Οι περισσότερες μεγάλες αρχαιολογικές ανακαλύψεις είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιων ερευνών σε δύσβατες περιοχές και αμέτρητων ανασκαφών.
Όπως διαβάζουμε στο «upworthy.com» ωστόσο, υπάρχει μία μεγάλη ανακάλυψη που προέκυψε από μια πιο απλή διαδικασία και συγκεκριμένα από έναν διδακτορικό φοιτητή που περιηγούνταν ασταμάτητα στα... κιτάπια της Google φτάνοντας πολύ πιο μακριά από ό,τι συνήθως οι περισσότεροι χρήστες του διαδικτύου.
Πώς έφτασε στην πολύ σημαντική ανακάλυψη ο φοιτητής
Ο Λουκ Ολντ-Τόμας, υποψήφιος διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο Tulane, πραγματοποιούσε διαδικτυακή έρευνα όταν εντόπισε ένα αρχείο που έμελλε να αλλάξει τα δεδομένα.
Όπως είχε δηλώσει στο BBC το 2024, βρισκόταν περίπου στη 16η σελίδα των αποτελεσμάτων της Google όταν ανακάλυψε μια εναέρια σάρωση με λέιζερ που είχε πραγματοποιήσει μεξικανικός οργανισμός για σκοπούς περιβαλλοντικής παρακολούθησης.
Η συγκεκριμένη σάρωση αποκάλυψε κάτι εντυπωσιακό: μια ολόκληρη αρχαία πόλη των Μάγια, η οποία παρέμενε κρυμμένη κάτω από την πυκνή βλάστηση για αιώνες.
Η τεχνολογία που χρησιμοποιήθηκε ήταν το LiDAR, μια μέθοδος χαρτογράφησης που εκπέμπει παλμούς λέιζερ από αεροσκάφη ή δορυφόρους, επιτρέποντας την ακριβή αποτύπωση του εδάφους. Αφαιρώντας ψηφιακά το στρώμα της βλάστησης, οι ερευνητές κατάφεραν να διακρίνουν όσα κρύβονταν από κάτω: πυραμίδες, οδικά δίκτυα, αθλητικούς χώρους, αμφιθέατρα και χιλιάδες ακόμη κατασκευές στην πολιτεία Καμπέτσε, στο νοτιοανατολικό Μεξικό.
Ο οργανισμός που είχε συλλέξει αρχικά τα δεδομένα δεν αναζητούσε αρχαιολογικά ευρήματα, αλλά παρακολουθούσε περιβαλλοντικές μεταβολές. Χωρίς να το γνωρίζει, είχε πετάξει πάνω από μια χαμένη πόλη.
Ο Ολντ-Τόμας και ένας συνάδελφός του αρχαιολόγος έδωσαν στην πόλη το όνομα «Βαλεριάνα», εμπνευσμένοι από μια κοντινή λιμνοθάλασσα.
Μια μητρόπολη των Μάγια
Τα στοιχεία που προέκυψαν είναι εντυπωσιακά. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η πόλη φιλοξενούσε από 30.000 έως 50.000 κατοίκους κατά την περίοδο 750-850 μ.Χ., αριθμός που ξεπερνά τον σημερινό πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής. Από πλευράς πυκνότητας δόμησης, η Βαλεριάνα κατατάσσεται δεύτερη μετά το Κάλακμουλ, τον μεγαλύτερο γνωστό αρχαιολογικό χώρο των Μάγια στη Λατινική Αμερική, ο οποίος βρίσκεται περίπου 100 χιλιόμετρα μακριά.
Οι επιστήμονες θεωρούν πιθανό η Βαλεριάνα να λειτουργούσε ως σημαντικό διοικητικό και πολιτικό κέντρο της περιοχής.
Ο καθηγητής ανθρωπολογίας Μαρσέλο Κανούτο, συνυπογράφων της σχετικής μελέτης, υπογράμμισε ότι η ανακάλυψη ανατρέπει μια παλαιά δυτική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία οι τροπικές περιοχές δεν ευνοούσαν την ανάπτυξη σύνθετων πολιτισμών. Αντίθετα, τα νέα δεδομένα δείχνουν ότι οι περιοχές αυτές ήταν πυκνοκατοικημένες, ιδιαίτερα ανεπτυγμένες και φιλοξενούσαν οργανωμένα αστικά κέντρα.
Στις τρεις περιοχές της ζούγκλας που εξετάστηκαν συνολικά, οι ερευνητές κατέγραψαν περισσότερες από 6.674 κατασκευές.
Η ανακάλυψη αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης επανάστασης που συντελείται τα τελευταία χρόνια στην αρχαιολογία χάρη στην τεχνολογία LiDAR. Ήδη από το 2013, παρόμοιες έρευνες αποκάλυψαν εκτεταμένα αστικά δίκτυα γύρω από το Άνγκορ στην Καμπότζη, ενώ το 2018 εντοπίστηκαν πάνω από 60.000 άγνωστες κατασκευές στη ζούγκλα της Γουατεμάλας.
Η δυνατότητα της τεχνολογίας να «απογυμνώνει» ψηφιακά τα τοπία από τη βλάστηση επιτρέπει στους αρχαιολόγους να εξερευνούν σε λίγες ώρες εκτάσεις που διαφορετικά θα απαιτούσαν δεκαετίες επιτόπιας έρευνας.
Αυτό που καθιστά τη Βαλεριάνα ακόμη πιο ξεχωριστή είναι το γεγονός ότι κανείς δεν χρειάστηκε να ταξιδέψει για να την ανακαλύψει. Τα δεδομένα υπήρχαν ήδη διαθέσιμα στο διαδίκτυο και περίμεναν κάποιον αρκετά επίμονο και παρατηρητικό ώστε να τα εντοπίσει.
Όπως σημείωσε ο Κανούτο, δεν υπάρχουν ακόμη πραγματικές φωτογραφίες της πόλης, παρά μόνο απεικονίσεις που προέκυψαν από τα δεδομένα LiDAR, καθώς κανένας ερευνητής δεν έχει επισκεφθεί προσωπικά την τοποθεσία. Έτσι, η πόλη παραμένει πιθανότατα ακριβώς όπως ήταν εδώ και αιώνες, κρυμμένη κάτω από το δάσος και ορατή μόνο μέσα από τα ψηφιακά ίχνη που κατέγραψαν τα λέιζερ.
Η καθηγήτρια Ελίζαμπεθ Γκράχαμ από το University College London τόνισε ότι το σημαντικό συμπέρασμα είναι πως τα τοπία αυτά δεν ήταν ποτέ πραγματικά ακατοίκητα ή άγρια, όπως φαίνονται σήμερα, αλλά είχαν φιλοξενήσει εκτεταμένους ανθρώπινους οικισμούς στο παρελθόν.
Ο Κανούτο εκφράζει την ελπίδα ότι τα επόμενα χρόνια θα εξασφαλιστούν περισσότερα κονδύλια για νέες χαρτογραφήσεις με drones και LiDAR. Όπως εκτιμά, μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες η έκταση που θα έχει εξερευνηθεί με αυτές τις τεχνολογίες θα μπορούσε να διπλασιαστεί.
Αυτό σημαίνει ότι είναι πολύ πιθανό να υπάρχουν ακόμη πολλές «Βαλεριάνες» κρυμμένες κάτω από τη βλάστηση, περιμένοντας να αποκαλυφθούν από κάποιον ερευνητή που θα εξετάσει τα σωστά δεδομένα την κατάλληλη στιγμή.