Οι ΑΠΕ έφτασαν σχεδόν στο μισό της συνολικής ευρωπαϊκής ηλεκτροπαραγωγής μέσα στο 2025, δείχνοντας ότι η μετατόπιση του κέντρου βάρους δεν είναι πια μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά τάση.
Για πρώτη φορά, η Ευρωπαϊκή Ένωση πέρασε ένα ενεργειακό ορόσημο που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε περισσότερο με πολιτική φιλοδοξία παρά με στατιστική πραγματικότητα: το 2025 η ηλεκτροπαραγωγή από αιολικά και φωτοβολταϊκά ξεπέρασε συνολικά την παραγωγή από ορυκτά καύσιμα.
Σύμφωνα με μια προ ημερών νέα ανάλυση του Ember, think tank με έδρα το Λονδίνο, η αιολική και η ηλιακή ενέργεια παρήγαγαν το 30% της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ε.Ε., ενώ τα ορυκτά καύσιμα –άνθρακας, λιγνίτης, φυσικό αέριο και πετρέλαιο– έπεσαν στο 29%. Αν συνυπολογιστεί και η υδροηλεκτρική παραγωγή, οι ΑΠΕ έφτασαν σχεδόν στο μισό της συνολικής ευρωπαϊκής ηλεκτροπαραγωγής μέσα στο 2025, δείχνοντας ότι η μετατόπιση του κέντρου βάρους δεν είναι πια μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά τάση.
Πού αποδίδεται αυτή η ανατροπή
Η ανατροπή αποδίδεται κυρίως στη ραγδαία άνοδο της ηλιακής ενέργειας, η οποία –όπως σημειώνει η ανάλυση– αναπτύσσεται ταχύτερα από κάθε άλλη πηγή ηλεκτρικής παραγωγής. Το φωτοβολταϊκό «κύμα» δεν αφορά μόνο χώρες με παραδοσιακά υψηλή ηλιοφάνεια· αντίθετα, η διείσδυση καταγράφεται σε όλα τα κράτη-μέλη, με τις εγκαταστάσεις σε στέγες, αγροτικές εκτάσεις και μεγάλα πάρκα να αυξάνονται. Το αποτέλεσμα είναι ότι η παραγωγή από φωτοβολταϊκά καταγράφει κέρδη σχεδόν παντού, ενώ ο άνθρακας βρίσκεται σε υποχώρηση σε ευρωπαϊκή κλίμακα.
Τι συμβαίνει στην Ελλάδα
Τα στοιχεία έχουν και εθνικές αιχμές που αποτυπώνουν πόσο γρήγορα μπορεί να αλλάξει το ενεργειακό μείγμα όταν συνδυαστούν επενδύσεις, πολιτικές στήριξης και πίεση από την αγορά. Το 2025, η ηλιακή ενέργεια από μόνη της ξεπέρασε το 20% της ηλεκτροπαραγωγής σε πέντε κράτη-μέλη: Ουγγαρία, Κύπρο, Ελλάδα, Ισπανία και Ολλανδία. Σε μια Ευρώπη με έντονα διαφοροποιημένα κλιματολογικά χαρακτηριστικά, αυτή η σύγκλιση είναι ενδεικτική: οι φωτοβολταϊκές τεχνολογίες έχουν πέσει σε κόστος, η ανάπτυξή τους είναι σχετικά γρήγορη και η εγκατάσταση μπορεί να γίνει τόσο αποκεντρωμένα (σε στέγες) όσο και κεντρικά (σε πάρκα), ανάλογα με τις ανάγκες και τις δυνατότητες του κάθε συστήματος.
Παράλληλα, ο άνθρακας συνεχίζει την ευρωπαϊκή του «έξοδο», όχι μόνο ως στρατηγική αλλά και ως πραγματικότητα αριθμών. Η ανάλυση σημειώνει ότι σε 19 ευρωπαϊκές χώρες ο άνθρακας αντιστοιχεί πλέον σε λιγότερο από 5% της ηλεκτροπαραγωγής. Το 2025, η Ιρλανδία και η Φινλανδία προστέθηκαν στη λίστα των χωρών που έκλεισαν τα τελευταία εναπομείναντα εργοστάσια άνθρακα, ενισχύοντας την εικόνα μιας ηπείρου όπου το καύσιμο-σύμβολο του 20ού αιώνα χάνει ρόλο και πολιτική νομιμοποίηση. Η αποεπένδυση από τον άνθρακα βέβαια δεν είναι ομοιόμορφη, όμως η κατεύθυνση είναι σαφής: καθώς οι ΑΠΕ αυξάνουν την παραγωγή τους, ο άνθρακας υποχωρεί είτε επειδή είναι πιο ακριβός, είτε επειδή γίνεται πιο δύσκολο να δικαιολογηθεί περιβαλλοντικά και ρυθμιστικά, είτε και τα δύο.
Ωστόσο, η ενεργειακή μετάβαση δεν εξελίσσεται σε αποστειρωμένο περιβάλλον. Η υπερθέρμανση και τα ακραία φαινόμενα αρχίζουν να επηρεάζουν με τρόπο άμεσο το ίδιο το «καθαρό» χαρτοφυλάκιο της Ευρώπης. Το 2025 η υδροηλεκτρική παραγωγή στην Ε.Ε. μειώθηκε ελαφρά, καθώς η ξηρασία περιόρισε τα υδατικά αποθέματα. Και όταν το νερό λείπει, το σύστημα αναζητά «εφεδρεία». Αυτός ο ρόλος καλύφθηκε εν μέρει από αύξηση της παραγωγής με φυσικό αέριο, υπογραμμίζοντας ένα κρίσιμο ζήτημα: η μετάβαση δεν είναι μόνο θέμα εγκατάστασης νέων ΑΠΕ, αλλά και θέμα ευελιξίας, αποθήκευσης και ανθεκτικότητας σε κλιματικούς κραδασμούς.
Το επόμενο βήμα για την Ε.Ε.
Ακριβώς εκεί εστιάζει και η πολιτική προτεραιότητα που υποδεικνύει το Ember. Η αναλύτρια Beatrice Petrovich επισημαίνει ότι το επόμενο βήμα για την Ε.Ε. πρέπει να είναι «να μειώσει σοβαρά την εξάρτηση από το ακριβό, εισαγόμενο αέριο». Όπως προειδοποιεί, το φυσικό αέριο δεν αυξάνει μόνο την οικονομική έκθεση της Ευρώπης, αλλά την καθιστά και πιο ευάλωτη σε «ενεργειακό εκβιασμό», ενώ παράλληλα συμβάλλει στην άνοδο των τιμών. Το μήνυμα έχει διπλή ανάγνωση: ενεργειακή ασφάλεια και προσιτότητα δεν είναι πια ξεχωριστά κεφάλαια από την κλιματική πολιτική, αλλά συγκοινωνούντα δοχεία.
Στο παρασκήνιο, μια τεχνολογική μεταβολή αρχίζει να δίνει λύσεις στο γνωστό πρόβλημα της ηλιακής ενέργειας: τι γίνεται όταν πέφτει ο ήλιος, αλλά η ζήτηση ανεβαίνει. Σε αρκετές περιοχές της Ευρώπης εμφανίζονται σημάδια ότι οι ολοένα φθηνότερες μπαταρίες αρχίζουν να εκτοπίζουν το φυσικό αέριο τις πρώτες βραδινές ώρες, όταν η κατανάλωση είναι υψηλή και η ηλιακή παραγωγή μειώνεται. Η Petrovich σημειώνει ότι, αν αυτή η τάση επιταχυνθεί, μπορεί να περιορίσει το πόσο αέριο χρειάζεται το σύστημα τις βραδινές ώρες και, κατ’ επέκταση, να σταθεροποιήσει τις τιμές. Πρόκειται για μια λεπτομέρεια με μεγάλη σημασία: η αποθήκευση δεν είναι απλώς «συμπλήρωμα» των ΑΠΕ, αλλά ο μηχανισμός που μετατρέπει την παραγωγή τους από ευκαιριακή σε αξιόπιστη, και επιτρέπει στο σύστημα να μειώνει την ανάγκη για ακριβές θερμικές μονάδες αιχμής.
Συνολικά, η εικόνα της ευρωπαϊκής ηλεκτροπαραγωγής το 2025 δείχνει ότι η μετάβαση επιταχύνεται, αλλά τα δύσκολα ερωτήματα μετακινούνται. Το ορόσημο «αιολικά και φωτοβολταϊκά πάνω από ορυκτά καύσιμα» είναι πολιτικά και συμβολικά ισχυρό, όμως η επόμενη φάση θα κριθεί στην ικανότητα της Ευρώπης να περιορίσει το φυσικό αέριο χωρίς να τιμωρήσει τους καταναλωτές με αστάθεια ή υψηλότερους λογαριασμούς, και χωρίς να εκτεθεί σε κλιματικούς κινδύνους που μειώνουν την υδροηλεκτρική παραγωγή. Οι μπαταρίες, η εξοικονόμηση, τα δίκτυα και η διαχείριση ζήτησης μετατρέπονται έτσι σε κεντρικά εργαλεία πολιτικής. Το 2025 ήταν η χρονιά του «περάσματος». Το στοίχημα του 2026 και μετά είναι η εδραίωση: λιγότερο εισαγόμενο αέριο, μεγαλύτερη ευελιξία, σταθερότερες τιμές και ένα σύστημα που να αντέχει τόσο τις γεωπολιτικές πιέσεις όσο και τη νέα κλιματική πραγματικότητα.