Όπως συμβαίνει όλο και πιο συχνά πλέον στον δημόσιο διάλογο, το ζήτημα του ΟΠΕΚΕΠΕ που ήρθε στην επιφάνεια, συγκάλυψε αντί να αναδείξει τα πραγματικά προβλήματα της χώρας.
Αντί, με άλλα λόγια, το άνοιγμα της “μπάμπουσκας” να δώσει την ευκαιρία να αποκαλυφθούν τα διάφορα προβληματικά της περιεχόμενα στο εσωτερικό, μείναμε να σχολιάζουμε μόνο τα επιφαινόμενα, και διόλου την ουσία. Η συζήτηση, με όλη την ομολογουμένως δικαιολογημένη φόρτιση που την συνοδεύει από την πρώτη στιγμή των αποκαλύψεων, περιορίστηκε στο διαχρονικό φαινόμενο των ρουσφετολογικών πρακτικών και στα παραδοσιακά αναθέματα που πάντα το συνοδεύουν. Κι ενώ προφανώς θα πρέπει να περιμένουμε να δούμε ποιες από αυτές τις αποκαλύψεις ευσταθούν και ποιες είναι αξιόποινες ή απλώς ανήθικες και κοινωνικά απορριπτέες, εκείνο που είναι πολιτικά σημαντικό χάθηκε στον ορυμαγδό των καταγγελιών. Διότι οι πελατειακές πρακτικές είναι προφανώς το σύμπτωμα και όχι η αιτία των προβλημάτων μας.
Γιατί, άραγε, βλέπουμε τον αγροτικό τομέα να μονοπωλεί διαρκώς την επικαιρότητα το τελευταίο διάστημα, πρώτα με τις επί διμήνου κινητοποιήσεις του και τα μπλόκα του και τώρα με το σήριαλ του ΟΠΕΚΕΠΕ; Διότι απλούστατα, ο πρωτογενής μας τομέας βιώνει βαθιά και δομική κρίση εδώ και χρόνια. Πολύ μικροί κλήροι για να αντέξουν τον εγχώριο και τον διεθνή ανταγωνισμό, χαμηλή παραγωγικότητα, υψηλά κόστη στην παραγωγή, προβληματικοί ή ανύπαρκτοι συνεταιρισμοί και μαζί όλες οι αστοχίες της ΚΑΠ αλλά και του ελληνικού κράτους, συνθέτουν ένα σκηνικό κρίσης του αγροτικού κόσμου που μόνο με τις ενέσεις των επιδοτήσεων ή την κατασπατάληση των ευρωπαϊκών πόρων -και με την αγαστή πάντα υποστήριξη των τοπικών πολιτευτών- είναι που καταφέρνει να κρατιέται τεχνητά ζωντανός. Έτσι, ακόμη κι αν η απορρόφηση του ΟΠΕΚΕΠΕ από την ΑΑΔΕ καταφέρει να βγάλει από την εξίσωση τις αναίσχυντες ρουσφετολογικές πιέσεις, τα νούμερα θα εξακολουθούν να μην βγαίνουν: το βαθύ πρόβλημα του πρωτογενούς τομέα μας θα είναι εκεί και του χρόνου, όταν κατά τα ειωθότα, οι αγροτοσυνδικαλιστές θα αποφασίσουν να κλείσουν για πολλοστή φορά τις εθνικές οδούς. Υπάρχει, συνεπώς, πραγματική στρατηγική για το μέλλον των αγροτών μας ή έχουμε την ψευδαίσθηση ότι αρκεί μόνο η ηθικολογική καταδίκη των Μαυρογιαλούρων του κοινοβουλίου μας για να βγούμε από το αδιέξοδο;
Οι πελατειακές πρατικές είναι εντέλει το κερασάκι μιας τούρτας της οποίας τα διάφορα δηλητηριασμένα κομμάτια κινδυνεύουν να υπονομεύσουν την δημοκρατία μας πολύ περισσότερο από τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Και καλό είναι να μάθουμε να ιεραρχούμε σωστότερα τα προβλήματα. Διότι με τα ψηφιακά εργαλεία που διαθέτουμε και άλλες μεταρρυθμιστικές προτάσεις όπως με τον διαχωρισμό του βουλευτικού από το υπουργικό αξίωμα, θα μπορούσαμε ίσως να απαλλαγούμε από το “κερασάκι”. Τι γίνεται όμως με την ίδια την τούρτα και τα σάπια τμήματά της; Και αυτό είναι θέμα πια των πολιτικών μας και όχι των εισαγγελέων.
Η χώρα πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι χρειάζεται μια συνολική επανεκκίνηση, δεν αρκούν τα επιμέρους μερεμέτια για την υπέρβαση των προβλημάτων της. Το διάφορα αποκρουστικά κεφάλια του τέρατος του ελληνικού κράτους θα συνεχίσουν να ξεπετάγονται, όσα και να κόβουμε κάθε φορά. Το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό ώστε να λύνεται με ασπιρίνες αλλά είναι ζήτημα ιστορικής προοπτικής. Η περίοδος της μεταπολίτευσης έκανε τον ιστορικό της κύκλο, έκλεισε με το τραγικό φινάλε μιας χρεοκοπίας, και έκτοτε αναζητάμε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο, μέσα μάλιστα σε ένα διεθνές περιβάλλον τεράστιων και συνεχώς απρόβλεπτων ανατροπών, μαζί με όλες τις κατακλυσμιαίες αλλαγές της 4ης βιομηχανικής επανάστασης που αναδιατάσσουν όσα ξέραμε ως τώρα. Γι' αυτό και δεν είναι απλό. Οι διάφορες μεγάλες τομές της ελληνικής ιστορίας του 20ού αιώνα ήταν συνήθως αποτέλεσμα μιας καταστροφής: της μικρασιατικής, του εμφυλίου ή του κυπριακού δράματος. Αυτή τη φορά όμως η νέα τομή θα πρέπει να γίνει βελούδινα και “εν κινήσει”, θυμίζοντας τον αναβάτη ενός ποδηλάτου που προσπαθεί να φτιάξει την χαλασμένη του αλυσίδα χωρίς να γκρεμοτσακιστεί.
Πάντως, νέο κοινωνικό συμβόλαιο, σημαίνει πρώτα και κύρια ένα νέο σύνταγμα, και μάλιστα με τολμηρές και ρηξικέλευθες προτάσεις που θα αντικατοπτρίζουν το πνεύμα της νέας εποχής καθώς και των κοινωνικών και τεχνολογικών νεωτερισμών που την ακολουθούν. Γι' αυτό και κακώς η όλη συζήτηση περί αναθέωρησης το συντάγματος περιορίζεται στους συνταγματολόγους που έχουν μονίμως την τάση να μονοπωλούν τα ζητήματα αυτά. Το σύνταγμα δεν είναι ένα τεχνικό κείμενο -αυτή είναι μόνο μια δευτερεύουσα διάστασή του. Πρέπει λοιπόν ο διάλογος αυτός να συμπεριλάβει και πολλούς άλλους ειδικούς και διανοουμένους. Σκοπός, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι η αποκατάσταση της χαμένης εμπιστοσύνης της κοινωνίας προς την πολιτική εξουσία. Αυτό είναι το μείζον τούτη τη στιγμή και από αυτό θα κριθεί το μέλλον της δημοκρατίας μας, εξού και πρέπει να είμαστε έτοιμοι να σκεφτούμε “έξω από το κουτί”.
Η ελληνική κοινωνία δείχνει αυτή τη στιγμή να έχει χάσει τον προσανατολισμό της -και δεν είναι η μόνη στον δυτικό κόσμο που νιώθει τόσο ζαλισμένη από όσα ανατρεπτικά συμβαίνουν. Η πανικόβλητη προσπάθειά της να ανασταίνει κάθε φορά τις παλιές πελατειακές συνήθειες για να σωθεί, δείχνει το αδιέξοδό της. Από την πλευρά τους, οι πολιτικοί μας προσπαθώντας -προς ίδιον όφελος- να την κρατήσουν να μην πνιγεί, το μόνο που θα καταφέρουν είναι να πάνε στο βυθό μαζί της μια ώρα αρχύτερα. Η σχέση αυτή πρέπει συνεπώς να επαναπροσδιορισθεί για το καλό αμφότερων των πλευρών. Κυρίως όμως για το καλό της χώρας που ενώ κατάφερε ένα θαύμα, δηλαδή να υπερβεί μια τεράστια οικονομική κρίση σε λίγα μόλις χρόνια, μοιάζει να μην ξέρει πως να προχωρήσει από εδώ και πέρα. Αλλά υπάρχει ένα καλό νέο σε όλα αυτά: η πολιτική δεν είναι μόνο η τέχνη του εφικτού αλλά και η τέχνη της φαντασίας. Ας τολμήσει, λοιπόν, να λειτουργήσει χωρίς ταμπού και πέρα από κομματικά βαρίδια, και είναι στο χέρι της να δείξει τους νέους δρόμους που είναι βέβαιο ότι θα ακολουθήσει και η κοινωνία εφόσον καταφέρει να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη της.