Η γερμανική κυβέρνηση εξέφρασε έντονη ανησυχία για την πιθανή παραβίαση των iPhone κυβερνητικών αξιωματούχων και βουλευτών μέσω κατασκοπευτικού λογισμικού.
Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφάλειας Πληροφοριών της Γερμανίας εξέδωσε το Σαββατοκύριακο επείγουσα προειδοποίηση, καλώντας κυβερνητικά στελέχη που έλαβαν ειδοποίηση από την Apple τις τελευταίες ημέρες να θεωρήσουν ότι οι συσκευές τους δεν είναι πλέον ασφαλείς.
Σύμφωνα με τη γερμανική κυβέρνηση, οι ειδοποιήσεις της Apple άρχισαν να αποστέλλονται στους ενδιαφερομένους την περασμένη Πέμπτη. «Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αντιμετωπίζει το περιστατικό και την προειδοποίηση με τη μέγιστη σοβαρότητα», δήλωσε τη Δευτέρα ο Στέφαν Κορνέλιους, εκπρόσωπος του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς.
«Πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι ορισμένες συσκευές ενδέχεται να έχουν παραβιαστεί», πρόσθεσε. «Οι αρμόδιες αρχές εργάζονται πλέον εντατικά για να διερευνήσουν τις συνθήκες του περιστατικού, καθώς και για να ενημερώσουν και να υποστηρίξουν όσους έχουν επηρεαστεί».
Σύμφωνα με τους Financial Times, ο Κορνέλιους απέφυγε να διευκρινίσει εάν μεταξύ των στόχων περιλαμβάνεται και ο ίδιος ο καγκελάριος.
Πώς γίνεται η επίθεση
Η επίθεση εκμεταλλεύεται μια λεγόμενη ευπάθεια «μηδενικού κλικ» (zero-click), γεγονός που σημαίνει ότι τα κινητά τηλέφωνα των στόχων μολύνθηκαν χωρίς οι κάτοχοί τους να χρειαστεί να κάνουν οτιδήποτε, όπως να πατήσουν έναν κακόβουλο σύνδεσμο ή να ανοίξουν ένα μολυσμένο αρχείο.
Το μόνο που χρειάζονταν οι χάκερ για να πραγματοποιήσουν την επίθεση ήταν να γνωρίζουν τους αριθμούς τηλεφώνου των στόχων τους.
Στο στόχαστρο κρατικών υπηρεσιών κατασκοπείας
Μέχρι στιγμής δεν έχουν εξαχθεί συμπεράσματα σχετικά με το ποιος βρίσκεται πίσω από την κυβερνοεπίθεση, ωστόσο οι αρμόδιες υπηρεσίες ασφαλείας εκτιμούν ότι σίγουρα πρόκειται για ενέργεια που υποστηρίζεται από κρατικό μηχανισμό.
Το κατασκοπευτικό λογισμικό που χρησιμοποιήθηκε, η ονομασία του οποίου επίσης δεν έχει γίνει γνωστή, έχει αναπτυχθεί από εμπορική εταιρεία και, σύμφωνα με αξιωματούχους, έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν από αρκετές κυβερνήσεις.
Το πιο γνωστό παράδειγμα τέτοιου λογισμικού είναι το Pegasus, το οποίο έχει αναπτύξει η ισραηλινή εταιρεία NSO. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα επιτρέπει στους χάκερ να διαβάζουν μηνύματα, ακόμη και εκείνα που αποστέλλονται μέσω κρυπτογραφημένων εφαρμογών, αλλά και να αποκτούν πρόσβαση στις επαφές, τα ημερολόγια, τα δεδομένα τοποθεσίας, τις φωτογραφίες και τα έγγραφα μιας συσκευής.
Παράλληλα, τα μολυσμένα κινητά τηλέφωνα μπορούν να μετατραπούν σε συσκευές παρακολούθησης, καθώς οι επιτιθέμενοι έχουν τη δυνατότητα να ενεργοποιούν εξ αποστάσεως τα μικρόφωνά τους.
Οι Γερμανοί βουλευτές και κυβερνητικοί αξιωματούχοι αποτελούν σημαντικούς στόχους για ξένες υπηρεσίες πληροφοριών που επιδιώκουν να αποκτήσουν ευαίσθητες πληροφορίες.
Η Γιούλια Κλέκνερ, πρόεδρος της γερμανικής Βουλής, ήταν το πλέον προβεβλημένο πρόσωπο ανάμεσα σε αρκετές δεκάδες Γερμανούς βουλευτές, οι οποίοι έπεσαν θύματα κυβερνοεπίθεσης την περασμένη άνοιξη μέσω εκστρατείας ηλεκτρονικού «ψαρέματος» (phishing), που στόχευε ειδικά χρήστες της κρυπτογραφημένης εφαρμογής ανταλλαγής μηνυμάτων Signal.
Οι ρωσικές ομάδες χάκερ πίσω από προηγούμενες επιθέσεις
Οι ρωσικές ομάδες χάκερ, οι οποίες συνδέονται με τις υπηρεσίες πληροφοριών της χώρας, έχουν αναδειχθεί στις πλέον δραστήριες στην προσπάθειά τους να αποκτήσουν πρόσβαση σε απόρρητες πληροφορίες Γερμανών πολιτικών.
Η ομάδα που είναι γνωστή ως APT28 ή «Fancy Bear», η οποία ελέγχεται από τη GRU, τη ρωσική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών, βρισκόταν πίσω από την κυβερνοεπίθεση του 2022 στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας.
Η ίδια ομάδα είχε πραγματοποιήσει και την επίθεση του 2015 στη γερμανική Βουλή, κατά την οποία υπεξαιρέθηκαν περίπου 16 gigabyte δεδομένων από υπολογιστές που χρησιμοποιούσαν ανώτερα στελέχη όλων των γερμανικών πολιτικών κομμάτων.
Η γερμανική κυβέρνηση κατηγόρησε επίσημα τη Ρωσία για την επίθεση το 2020, υποβάλλοντας επίσημη διαμαρτυρία στον Ρώσο πρέσβη στο Βερολίνο.
Επιπλέον, το 2016, Ρώσοι χάκερ που συνδέονται με την FSB παραβίασαν το ασφαλές δίκτυο επικοινωνιών που χρησιμοποιούν τα γερμανικά υπουργεία και είναι γνωστό ως δίκτυο πληροφοριών Βερολίνου-Βόννης (Berlin-Bonn Information Network).
Μεταξύ των εγγράφων στα οποία απέκτησαν πρόσβαση περιλαμβάνονταν διαβαθμισμένα αρχεία σχετικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία, καθώς και τις διαπραγματεύσεις για το Brexit, οι οποίες βρίσκονταν τότε σε εξέλιξη.