Το παξιμάδι είναι από τα πιο χαρακτηριστικά αρτοσκευάσματα την ελληνικής παραδοσιακής κουζίνας.
Ένα απλό κομμάτι ψωμιού, το οποίο έχει ψηθεί δύο φορές έτσι ώστε να αποβάλλει εντελώς τα υγρά του, με αποτέλεσμα να είναι σκληρό και να μπορεί να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτή ακριβώς η ιδιότητά του, η μεγάλη διάρκεια ζωής που είχε, κατέστησε το παξιμάδι μία από τις πιο σημαντικές πηγές ενέργειας σε εποχές και συνθήκες που η διατήρηση του ψωμιού για πολλές ημέρες ήταν απαραίτητη.
Έτσι, τα παξιμάδια παρείχαν τροφή και ενέργεια σε στρατούς κατά την περίοδο πολέμων και ήταν το γεύμα για όσους έκαναν απαιτητικές δουλειές.
Στην Ελλάδα, συναντά κανείς τα παξιμάδια σε κάθε περιοχή. Ιδιαίτερα δημοφιλή είναι στο Αιγαίο με τη νησιώτικη κουζίνα να τα ενισχύει με φίνο ελαιόλαδο και μπαχαρικά. Η Κρήτη, όμως, με το παραδοσιακό της πιάτο, τον ντάκο, ήταν εκείνη που έβαλε τα παξιμάδια σε κάθε ελληνικό σπίτι και όχι μόνο.
Η συνταγή του, άλλωστε, είναι απλή. Δεν χρειάζεται κανείς παρά μόνο μερικά παξιμάδια από κριθαρένιο ή σταρένιο αλεύρι, λίγο νερό για να τα μουσκέψει και στη συνέχεια εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, ντομάτα τριμμένη, λίγη φέτα και ρίγανη.
Από που πήρε το παξιμάδι το όνομά του;
Από που όμως πήρε το παξιμάδι το όνομά του; Σύμφωνα με την Wikipedia, ο Πάξαμος, ένας αρχαίος Έλληνας συγγραφέας της Ελληνιστικής περιόδου που έζησε τον 1ο μ.Χ. αιώνα, ήταν πιθανόν ο εφευρέτης των «παξιμαδιών», ψωμιών από κριθάρι που είχαν διπλοφουρνιστεί, και πήραν το όνομά του από αυτόν.
Ο Πάξαμος έγραψε ένα βιβλίο μαγειρικής (Περί Μαγειρικής) και ένα βιβλίο γεωργίας (Περί Γεωργίας). Ο Αθήναιος ο Ναυκρατίτης, ένας άλλος Έλληνας συγγραφέας, ανέφερε επίσης τον Πάξαμο μια φορά στο βιβλίο του Δειπνοσοφισταί. Το όνομά του αναφέρεται και στα Γεωπονικά, ένα Βυζαντινό βιβλίο αγροτικής.
Αξίζει να σημειωθεί πάντως πώς αρτοσκευάσματα τύπου παξιμάδι δεν συναντώνται μόνο στην Ελλάδα. Υπάρχουν και διαφορετικές εκδοχές του και σε άλλες χώρες, με διαφορετική ονομασία.