Τα απολογιστικά στοιχεία του Δεκεμβρίου για τα προγράμματα στέγασης που «τρέχουν», ενίσχυσαν την αίσθηση ότι απαιτείται γενναίο λίφτινγκ, προκειμένου να δοθούν απαντήσεις στην κρίση στέγης.
Ξεκινώντας από το φιλόδοξο «Σπίτι μου 2», παρά τις βελτιώσεις που έγιναν στα εισοδηματικά κριτήρια, φαίνεται ότι παραμένει αξεπέραστο εμπόδιο η έλλειψη ακινήτων που πληρούν τις προδιαγραφές του Προγράμματος. Είναι ενδεικτικό ότι με το κλείσιμο του 2025 είχαν εγκριθεί 11.389 αιτήσεις, που αντιστοιχούν στο 70,53% των διαθέσιμων πόρων του Προγράμματος κι αυτό σημαίνει πρακτικά ότι περίπου 600 εκ ευρώ μένουν στα αζήτητα, παρά τους ευνοϊκούς όρους για τους δικαιούχους.
Εγκαταλείπεται το «Αναβαθμίζω»
Άδοξο τέλος παίρνει το «Αναβαθμίζω το σπίτι μου», καθώς το ενδιαφέρον παραμένει υποτονικό. Με νέα ΚΥΑ, το κονδύλι από τα δάνεια του Ταμείο Ανάκαμψης περιορίζεται, πλέον, στα 60 εκ ευρώ, όταν η αρχική πρόβλεψη ήταν για 300 εκ ευρώ! Η απόφαση ήταν λίγο ως πολύ αναμενόμενη, καθώς μέχρι τώρα έχουν εγκριθεί μόλις 3.698 αιτήσεις, που δεν «πιάνουν» ούτε το 18% του προβλεπόμενου προϋπολογισμού. Το ζήτημα είναι γιατί σχεδιάστηκε ένα τέτοιο πρόγραμμα, από τη στιγμή που “τρέχουν” τα «Εξοικονομώ» με αντίστοιχες προβλέψεις.
Με την ίδια ΚΥΑ ορίζεται ως καταληκτική ημερομηνία υπαγωγής στο Πρόγραμμα, η 31/5/2026, ενώ ως καταληκτική ημερομηνία σύναψης Σύμβασης Δανεισμού ορίζεται η 31/8/2026. Αρμόδιες πηγές ξεκαθάρισαν, πάντως, στο iefimerida ότι τα κονδύλια που θα περισσέψουν δεν θα ανακατευθυνθούν σε άλλα στεγαστικά προγράμματα, αφού η αποτυχία του «Αναβαθμίζω» είχε διαφανεί εγκαίρως, με αποτέλεσμα να πριμοδοτηθεί με νέους πόρους κυρίως το «Σπίτι μου».
Νέο «Ανακαινίζω» και προγράμματα στέγασης
Αντιθέτως, το «Ανακαινίζω- Ενοικιάζω» πάει «σφαίρα», αν και δεν αποκλείεται να «παγώσουν» οι νέες αιτήσεις, εν αναμονή του νέου αντίστοιχου Προγράμματος, που θα έχει περισσότερους πόρους και ευνοϊκότερες προϋποθέσεις ένταξης. Επί του παρόντος, έχουν εγκριθεί 3.858 αιτήσεις, που αντιστοιχούν σε επιδοτήσεις επισκευών περίπου 31 εκ ευρώ.
Το νέο «Ανακαινίζω» εντάσσεται στο «πακέτο» για τη στεγαστική κρίση, που ανακοινώθηκε κατά την ψήφιση του Προϋπολογισμού και φιλοδοξεί να τονώσει κυρίως την προσφορά κατοικιών. Δεν πρέπει, άλλωστε, να ξεχνάμε ότι αυτήν τη στιγμή «λείπουν» περίπου 180 χιλιάδες ακίνητα για να καλυφθεί η ζήτηση. Αυτό το νέο «πακέτο» περιλαμβάνει:
- ένα «γενναίο» πρόγραμμα ανακαίνισης κατοικιών, που θα καλύπτει έως και το 90% της σχετικής δαπάνης. Θα διατεθούν 400 εκατ. για αναβάθμιση παλαιών «κλειστών» ακινήτων με επιδότηση έως και 36.000 ευρώ και η καινοτομία είναι ότι το βάρος θα πέσει στις επισκευές και λιγότερο στην ενεργειακή αναβάθμιση. Το εισοδηματικό όριο θα τεθεί στις 35.000 ευρώ για ζευγάρι, με προσαύξηση 5.000 για κάθε παιδί.
- στους 50.000 εκπαιδευτικούς, νοσηλευτές και γιατρούς εκτός των αστικών κέντρων Αττικής και Θεσσαλονίκης θα επιστρέφονται δύο ενοίκια ετησίως, ανεξάρτητα από το εισόδημά τους.
- τοπικά σχέδια αναβάθμισης δημοτικών και κρατικών κτιρίων σε ορεινές και νησιωτικές περιοχές, προκειμένου να διατεθούν ως κατοικίες για δημοσίους υπαλλήλους.
- νέοι περιορισμοί στη βραχυχρόνια μίσθωση: Οι σημερινές ρυθμίσεις επεκτείνονται και στο κέντρο Θεσσαλονίκης. Επιπλέον, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη όπου απαγορεύεται η βραχυχρόνια μίσθωση, όταν ένα τέτοιο ακίνητο μεταβιβάζεται, θα διαγράφεται αυτόματα από το Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής.
- νέο πλαίσιο κινήτρων για ιδιωτικές επενδύσεις στον τομέα της προσιτής στέγης: οι κατασκευαστικές θα μπορούν να χτίζουν διαμερίσματα ή να μετατρέπουν σε κατοικίες υφιστάμενα κτίρια, αποκλειστικά προς ενοικίαση τουλάχιστον 10 ετών. Τα μισθώματα θα εκπίπτουν απ’ τον φόρο εισοδήματος και το ανώτατο όριο ενοικίου θα καθορίζεται κεντρικά.
- Πολεοδομική ρύθμιση από το ΥΠΕΝ για τη γρήγορη μετατροπή υφιστάμενων ακινήτων προς οικιστική χρήση. Εγκαταλελειμμένα ή ημιτελή κτίσματα θα εντάσσονται στην κατηγορία ιδιωτικών επενδύσεων με κίνητρο την έκπτωση φόρου.
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδας, αν και οι παρεμβάσεις αυτές συνιστούν βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση, ενδέχεται να έχουν περιορισμένη βραχυπρόθεσμη αποτελεσματικότητα, καθώς ορισμένες από αυτές τείνουν να ενισχύουν τη ζήτηση, ενώ άλλες προϋποθέτουν μακρό χρονικό ορίζοντα υλοποίησης. Δεν είναι τυχαίο ότι το πρόγραμμα της «Κοινωνικής Αντιπαροχής» βρίσκεται ακόμα στα σπάργανα και είναι ενδεικτικό ότι ως το τέλος του 2027 δεν θα έχουν ξεκινήσει οι οικοδομές παρά μόνο για 1.500 κατοικίες.