Την δική του μαρτυρία για την βύθιση του καταμαράν στα ανοιχτά της κατεχόμενης Κερύνειας, έδωσε αυτόπτης μάρτυρας, που έσπευσε πρώτος να βοηθήσει τις Αρχές.
Ο Φιράτ Γκεντσέρ, ιδιοκτήτης επιχείρησης θαλάσσιων δραστηριοτήτων και σκαφών αναψυχής, ο οποίος βρισκόταν κοντά στο επιβατηγό πλοίο που ανατράπηκε στα ανοιχτά της Κατεχόμενης Κερύνειας, περιέγραψε όσα είδε καθώς συμμετείχε στις επιχειρήσεις διάσωσης με το δικό του σκάφος, απομακρύνοντας μάλιστα περίπου 50 άτομα.
Υπενθυμίζεται ότι ο μέχρι τώρα τραγικός απολογισμός ανέρχεται σε 8 νεκρούς και 17 αγνοούμενους.
«Λέγαμε ‘Ποιος ταξιδεύει με τέτοιο καιρό;’ Και πέντε λεπτά μετά ήρθε η ειδοποίηση ΄Το πλοίο βυθίζεται’»
Μιλώντας στο MYK Haber, ο Γκεντσέρ, δήλωσε ότι την ώρα που το πλοίο αναχώρησε από το λιμάνι της Κερύνειας, εκείνος βρισκόταν στην παραλία του ξενοδοχείου Lords Palace Hotel, όπου δραστηριοποιείται επιχειρηματικά.
Περιγράφοντας τη θάλασσα ως ιδιαίτερα φουρτουνιασμένη, ανέφερε ότι όταν είδαν το πλοίο τύπου καταμαράν να αναχωρεί σχολίασαν μεταξύ τους: «Ποιος ταξιδεύει με τέτοιο καιρό;».
Λίγο αργότερα, όπως είπε, είδε κάτι πορτοκαλί να εμφανίζεται στην επιφάνεια της θάλασσας και θεώρησε ότι δεν ήταν καλό σημάδι. Στη συνέχεια, το ίδιο περιστατικό επαναλήφθηκε διαδοχικά για δεύτερη, τρίτη και τέταρτη φορά. Ο Γκεντσέρ ανέφερε ότι ενημέρωσε την Ακτοφυλακή, η οποία του είπε αρχικά ότι δεν είχε λάβει κάποια σχετική ειδοποίηση.
Ο Γκεντσέρ ανέφερε ότι λίγο αργότερα δέχθηκε τηλεφώνημα από την Ακτοφυλακή και περιέγραψε τα γεγονότα ως εξής: «Στη συνέχεια, πέντε λεπτά αργότερα, μας τηλεφώνησαν και μας είπαν ότι ‘το πλοίο βυθίζεται’. Το σκάφος μας βρισκόταν στη στεριά. Είμαι ένας από τους πρώτους που βούτηξαν στο νερό και έσπευσαν στο σημείο. Η Ακτοφυλακή έφτασε αμέσως δίπλα μας».
«Πήρα 35-40 ανθρώπους στο σκάφος μου· έγινε μάχη για τη ζωή στη μέση της θάλασσας»
Ο Γκεντσέρ ανέφερε ότι συμμετείχε στις επιχειρήσεις διάσωσης μαζί με τα πληρώματα της Ακτοφυλακής και ότι άρχισαν να επιβιβάζουν στο σκάφος τους ανθρώπους που βρίσκονταν στη θάλασσα.
Όπως είπε, πήρε στο σκάφος του 35-40 άτομα. Όταν το σκάφος γέμισε και έφτασε στη μέγιστη χωρητικότητά του, προσπάθησαν να απομακρύνουν από την περιοχή, ειδικά, τα βρέφη και τα παιδιά που βρίσκονταν μέσα στις σωσίβιες σχεδίες.
Ο Γκεντσέρ δήλωσε ότι διέσωσε περίπου 15-20 παιδιά και τα μετέφερε στον κυματοθραύστη, προσθέτοντας ότι στη συνέχεια δεν χρειάστηκε να επιστρέψουν ξανά στην περιοχή.
«Ο κόσμος φώναζε ‘Σώσε μας’»
Ο Γκεντσέρ ανέφερε επίσης ότι, καθώς το πλοίο ανατρεπόταν, οι σωσίβιες λέμβοι διασκορπίστηκαν στη θάλασσα. Κάποιες από αυτές, όπως είπε, παρασύρονταν άδειες, ενώ οι άνθρωποι δεν είχαν την ευκαιρία να επιβιβαστούν σε αυτές.
Περιγράφοντας τις δραματικές στιγμές, ο Γκεντσέρ είπε χαρακτηριστικά: «Στη μέση της θάλασσας έγινε μάχη για τη ζωή», προσθέτοντας ότι οι άνθρωποι τον παρακαλούσαν λέγοντας: «Σώσε με».
Όπως ανέφερε, προτεραιότητά του ήταν οι άνθρωποι που βρίσκονταν μέσα στο νερό, ιδιαίτερα τα μικρά παιδιά, καθώς και ένα παιδί που είχε τραυματιστεί στο πόδι και το οποίο προσπάθησε να διασώσει.
Μαρτυρίες επιβατών: «Τους λέγαμε να γυρίσουμε πίσω και μας αγνούσαν»
Ευθύνες στο πλήρωμα καταλογίζουν επιζώντες μιλώντας στο CNN Turk, και λέγοντας ότι τους διαβεβαίωναν πως «δεν υπάρχει πρόβλημα», όμως έσπευσαν να το εκκενώσουν πρώτοι.
Ένας εκ των επιζώντων ανέφερε: «Όταν ξεκινήσαμε, το πλοίο άρχισε να χτυπάει δυνατά. Είπαμε στο μέλος του πληρώματος: 'η καμπίνα παίρνει νερό' και εκείνος είπε: 'Εσύ δεν το έχεις συνηθίσει, εμείς το έχουμε συνηθίσει, όλα θα πάνε καλά'».
Παράλληλα άλλοι επιβάτες κάνουν λόγο για έλλειψη σωσιβίων, αλλά και πληροφοριών την ώρα της κρίσης.
«Είπαν 'φεύγουμε αμέσως' και αυτοί έφυγαν τρέχοντας πρώτοι. Οι επιβάτες έμειναν μέσα. Κανείς δεν φορούσε σωσίβιο. Σε κανέναν δεν δόθηκε καμία πληροφορία», δήλωσε ένας επιβάτης στο CNN Turk. «Όταν τα παράθυρα έσπασαν και οι άνθρωποι βυθίστηκαν κάτω από το νερό, οι περισσότεροι δεν μπόρεσαν να βγουν. Παιδιά και άλλοι παγιδεύτηκαν κάτω από τα καθίσματα και δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν.
«Υπήρχαν 400 άτομα στο πλοίο, είχε πολύ κόσμο. Τρέξαμε όλοι στην πίσω πόρτα ένας προς έναν. Όσοι μπορούσαν να βρουν σωσίβια το έκαναν, όσοι δεν μπορούσαν πήδηξαν χωρίς αυτά», εξιστορεί ένας επιβάτης. «Ο καπετάνιος επέμεινε να φύγει πρώτος», δηλώνει.