Σοκ έχει προκαλέσει η είδηση του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη από ανακοπή καρδιάς σε ηλικία 54 ετών.
Για το ιατρείο στο οποίο υπέστη ανακοπή ο τραγουδιστής ο υπουργός Υγείας ο Άδωνις Γεωργιάδης, ζήτησε έρευνα.
Σε ανάρτησή του ο υπουργός, αναφέρθηκε στο ιατρείο ως μία «υποτιθέμενη κλινική», τονίζοντας ότι είχε άδεια απλού παθολογικού ιατρείου και δεν επιτρεπόταν να κάνει πλασμαφαίρεση, για την οποία είχε πάει ο τραγουδιστής.
Η πλασμαφαίρεση είναι μια ιατρική διαδικασία που περιλαμβάνει τον διαχωρισμό και την αφαίρεση πλάσματος από το αίμα. Το πλάσμα είναι το υγρό συστατικό του αίματος που μεταφέρει κύτταρα, θρεπτικά συστατικά, ορμόνες και άχρηστα προϊόντα. Κατά τη διάρκεια της πλασμαφαίρεσης, λαμβάνεται αίμα από τον ασθενή και το πλάσμα διαχωρίζεται από τα αιμοσφαίρια χρησιμοποιώντας μια εξειδικευμένη μηχανή. Τα υπόλοιπα αιμοσφαίρια αναμειγνύονται στη συνέχεια με ένα υγρό αντικατάστασης, όπως φυσιολογικό ορό ή αλβουμίνη, και επιστρέφουν στο σώμα του ασθενούς.
Ο πρωταρχικός σκοπός της πλασμαφαίρεσης είναι η θεραπεία διαφόρων ιατρικών παθήσεων, απομακρύνοντας επιβλαβείς ουσίες από το πλάσμα. Αυτές οι ουσίες μπορεί να περιλαμβάνουν αντισώματα, τοξίνες ή άλλες πρωτεΐνες που μπορεί να συμβάλλουν στην ασθένεια ενός ασθενούς. Φιλτράροντας αυτά τα συστατικά, η πλασμαφαίρεση μπορεί να βοηθήσει στην ανακούφιση των συμπτωμάτων και στη βελτίωση της συνολικής υγείας των ασθενών που πάσχουν από ορισμένα αυτοάνοσα νοσήματα, νευρολογικές διαταραχές και άλλες παθήσεις.
Η πλασμαφαίρεση χρησιμοποιείται συχνά σε συνδυασμό με άλλες θεραπείες, όπως φάρμακα ή θεραπείες, για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητάς τους. Είναι μια καθιερωμένη διαδικασία που χρησιμοποιείται εδώ και δεκαετίες και θεωρείται ασφαλής όταν εκτελείται από εκπαιδευμένους επαγγελματίες υγείας.
Γιατί γίνεται η πλασμαφαίρεση
Η πλασμαφαίρεση συνιστάται συνήθως σε ασθενείς που εμφανίζουν συμπτώματα που σχετίζονται με συγκεκριμένες ιατρικές παθήσεις που εμπλέκουν το ανοσοποιητικό σύστημα ή την παρουσία επιβλαβών ουσιών στο αίμα. Μερικοί από τους πιο συνηθισμένους λόγους για τους οποίους υποβάλλονται σε πλασμαφαίρεση περιλαμβάνουν:
- Αυτοάνοσες διαταραχές: Παθήσεις όπως η μυασθένεια gravis, ο λύκος και το σύνδρομο Guillain-Barré μπορούν να οδηγήσουν στην παραγωγή αυτοαντισωμάτων που προσβάλλουν τους ίδιους τους ιστούς του σώματος. Η πλασμαφαίρεση βοηθά στην απομάκρυνση αυτών των αυτοαντισωμάτων, παρέχοντας ανακούφιση από τα συμπτώματα και βελτιώνοντας τη μυϊκή δύναμη και λειτουργία.
- Νευρολογικές καταστάσεις: Σε περιπτώσεις νευρολογικών διαταραχών όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας (MS) ή ορισμένοι τύποι νευροπάθειας, η πλασμαφαίρεση μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της φλεγμονής και της παρουσίας επιβλαβών πρωτεϊνών στο αίμα, οδηγώντας σε βελτιωμένη νευρολογική λειτουργία.
- Διαταραχές αίματος: Παθήσεις όπως η θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα (TTP) και το σύνδρομο υπεργλοιότητας μπορούν να προκαλέσουν ανώμαλη πήξη του αίματος ή αυξημένο ιξώδες του αίματος. Η πλασμαφαίρεση μπορεί να βοηθήσει στην απομάκρυνση των παραγόντων που συμβάλλουν σε αυτές τις παθήσεις, αποκαθιστώντας την κανονική ροή και λειτουργία του αίματος.
- Νεφρικές Διαταραχές: Σε ορισμένες νεφρικές παθήσεις, όπως το σύνδρομο Goodpasture ή η ταχέως εξελισσόμενη σπειραματονεφρίτιδα, η πλασμαφαίρεση μπορεί να βοηθήσει στην απομάκρυνση επιβλαβών αντισωμάτων που βλάπτουν τα νεφρά.
- Σοβαρές λοιμώξεις: Σε ορισμένες περιπτώσεις, η πλασμαφαίρεση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων όπου υπάρχουν τοξίνες στο αίμα, συμβάλλοντας στη μείωση της συνολικής επιβάρυνσης του ανοσοποιητικού συστήματος.
Η απόφαση για την εκτέλεση πλασμαφαίρεσης λαμβάνεται συνήθως μετά από προσεκτική εξέταση των συμπτωμάτων του ασθενούς, του ιατρικού ιστορικού και των πιθανών οφελών της διαδικασίας. Συχνά συνιστάται όταν άλλες θεραπείες δεν έχουν προσφέρει επαρκή ανακούφιση ή όταν είναι απαραίτητη η ταχεία ανταπόκριση.
Πώς πραγματοποιείται η διαδικασία
Η πλασμαφαίρεση πραγματοποιείται στην Ελλάδα σε εξειδικευμένα δημόσια νοσοκομεία και πανεπιστημιακά κέντρα, καθώς και σε επιλεγμένα ιδιωτικά θεραπευτήρια που διαθέτουν μονάδες εξωσωματικών θεραπειών και κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό.
Η μέθοδος εφαρμόζεται κυρίως σε μονάδες νεφρολογίας, αιματολογίας και εντατικής θεραπείας, ενώ απαιτεί εξειδικευμένο εξοπλισμό και διεπιστημονική συνεργασία.
Η διάρκεια κάθε συνεδρίας κυμαίνεται συνήθως από 2 έως 4 ώρες. Οι περισσότεροι ασθενείς χρειάζονται 3 έως 7 συνεδρίες, ανάλογα με τη νόσο και την ανταπόκριση στη θεραπεία.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας απαιτείται συνεχής παρακολούθηση των ζωτικών σημείων, της αρτηριακής πίεσης, της πηκτικότητας και των ηλεκτρολυτών, καθώς μπορεί να εμφανιστούν επιπλοκές όπως υπόταση, υποασβεστιαιμία, αλλεργικές αντιδράσεις ή διαταραχές πήξης.