δημοκρατία.
Τι προβλέπει η Διεθνής Νομολογία για πρώην αποικιακές βάσεις
Καθώς, σε γενικές γραμμές, η συγκεκριμένη απόφαση αναδεικνύει ότι η διατήρηση στρατιωτικών υποδομών από πρώην αποικιοκρατικές δυνάμεις μπορεί να εκληφθεί ως συνέχεια της αποικιοκρατίας, αξιοποιείται ως σημείο αναφοράς και στη σημερινή συζήτηση. Παρότι η γνώμη δεν είναι δεσμευτική, θεωρείται ιδιαίτερα ισχυρή στο διεθνές δίκαιο και υπογραμμίζει ότι ακόμη και παλαιές ρυθμίσεις μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτηση, ιδίως όταν συνδέονται με στρατιωτικές βάσεις και δεν εδράζονται σε σαφή συναίνεση. Ωστόσο, σε αντίθεση με την περίπτωση του Μαυρικίου, η Κύπρος δεν έχει τη δυνατότητα να προσφύγει μονομερώς στο Διεθνές Δικαστήριο, καθώς απαιτείται και η συναίνεση της Βρετανίας για την υπαγωγή της διαφοράς στη δικαιοδοσία του.
Στην ίδια συζήτηση παρεμβαίνουν και νομικοί με εμπειρία στο διεθνές δίκαιο. Ο καθηγητής και βουλευτής της ΝΔ Άγγελος Συρίγος επισημαίνει ότι το 1960 η Βρετανία αποχώρησε από το 97% της Κύπρου, διατηρώντας κυριαρχία στο υπόλοιπο 3%. Οι περιοχές αυτές, όπως τονίζει, δεν χαρακτηρίζονται από το Λονδίνο ως «στρατιωτικές βάσεις», αλλά ως «κυρίαρχες», ακριβώς επειδή ασκείται πλήρης κρατική εξουσία εντός τους. Υπενθυμίζει επίσης ότι το 2004, στο πλαίσιο του σχεδίου Ανάν, η βρετανική πλευρά επιχείρησε να ενισχύσει περαιτέρω το καθεστώς αυτό, θέτοντας ζήτημα θαλάσσιων ζωνών.
Στρατιωτικές βάσεις στη Κύπρο: Συζήτηση για υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ και γεωπολιτική στρατηγική
Σήμερα, οι βάσεις διαθέτουν χωρικά ύδατα δύο ναυτικών μιλίων, ενώ, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, υπήρχε σχεδιασμός για επέκταση των κυριαρχικών δικαιωμάτων στη θάλασσα , διεκδικώντας υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ — εξέλιξη που δεν προχώρησε μετά την απόρριψη του σχεδίου.
Σχολιάζοντας τη σημερινή στάση της Λευκωσίας, ο ίδιος χαρακτηρίζει τα αιτήματα για αναθεώρηση των όρων λειτουργίας των βάσεων ρεαλιστικά και ενταγμένα σε μια ευρύτερη διαπραγματευτική προσέγγιση. Όπως σημειώνει, η συζήτηση αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος ενός μεγαλύτερου πλαισίου, το οποίο, υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσε να περιλαμβάνει και την ένταξη της Κύπρου στο ΝΑΤΟ.
Σε πιο μακροπρόθεσμο επίπεδο, η συζήτηση αγγίζει και το ίδιο το καθεστώς των βάσεων. Αν και δεν τίθεται ως άμεσο αίτημα, σε πολιτικό επίπεδο διατυπώνεται όλο και συχνότερα η θέση ότι μια ενδεχόμενη συνολική λύση του Κυπριακού θα πρέπει να συνοδεύεται και από επανεξέταση του ρόλου και της έκτασης των βρετανικών περιοχών.
Όπως σημειώνεται σε διπλωματικούς κύκλους, το ζήτημα δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά τον τρόπο με τον οποίο η Κύπρος τοποθετείται στο σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον.
Και ίσως, για πρώτη φορά μετά το 1960, δεν αντιμετωπίζεται ως δεδομένο.