Ο Άντριεν Μπρόντι έζησε για σχεδόν πέντε μήνες σε συνθήκες σχεδόν απόλυτης απομόνωσης, κλεισμένος σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στη Νέα Υόρκη.
Η απόφασή του δεν ήταν τυχαία, αλλά αποτελούσε μέρος της ακραίας προετοιμασίας του για το θεατρικό του ντεμπούτο στο Μπρόντγουεϊ, με την παράσταση The Fear of 13 («Ο φόβος του 13»).
Η παράσταση βασίζεται στην αληθινή ιστορία του Νικ Γιάρις, ενός άνδρα που πέρασε 22 χρόνια στην πτέρυγα των μελλοθανάτων για έναν φόνο που δεν είχε διαπράξει, αναφέρει ρεπορτάζ του ιταλικού Vanity Fair.
«Έπρεπε να μείνω μακριά από τους ανθρώπους που αγαπώ»
Ο Μπρόντι εξήγησε στο Interview Magazine ότι η απομόνωση ήταν απαραίτητη προκειμένου να κατανοήσει, έστω και σε μικρό βαθμό, την εμπειρία του ανθρώπου που υποδύεται.
«Δίνει μια αίσθηση μοναξιάς, σίγουρα. Αλλά υποδύομαι έναν άνθρωπο που έχει βιώσει μια πολύ βαθύτερη απομόνωση. Αυτό που βιώνω εγώ είναι μόνο η επιφάνεια, μόλις που την αγγίζω».
Ο Νικ Γιάρις περνούσε τον χρόνο του στην απομόνωση κάνοντας νοητικές ασκήσεις, διαβάζοντας εμμονικά και γράφοντας. Μάλιστα, παντρεύτηκε μια ακτιβίστρια για τη μεταρρύθμιση της ποινικής δικαιοσύνης.
«Πρέπει να απομονωθώ, να μείνω μακριά από την οικογένεια και τους ανθρώπους που αγαπώ, για να μπορέσω να κάνω αυτή τη δουλειά. Μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου μου χρησιμεύει για να ανακτήσω ενέργεια και να ξεκουραστώ, ώστε να είμαι έτοιμος να δουλέψω. Για να βρίσκομαι στην κατάλληλη κατάσταση και να το κάνω σωστά, με την κατάλληλη προετοιμασία, χρειάζομαι την απομόνωση».
Δεν είναι η πρώτη φορά που φτάνει στα άκρα o Μπρόντι
Ο Μπρόντι είναι γνωστός για την αφοσίωσή του στους ρόλους του. Το είχε αποδείξει ήδη το 2002, όταν προετοιμαζόταν για τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στην ταινία Ο πιανίστας του Ρομάν Πολάνσκι.
Τότε εγκατέλειψε το διαμέρισμά του και μετακόμισε στην Ευρώπη, έμαθε να παίζει πιάνο και έχασε τόσο πολύ βάρος, ώστε η υγεία του τέθηκε σε κίνδυνο.
Η προετοιμασία για το The Fear of 13 ήταν επίσης εξαντλητική. Οι πρόβες διαρκούσαν 11 ώρες την ημέρα, έξι ημέρες την εβδομάδα, αφήνοντάς του ελάχιστο χρόνο για πραγματική χαλάρωση.
«Έτσι συμβαίνει στη ζωή ενός ηθοποιού όταν ορισμένοι ρόλοι απαιτούν τεράστια αφοσίωση, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των προβών, των προετοιμασιών και των παραστάσεων πριν από την πρεμιέρα. Κάποια πράγματα, αναπόφευκτα, πρέπει να θυσιαστούν».
Το γεγονός ότι η ιστορία παρουσιάζεται στη Νέα Υόρκη έχει για τον Μπρόντι τόσο πολιτική όσο και προσωπική σημασία, καθώς πρόκειται για την πόλη όπου μεγάλωσε.
«Ως Αμερικανοί είμαστε πολύ κοντά σε αυτά τα θέματα, επειδή το σωφρονιστικό σύστημα στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι διαφορετικό από εκείνο άλλων δυτικών χωρών. Εδώ υπάρχει η θανατική ποινή, για παράδειγμα, κάτι που δεν υπάρχει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το να αφηγούμαι αυτή την ιστορία στη Νέα Υόρκη είναι κάτι ξεχωριστό για μένα. Ελπίζω να μπορέσει να ευαισθητοποιήσει για καταστάσεις που υπάρχουν γύρω μας, αλλά συχνά δεν τις βλέπουμε».
«Μια τεράστια ευγνωμοσύνη απλώς και μόνο επειδή είσαι ζωντανός»
Ο ηθοποιός αποκάλυψε πως ένα από τα στοιχεία της ιστορίας που τον συγκινεί περισσότερο είναι η στιγμή κατά την οποία ο Γιάρις αντιλαμβάνεται ότι, παρά τα όσα έχει περάσει, η ζωή συνεχίζεται.
«Υπάρχουν πολλά. Προς το τέλος, όταν καταλαβαίνει ότι η ζωή συνεχίζεται έτσι κι αλλιώς, αναδύεται μια τεράστια ευγνωμοσύνη απλώς και μόνο επειδή είναι ζωντανός. Τα απλά πράγματα: να πας να πάρεις έναν καφέ, να φιλήσεις έναν σκύλο, να κάνεις ποδήλατο».
Ιδιαίτερα έντονα τον επηρεάζει και η στιγμή κατά την οποία ο Γιάρις γράφει στον δικαστή για την εξαιρετικά λεπτή απόσταση ανάμεσα στο να έχεις μια ζωή και στο να τη χάσεις.
«Είναι μια πολύ δυνατή σκέψη: πόσο εύκολα μια και μόνο επιλογή μπορεί να αλλάξει τα πάντα για πάντα. Και πόσο συχνά αυτό συμβαίνει από ένα λάθος, από μια στιγμή τύφλωσης. Είναι κάτι που μένει μέσα μου».
Η εμπειρία αυτή, όπως λέει, του έδωσε μια νέα επίγνωση για την αξία της καθημερινής ζωής.