Δριμεία κριτική στη Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου άσκησαν οι αδελφές του Νίκολας Μπράντραμ, που θεωρούνταν ύποπτος για την υπόθεση «Putney Pusher».
Υποστήριξαν μάλιστα ότι ο 44χρονος, εγγονός της Αικατερίνης της Ελλάδος, περίμενε πριν αυτοκτονήσει τα αποτελέσματα ενός τεστ DNA που, όπως λένε, θα αποδείκνυε την αθωότητά του.
Ο Μπράντραμ, πρώην αξιωματικός του βρετανικού στρατού και τραπεζίτης, βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του, στο δυτικό Λονδίνο. Η αστυνομία χαρακτήρισε τον θάνατό του «απροσδόκητο», αλλά όχι ύποπτο. Βρισκόταν υπό έρευνα από τη Μητροπολιτική Αστυνομία για το περιβόητο περιστατικό στη γέφυρα Πάτνεϊ, όπου ένας άντρας που έκανε τζόκινγκ έσπρωξε μία γυναίκα μπροστά σε λεωφορείο.
Περίμενε τα αποτελέσματα του DNA επί μήνες
Οι αδελφές του, Αλέξια Χικς και Σόφι Βόλκερ, μιλώντας στην εκπομπή «Today» του BBC Radio 4, δήλωσαν ότι η οικογένεια είχε «εμπιστευθεί το σύστημα απονομής δικαιοσύνης», αλλά αισθάνθηκε ότι απογοητεύθηκε. Πάντα υποστήριζαν την αθωότητα του 44χρονου κατά τη διάρκεια της έρευνας και ανέφεραν ότι, πριν από τον θάνατό του, ο ίδιος περίμενε να υποβληθεί σε εξέταση DNA. Όπως ανέφεραν, ο Μπράντραμ και ο δικηγόρος του είχαν προσφερθεί, δύο μήνες πριν από τον θάνατό του, να καλύψουν οι ίδιοι το κόστος μιας εξέτασης DNA, ώστε να επιταχυνθεί η διαδικασία, όμως περισσότερο από δύο μήνες αργότερα δεν είχε υπάρξει αποτέλεσμα.
«Το πρόβλημα είναι ότι ένας από τους αστυνομικούς έλεγε πως τα αποτελέσματα του τεστ DNA θα βγουν ''από μέρα σε μέρα''. Και μετά, μόλις λίγες ημέρες πριν από τον θάνατό του, είπε: ''Στην πραγματικότητα, δεν μπορούμε πια να σας δώσουμε ούτε ημερομηνία''. Κι έτσι η κατάσταση απλώς συνεχιζόταν επ' αόριστον», σημείωσαν.
Οι αδελφές του υποστήριξαν ότι οι αστυνομικοί της Μητροπολιτικής Αστυνομίας ήταν «αμελείς» και «απέτυχαν απέναντι στον Νικ και την κοινωνία». «Θέλουμε να ολοκληρωθεί αυτή η έρευνα και να αποδειχθεί η αθωότητα του αδελφού μας», είπαν.
Παράλληλα, χαρακτήρισαν «γελοίο» το γεγονός πως ο Μπράντραμ θεωρήθηκε επίσημα ύποπτος, καθώς δεν ταίριαζε στο προφίλ του δράστη που έσπρωξε το θύμα.
«Προσκομίσαμε πολύ γρήγορα στοιχεία που έδειχναν ότι το άτομο αυτό δεν έμοιαζε με τον αδελφό μας. Το θύμα είχε αναφέρει ότι ο δράστης είχε καστανά μάτια. Ο αδελφός μας είχε πολύ ανοιχτόχρωμα γαλανά μάτια. Είχε ένα ευδιάκριτο στρατιωτικό τατουάζ στον πήχη του, το οποίο -όπως είναι φυσικό- θα έπρεπε να ήταν ορατό, καθώς ο δρομέας φορούσε κοντομάνικη μπλούζα», είπαν.
Η υπόθεση του 2017 που σόκαρε το Λονδίνο
Το περιστατικό του «Putney Pusher» σημειώθηκε στις 5 Μαΐου 2017, όταν κάμερα ασφαλείας κατέγραψε έναν άνδρα που έκανε τζόκινγκ να σπρώχνει μία γυναίκα μπροστά σε διερχόμενο λεωφορείο στη γέφυρα του Πάτνεϊ, πάνω από τον Τάμεση. Το λεωφορείο πέρασε ξυστά από τη γυναίκα.
Η εξοργισμένη οικογένεια του Μπράντραμ επέμεινε χθες στην αθωότητά του και κατηγόρησε την αστυνομία ότι δεν κατάφερε να «καθαρίσει το όνομά του» πριν από τον θάνατό του.
«Η Μητροπολιτική Αστυνομία γνώριζε ότι δεν ήταν εκείνος [ο Putney Pusher]. Κι όμως, όταν ο Νικ πέθανε, δεν είχε ακόμη προχωρήσει στην επίσημη απαλλαγή του από τις υποψίες. Αυτό αποτελεί πηγή βαθιάς θλίψης και οργής για την οικογένειά μας» ανέφερε σε ανακοίνωση, και υποστήριξε ότι δεν υπήρχαν εγκληματολογικά στοιχεία που να τον συνδέουν με το περιστατικό, «κανένα στοιχείο που να τον τοποθετεί στη γέφυρα του Πάτνεϊ εκείνη τη χρονική στιγμή και κανένα αξιόπιστο στοιχείο ότι ήταν ο άνδρας που φαινόταν στο βίντεο». «Στην πραγματικότητα, τα στοιχεία αποδείκνυαν το αντίθετο. Παρά ταύτα, η αστυνομία επέλεξε να συλλάβει τον Νικ, αντί να τον καλέσει για κατάθεση. Έζησε με την ντροπή, το άγχος, την ταπείνωση και την τεράστια πίεση, που προκλήθηκαν από μια εντελώς περιττή έρευνα», σημείωσε επίσης η οικογένεια.
Η Μητροπολιτική Αστυνομία επιβεβαίωσε ότι παρέπεμψε η ίδια την υπόθεση στην Ανεξάρτητη Υπηρεσία Ελέγχου Αστυνομικής Συμπεριφοράς (IOPC). Η υπουργός Αστυνομίας, Σάρα Τζόουνς, ζήτησε επίσης από τη Scotland Yard να εξηγήσει τη διαδικασία λήψης αποφάσεων κατά τη διάρκεια της έρευνας. Σημείωσε, ωστόσο, ότι η Μητροπολιτική Αστυνομία είναι επιχειρησιακά ανεξάρτητη.
Σημειώνεται ότι στο πλαίσιο της έρευνας για την υπόθεση του Putney Pusher, οι αστυνομικοί ανέκριναν 50 άνδρες και συνέλαβαν τρεις υπόπτους, μεταξύ των οποίων έναν Αμερικανό τραπεζίτη που δεν βρισκόταν καν στη Βρετανία εκείνη την περίοδο. Ωστόσο, κανείς δεν κατηγορήθηκε ποτέ για το περιστατικό και η έρευνα περιορίστηκε το 2018, λόγω έλλειψης στοιχείων.
Η σύλληψη του Μπράντραμ ήρθε μετά τον χωρισμό του από τη δεύτερη σύζυγό του, με την οποία είχε έναν μικρό γιο. Σύμφωνα με πληροφορίες, η αστυνομία είχε λάβει πληροφορίες για την υπόθεση από άτομο που βρισκόταν κοντά στην εν διαστάσει σύζυγό του. Ο τραπεζίτης κρατήθηκε ως ύποπτος για απόπειρα πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης (GBH), αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση την ίδια ημέρα, ενώ την περασμένη εβδομάδα έληξε η περίοδος της εγγύησής του, η οποία είχε διάρκεια τρεις μήνες.