Στη Σερβία οι μαζικές διαδηλώσεις των φοιτητών ξεκίνησαν με ένα πολύνεκρο δυστύχημα. Στην Ινδία, οι νέοι βγήκαν στους δρόμους με μια κατάπτυστη προσβολή και ένα σκάνδαλο εξετάσεων.
Στο Νεπάλ, είχαμε βίαιες διαδηλώσεις με αφορμή την απαγόρευση των κοινωνικών δικτύων. Το ερώτημα είναι αν οι εξεγέρσεις αυτές αποτελούν μεμονωμένα φαινόμενα ή αν προαναγγέλλουν μια ευρύτερη αλλαγή: την είσοδο μιας νέας γενιάς στην πολιτική, με δικούς της τρόπους οργάνωσης και με την αξίωση να καθορίσει η ίδια το μέλλον της. Το ερώτημα αφορά πρωτίστως την Ευρώπη, με τα όσα διαδραματίζονται το τελευταίο διάστημα.
Ας δούμε όμως το χρονικό.
Στη Σερβία, όλα άρχισαν την 1η Νοεμβρίου 2024, όταν κατέρρευσε το στέγαστρο του ανακαινισμένου σιδηροδρομικού σταθμού στο Νόβι Σαντ. Δεκαέξι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Για πολλούς Σέρβους, η τραγωδία έγινε σύμβολο της αδιαφάνειας και της διαφθοράς στα δημόσια έργα. Στις 22 Νοεμβρίου, φοιτητές και καθηγητές που τιμούσαν τους νεκρούς δέχθηκαν επίθεση μπροστά στη Σχολή Δραματικών Τεχνών του Βελιγραδίου. Από τις συνελεύσεις-τα plenum- και τις καταλήψεις, το κίνημα έφθασε σε πορείες, συναντήσεις με πολίτες σε όλη τη χώρα και, τελικά, στην κάλπη. Στις εκλογές της 25ης Οκτωβρίου 2026, η λίστα που συγκροτήθηκε με πρωτοβουλία των φοιτητών νίκησε τον συνδυασμό του Αλεξάνταρ Βούτσιτς. Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της εκλογικής επιτροπής, έλαβε 52,65%, έναντι 39,22% του κυβερνώντος συνδυασμού. Πρωτοφανές, χωρίς προηγούμενο.
Στην Ινδία βγήκαν στους δρόμους οι… «κατσαρίδες». Ήταν ο απαξιωτικός χαρακτηρισμός για τους ανέργους από τον ανώτατο δικαστή Σούρια Καντ, που προκάλεσε κύμα οργής. Σύντομα η σάτιρα στα social media πήρε αντικυβερνητικές διαστάσεις. Και μετά, ήρθε το σκάνδαλο διαρροής θεμάτων στις εισαγωγικές εξετάσεις. Τότε το κίνημα Cockroach Janta Party οργάνωσε μεγάλες διαδηλώσεις που είχαν ως αποτέλεσμα την παραίτηση του Υπουργού Παιδείας. Στο μεταξύ το κίνημα αυτό κυρίως από νέους-η Ινδία είναι από τις πιο νεανικές χώρες στον κόσμο, με το 53% του πληθυσμού να είναι κάτω των 30 ετών-άρχισε να διευρύνει τα αιτήματά του, με αποτέλεσμα για πρώτη φορά η κυβέρνηση Μόντι να ζορίζεται.
Στο Νεπάλ, οι διαδηλώσεις ξέσπασαν στις 8 Σεπτεμβρίου 2025, μετά την απόφαση της κυβέρνησης να κλείσει 26 πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Η απαγόρευση προστέθηκε στη δυσαρέσκεια για τη διαφθορά, τον νεποτισμό και τις περιορισμένες επαγγελματικές προοπτικές. Η αιματηρή καταστολή κλιμάκωσε την οργή και η κυβέρνηση-συνασπισμός κοιμμουνιστών και μαοϊκών, παρακαλώ- κατέρρευσε. Είχαμε και εδώ πολιτική αλλαγή, όχι όμως όπως αυτή της Σερβίας: στις εκλογές του Μαρτίου 2026 επικράτησε το RSP, ένα κόμμα που προϋπήρχε της εξέγερσης.
Τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, με διαφορετικές αφετηρίες αλλά με ορισμένα ενδιαφέροντα κοινωνικά γνωρίσματα.
Και στις τρεις χώρες πρωτοστάτησαν νέοι-στην Ινδία και το Νεπάλ με μεγάλο ποσοστό νέων στο σύνολο του πληθυσμού, στη Σερβία με την ιδιαίτερη πρωτοβουλία των φοιτητών. Ποιο ήταν το κίνητρο; Θα μπορούσε να επισημάνει κάποιος τη διάψευση των προσδοκιών. Η εκπαίδευση και η προσπάθεια δεν φαίνεται να εξασφαλίζουν στους νέους μια αξιοπρεπή θέση στην κοινωνία. Τα προβλήματα της διαφθοράς και του νεποτισμού αποτέλεσαν συστατικό και των τριών περιπτώσεων, παρά τις ολοφάνερες διαφορές. Ήταν το «καύσιμο» για μια μαζική αντίδραση-από τα plenum, τις συνελεύσεις φοιτητών στην Σερβία μέχρι τις βίαιες συγκρούσεις στο Νεπάλ. Και με τι αφορμές! . Ένα στέγαστρο που καταρρέει, μια εξέταση της οποίας τα θέματα έχουν διαρρεύσει, μια κυβερνητική απαγόρευση δεν ξεπεράστηκαν ως μεμονωμένα περιστατικά. Έγιναν αφορμή να τεθεί το ερώτημα ποιος αποφασίζει, ποιος ελέγχει και ποιος λογοδοτεί.
Παράλληλα, αναδείχτηκε η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς και τα καθιερωμένα κόμματα. Κυρίως όμως φάνηκε πως η απογοήτευση δεν οδηγεί πάντοτε στην αποχή. Μπορεί να οδηγήσει και στην αναζήτηση άλλων τρόπων συμμετοχής: συνελεύσεων, δικτύων και ανεξάρτητων πρωτοβουλιών. Αναδείχτηκε επίσης μια σαφής τάση: η διεκδίκηση αξιοπρέπειας και πολιτικού λόγου. Οι νέοι αυτοί δεν εμφανίζονται απλώς ως δικαιούχοι μιας καλύτερης κυβερνητικής πολιτικής. Ζητούν να συμμετέχουν στη διαμόρφωσή της, να ελέγχουν όσους αποφασίζουν και να ακουστούν πέρα από τις καθιερωμένες ιεραρχίες.
Οι ομοιότητες, ωστόσο, αυτές σε καμία περίπτωση δεν συγκροτούν ένα ενιαίο κίνημα με κοινή ιδεολογία. Άλλωστε οι τρεις χώρες έχουν εντελώς διαφορετικά γεωπολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά γνωρίσματα. Αυτό φάνηκε και από το μέχρι σήμερα αποτέλεσμα των πρωτοβουλιών αυτών. Στη Σερβία οι φοιτητικές συνελεύσεις υπήρξαν ο πυρήνας μιας αποκεντρωμένης οργάνωσης που δημιούργησε εκλογική λίστα και κέρδισε τις εκλογές της 25ης Οκτωβρίου. Στην Ινδία, η σάτιρα, το διαδίκτυο και αναγνωρίσιμοι οργανωτές έπαιξαν μεγαλύτερο ρόλο που μένει να φανεί το ειδικό του βάρος τους προσεχείς μήνες. Στο Νεπάλ, η εξέγερση οδήγησε σε κυβερνητική κατάρρευση και κατόπιν σε μια εκλογική ανατροπή, χωρίς το νικητήριο κόμμα να είναι ταυτόσημο με το κίνημα. Οι λογαριασμοί και εκεί μένουν ανοιχτοί. Πάντως, η ανατροπή μιας εξουσίας ή η απόσπαση μιας παραίτησης δεν εγγυάται από μόνη της ότι θα περιοριστεί η διαφθορά ή θα βελτιωθεί η ζωή των νέων.
Στη Σερβία τα plenum, όπως αποκαλούνται οι συνελεύσεις αυτοργάνωσης των φοιτητών και ευρύτερων προσωπικοτήτων, έδωσαν μια άλλη εκδοχή πολιτικοποίησης των νέων, σε συνέχεια των μαζικών τους κινητοποιήσεων. Άραγε είναι αυτό ένα σήμα για το τι μέλλει γενέσθαι στην Ευρώπη των αναταράξεων; Μπορούν αυτές να προοιωνίζονται ανάλογη εξέλιξη; Η δυνατότητα υπάρχει, αλλά δεν υπάρχει προδιαγεγραμμένη πορεία ούτε συνταγή προς μίμηση. Βέβαια, η Σερβία είναι ήδη ένα πρωτότυπο ευρωπαϊκό παράδειγμα. Μπορεί άραγε να συμβεί κάτι ανάλογο στη Γαλλία, όπου οι μαθητικές διεκδικήσεις για τις συνθήκες στην εκπαίδευση συναντήθηκαν με ευρύτερη δυσαρέσκεια για την ακρίβεια και τις δημόσιες υπηρεσίες; Μπορεί να εμφανιστεί και αλλού, στις κινητοποιήσεις για τη στέγαση και το κόστος ζωής; Ας σημειώσουμε πως στις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις όπου επικρατεί αναταραχή, συμμετέχουν διαφορετικές ηλικίες και οργανώσεις, με αιτήματα που δεν συγκροτούν ένα ενιαίο πανευρωπαϊκό πρόγραμμα. Κυρίως όμως καθοριστικό ρόλο παίζει η άμεση εμπλοκή κομμάτων και πολιτικών σκοπιμοτήτων σε αυτές, κάτι που, για παράδειγμα, δεν συναντάται στην Σερβία ή ακόμα και την Ινδία.
Συνεπώς, για να αποκτήσουν οι ευρωπαϊκές κινητοποιήσεις ανάλογη πολιτική συνέχεια, χρειάζονται διάρκεια, διαδικασίες λήψης αποφάσεων, κοινωνικές συμμαχίες και πειστικές προτάσεις. Θα χρειαστεί επίσης να απαντήσουν σε ένα δύσκολο ερώτημα: πώς διατηρείται η ανεξαρτησία ενός κινήματος όταν αυτό επιδιώκει να επηρεάσει ή και να ασκήσει εξουσία; Πώς αμύνεται σε δυνάμεις που καραδοκούν να οικειοποιήσουν το πολιτικό κεφάλαιο που συσσωρεύεται;
Η μεγαλύτερη αλλαγή που υποδηλώνουν οι τρεις περιπτώσεις είναι ότι η δυσπιστία των νέων προς την υπάρχουσα πολιτική εκπροσώπηση δεν πρέπει να συγχέεται με αδιαφορία για την πολιτική. Σε ορισμένες κοινωνίες, η γενιά που αισθάνεται ότι το μέλλον της αποφασίζεται χωρίς αυτήν έχει ήδη αρχίσει να διεκδικεί θέση στο τραπέζι των αποφάσεων. Πιθανότατα, από την άποψη αυτή, να πλέουμε σε αχαρτογράφητα νερά.