Η δίκη για την τραγωδία των Τεμπών δεν είναι απλώς μια ακόμη μεγάλη δίκη.
Είναι, μία διαδικασία κατά την οποία θα « μετρηθεί» η ελληνική δικαιοσύνη. Θα δοκιμαστεί για το εάν μπορεί να απαντήσει στο βασικό ερώτημα που η κοινωνία θέτει επίμονα εδώ και τρία χρόνια: ήταν αυτό ένα «ανθρώπινο λάθος» ή το αποτέλεσμα μιας βαθιάς, διαχρονικής κρατικής αποτυχίας;
Η εύκολη απάντηση (και ενδεχομένως η πιο βολική), είναι να περιοριστεί η ευθύνη στο πρόσωπο του « μοιραίου» σταθμάρχη. Όμως αυτό το αφήγημα έχει ήδη φθαρεί στη συνείδηση της κοινής γνώμης. Διότι τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας δείχνουν ότι το δυστύχημα δεν προέκυψε σε ένα σύστημα που λειτουργούσε κανονικά και απλώς «λύγισε» από ένα λάθος, αλλά σε ένα περιβάλλον όπου βασικές δικλείδες ασφαλείας είτε δεν υπήρχαν είτε δεν λειτουργούσαν.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το κεντρικό διακύβευμα της δίκης: αν θα φωτίσει την αλυσίδα των ευθυνών προς τα πάνω ή αν θα σταματήσει στα «χαμηλά» και « ανώδυνα».Γιατί σε τέτοιες υποθέσεις, η Δικαιοσύνη δεν κρίνεται μόνο από το αν θα επιβάλει ποινές, αλλά από το πόσο βαθιά είναι διατεθειμένη να φτάσει. Και αυτό, αναπόφευκτα, αγγίζει διοικήσεις οργανισμών, πολιτικές αποφάσεις, καθυστερήσεις έργων και μια συνολική κουλτούρα ανοχής στις ελλείψεις.
Παράλληλα, η δίκη αυτή φέρει ένα έντονο κοινωνικό και ηθικό φορτίο. Οι οικογένειες των θυμάτων δεν ζητούν απλώς καταδίκες. Ζητούν απαντήσεις. Ζητούν να μάθουν γιατί ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος δεν μπόρεσε να εγγυηθεί τα στοιχειώδη για την ασφάλεια των πολιτών του. Και κυρίως, ζητούν να διασφαλιστεί ότι αυτό δεν θα επαναληφθεί. Αν η διαδικασία δεν καταφέρει να δώσει πειστικές απαντήσεις, το κενό δεν θα είναι μόνο νομικό, θα είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη διάσταση: η εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Σε μια περίοδο που η καχυποψία απέναντι στο κράτος είναι ήδη ενισχυμένη, η έκβαση αυτής της δίκης θα λειτουργήσει ως βαρόμετρο. Αν η εικόνα που αποκομίσει η κοινωνία είναι ότι υπήρξε πλήρης διερεύνηση και ουσιαστική λογοδοσία, τότε η Δικαιοσύνη μπορεί να ανακτήσει μέρος της χαμένης της αξιοπιστίας. Αν, αντίθετα, επικρατήσει η αίσθηση ότι «κάποιοι τη γλίτωσαν» και η υπόθεση «κουκουλώθηκε» τότε η δυσπιστία θα παγιωθεί.
Δεν πρέπει να υποτιμάται επίσης και ο κίνδυνος η δίκη να « πνιγεί» μέσα στην ίδια της την πολυπλοκότητα. Με τριανταέξι κατηγορούμενους, 350 μάρτυρες κατηγορητηρίου, πάνω από 200 δικηγόρους, τεχνικά ζητήματα και τεράστιο όγκο στοιχείων, υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο η ουσία να χαθεί στη διαδικασία. Και τότε, αντί για κάθαρση, να υπάρξει κόπωση και σύγχυση.
Τελικά, η δίκη των Τεμπών δεν θα κριθεί μόνο από την απόφαση που θα εκδοθεί, αλλά αν αυτή θα πείσει. Αν θα πείσει ότι η αλήθεια ειπώθηκε ολόκληρη και ότι η ευθύνη αποδόθηκε εκεί που πραγματικά ανήκει. Γιατί σε μια υπόθεση με 57 νεκρούς, στην πλειοψηφία τους νέα παιδιά, η Δικαιοσύνη δεν καλείται απλώς να επιβάλει ποινές. Καλείται να αποκαταστήσει την ίδια την έννοια της λογοδοσίας.