Και αν ο χάλυβας και το σκυρόδεμα ήταν τα υλικά που έχτισαν τον 20ό αιώνα, το ερώτημα που ανοίγει τώρα είναι αν υλικά όπως το μπαμπού μπορούν να χτίσουν τον 21ο.
Η ιδέα ενός αεροδρομίου φτιαγμένου από μπαμπού, ή ενός πύργου που ξεπερνά τα 20 μέτρα ύψος, μέχρι πρόσφατα έμοιαζε περισσότερο με αρχιτεκτονικό ανέκδοτο παρά με σοβαρή πρόταση για τον κατασκευαστικό κλάδο. Για δεκαετίες, το μπαμπού ήταν κυρίως συνώνυμο του αγαπημένου φαγητού των γιγάντιων πάντα ή, στην καλύτερη περίπτωση, ενός «εξωτικού» υλικού για πρόχειρες κατασκευές σε τροπικά κλίματα.
Όμως η συζήτηση αλλάζει γρήγορα, καθώς οι πιέσεις για δραστική μείωση εκπομπών διογκώνονται. Αυτή την εβδομάδα, το Institution of Structural Engineers (Ηνωμένο Βασίλειο) κάλεσε αρχιτέκτονες και μηχανικούς να γίνουν «bamboo-ready», δημοσιεύοντας ένα νέο εγχειρίδιο σχεδιασμού για μόνιμα κτίρια από μπαμπού, με στόχο να ενισχυθεί η χαμηλού άνθρακα δόμηση και να τοποθετηθεί το υλικό ως πραγματική εναλλακτική απέναντι στο χάλυβα και το σκυρόδεμα.
Έργα που δοκιμάζουν τα όρια του μπαμπού
Η παρέμβαση δεν στηρίζεται σε θεωρητικές υποσχέσεις. Ήδη υπάρχουν έργα που δοκιμάζουν τα όρια του μπαμπού σε κλίμακα και χρήση, λειτουργώντας ως «βιτρίνες» μιας νέας γενιάς βιο-βασισμένων δομικών λύσεων. Στο Terminal 2 του διεθνούς αεροδρομίου Kempegowda στη Μπανγκαλόρ (Bengaluru) της Ινδίας, σωλήνες μπαμπού συγκροτούν την οροφή και τους κίονες, ενσωματώνοντας το υλικό σε μια υποδομή υψηλής επισκεψιμότητας όπου η αντοχή και η ασφάλεια δεν είναι διαπραγματεύσιμες.
Στη βορειοανατολική Κίνα, ο πύργος Ninghai bamboo tower, ύψους άνω των 20 μέτρων, προβάλλεται ως ο πρώτος «high-rise» που υλοποιήθηκε με engineered bamboo, δηλαδή με τεχνητά επεξεργασμένα/μηχανικά προϊόντα μπαμπού που στοχεύουν σε σταθερές, προβλέψιμες ιδιότητες. Στο Μπαλί, η Green School διαθέτει μια εντυπωσιακή καμπύλη κατασκευή από μπαμπού που λειτουργεί ως γυμναστήριο, αποδεικνύοντας ότι το υλικό μπορεί να υπηρετήσει όχι μόνο τη λειτουργία αλλά και μια ισχυρή, αναγνωρίσιμη αρχιτεκτονική μορφή.
Το επιχείρημα των υποστηρικτών του μπαμπού κουμπώνει πάνω σε ένα από τα πιο σκληρά δεδομένα της κλιματικής κρίσης: οι κατασκευές είναι τεράστιος εκπομπέας. Το 2022, ο κατασκευαστικός τομέας αντιστοιχούσε περίπου στο ένα τρίτο των παγκόσμιων εκπομπών άνθρακα, και πάνω από το μισό αυτού του αποτυπώματος αποδίδεται ειδικά στη χρήση τσιμέντου και τσιμεντοειδών υλικών. Με την αστικοποίηση να συνεχίζεται, η ζήτηση για κατοικίες, σχολεία, αεροδρόμια, υποδομές και δημόσια κτίρια αυξάνει, πιέζοντας τον κλάδο να βρει τρόπο να καλύψει ανάγκες χωρίς να εκτροχιάσει τους στόχους net zero. Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε υλικό που μπορεί να αντικαταστήσει έστω μέρος του σκυροδέματος και του χάλυβα αποκτά στρατηγική αξία.
Το μπαμπού προβάλλει ως υποψήφιος με δύο ισχυρά «χαρτιά»: ρυθμό ανάπτυξης και βιολογικό κύκλο. Σε αντίθεση με την ξυλεία, όπου οι χρόνοι ωρίμανσης μετρώνται σε δεκαετίες, το μπαμπού μπορεί να αναπτυχθεί σε περίπου τρία έως έξι χρόνια, με ορισμένες μεγαλόσωμες ποικιλίες να είναι ιδιαίτερα κατάλληλες για δομική χρήση. Η ταχύτητα αυτή σημαίνει ότι, θεωρητικά, μπορεί να προσφέρει ανανεώσιμη πρώτη ύλη με μικρότερη πίεση στους δασικούς πόρους, ενώ η βιο-βασισμένη φύση του επιτρέπει να λειτουργεί ως αποθήκη άνθρακα όσο παραμένει ενσωματωμένο σε κτίρια.
Ο Neil Thomas, διευθυντής της βρετανικής εταιρείας δομοστατικών μελετών Atelier One που εργάστηκε στο project της Green School, το θέτει απόλυτα: «Ό,τι μπορείς να κάνεις με ξύλο, μπορείς να το κάνεις με μπαμπού». Η δήλωση συμπυκνώνει τον στόχο της καμπάνιας: να πάψει το μπαμπού να αντιμετωπίζεται ως «εναλλακτικό» ή «γραφικό» και να περάσει στη σφαίρα του κανονικού υλικού επιλογής.
Παρά τη μακρά ιστορική χρήση του μπαμπού στην κατασκευή στην «φυσική» του μορφή, το νέο εγχειρίδιο επισημαίνει ότι υπάρχουν «κενά γνώσης» που έχουν κρατήσει το υλικό πίσω. Σύμφωνα με το κείμενο, ένα μέρος αυτών συνδέεται με την αποικιοκρατία και την επίδρασή της στην τεχνική εκπαίδευση: πρακτικές και τοπικές τεχνογνωσίες συχνά υποβαθμίστηκαν, ενώ τα πρότυπα εκπαίδευσης και οι κανονισμοί δόμησης διαμορφώθηκαν γύρω από βιομηχανικά υλικά της Δύσης.
Ο David Trujillo, επικεφαλής συγγραφέας του εγχειριδίου και επίκουρος καθηγητής humanitarian engineering στο University of Warwick, λέει ότι στόχος είναι να «ενδυναμωθούν οι μηχανικοί να χρησιμοποιούν τους τοπικούς πόρους τους», όπως το μπαμπού. Πρόκειται για μια λογική που δεν είναι μόνο περιβαλλοντική αλλά και γεωοικονομική: υλικά που παράγονται τοπικά περιορίζουν μεταφορές, ενισχύουν περιφερειακές αλυσίδες αξίας και μπορούν να ενσωματωθούν σε προγράμματα ανθεκτικής κατοικίας.
Σε ορισμένες περιοχές, η ανθεκτικότητα είναι ο δεύτερος μεγάλος λόγος για να εξεταστεί σοβαρά το μπαμπού. Η χρήση σύνθετων «διατμητικών τοιχωμάτων» (composite bamboo shear walls) έχει δείξει αντοχή σε σεισμούς και ακραία καιρικά φαινόμενα σε χώρες όπως η Κολομβία και οι Φιλιππίνες, όπου έχουν κατασκευαστεί βιώσιμες, ανθεκτικές κατοικίες με τοπικά υλικά. Με άλλα λόγια, το μπαμπού δεν εμφανίζεται μόνο ως «πράσινο» υλικό, αλλά και ως υλικό προσαρμογής σε κλίματα υψηλού κινδύνου, όπου οι καταστροφές δεν είναι σπάνιες εξαιρέσεις αλλά επαναλαμβανόμενη πραγματικότητα.
Υπάρχουν, βέβαια, και όρια. Ο Thomas σημειώνει ότι το μπαμπού δεν είναι κατάλληλο για κτίρια που ξεπερνούν τους δύο ορόφους, κάτι που υπογραμμίζει ότι δεν μιλάμε για μαγική αντικατάσταση όλων των δομικών υλικών, αλλά για στοχευμένη αξιοποίηση όπου οι ιδιότητες και οι κανονισμοί το επιτρέπουν. Από την άλλη, ο Trujillo επιμένει ότι τα κτίρια από μπαμπού μπορούν να λειτουργήσουν ως «αποθήκη άνθρακα» και ότι η συγκομιδή του μπορεί να βοηθήσει στην αποκατάσταση εδαφών που έχουν υποβαθμιστεί από μονοκαλλιέργειες. Επιπλέον, η καλλιέργειά του απαιτεί μικρή χρήση φυτοφαρμάκων ή λιπασμάτων, στοιχείο που ενισχύει το περιβαλλοντικό αφήγημα, ιδίως όταν η συζήτηση μετατοπίζεται από το «embodied carbon» των κτιρίων στο συνολικό αποτύπωμα του αγρο-βιομηχανικού κύκλου που τροφοδοτεί τα υλικά.
Η γεωγραφία της πρώτης ύλης είναι κομβική
Η γεωγραφία της πρώτης ύλης είναι επίσης κομβική. Το μπαμπού είναι άμεσα διαθέσιμο σε τροπικά και υποτροπικά κλίματα, αλλά ο Trujillo σημειώνει ότι αλλαγές στο μεσογειακό κλίμα έχουν οδηγήσει στην καλλιέργεια μεγαλύτερων ποικιλιών στην Πορτογαλία, ανοίγοντας, δυνητικά, δρόμο για ευρύτερη χρήση και στην Ευρώπη. Αν αυτό παγιωθεί, τότε το μπαμπού παύει να είναι «υλικό του Νότου» και μπαίνει στο ραντάρ ευρωπαϊκών αγορών όχι ως εισαγόμενο εξωτικό, αλλά ως καλλιεργήσιμο και επεξεργάσιμο υλικό περιφερειακής παραγωγής.
Το πολιτικό στοίχημα πίσω από το νέο εγχειρίδιο είναι, τελικά, εκπαιδευτικό και κανονιστικό. Ο Trujillo θέλει το μπαμπού να μπει στην ύλη που διδάσκεται: να πειστούν «λέκτορες ανά τον κόσμο» να το ενσωματώσουν, ώστε η νέα γενιά μηχανικών και αρχιτεκτόνων να είναι «bamboo-ready». Αυτό σημαίνει πρακτικά προδιαγραφές, υπολογιστικά μοντέλα, λεπτομέρειες κόμβων, κανόνες ανθεκτικότητας και συντήρησης, καθώς και κοινή γλώσσα με τις αρχές που εγκρίνουν έργα. Χωρίς αυτά, το μπαμπού μένει απλά μια... «ωραία ιστορία». Με αυτά, μπορεί να γίνει εργαλείο μετασχηματισμού ενός κλάδου που, λόγω υλικών, ευθύνεται για τεράστιο μέρος της κλιματικής επιβάρυνσης.
Όπως το θέτει ο Trujillo, η μετάβαση από ανθρακονήρα υλικά σε χαμηλού άνθρακα —ή, καλύτερα ακόμη, σε υλικά που «δέσμευαν» άνθρακα— είναι «ένας πολύ σοφός τρόπος» να μειωθούν οι εκπομπές από την αστικοποίηση. Σε μια εποχή όπου η ζήτηση για κτίρια δεν πρόκειται να πέσει, η μόνη ρεαλιστική διαδρομή είναι να αλλάξει η ύλη από την οποία τα φτιάχνουμε. Και αν ο χάλυβας και το σκυρόδεμα ήταν τα υλικά που έχτισαν τον 20ό αιώνα, το ερώτημα που ανοίγει τώρα είναι αν υλικά όπως το μπαμπού μπορούν να χτίσουν τον 21ο.