Ο Χρήστος Λάμπρης, ένας εκ των δυο ορειβατών της μοιραίας ανάβασης στα Ιμαλάια το 1985, μίλησε στο iefimerida για το βουνό που σημάδεψε τη ζωή του, στο οποίο επέστρεψε σε ένα ταξίδι μνήμης για τους συντρόφους που χάθηκαν στην πρώτη ελληνική αποστολή άνω των 7.000 μέτρων
Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, μια μικρή ομάδα Ελλήνων ορειβατών τόλμησε κάτι που τότε έμοιαζε απίστευτο. Να αγγίξει τη Νότια Πλαγιά της Αναπούρνα, μια από τις πιο απαιτητικές κορυφές των Ιμαλαΐων. Ήταν μια εποχή χωρίς σύγχρονη ενημέρωση, χωρίς υποστήριξη από Σέρπα και με ελάχιστη γνώση για τις συνθήκες του βουνού. Το εγχείρημα στηρίχθηκε στον ενθουσιασμό και την τόλμη ανθρώπων που ήθελαν να φτάσουν ψηλότερα από οποιονδήποτε Έλληνα πριν από αυτούς.
Η προσπάθεια εκείνη, οργανωμένη με τα πενιχρά μέσα της εποχής και χωρίς ουσιαστική τεχνική υποστήριξη, έμελλε να μείνει χαραγμένη στην ιστορία για τον πιο σκληρό λόγο. Τη μοιραία χιονοστιβάδα που χτύπησε το Camp 3 και κόστισε τη ζωή σε δύο Έλληνες ορειβάτες, τον Τάκη Μπουντόλα και τον Κλήμη Τσατσαράγκο.
Η χιονοστιβάδα του 1985 στα Ιμαλάια και η συγκλονιστική μαρτυρία του Χρήστου Λάμπρη
Ανάμεσα στους επιζώντες ήταν ο τότε 26χρονος Χρήστος Λάμπρης, που θυμάται ακόμη πόσο απροετοίμαστη ήταν η ομάδα για τις πραγματικές συνθήκες των Ιμαλαΐων. «Ήμασταν ενθουσιώδεις, αποφασισμένοι αλλά εντελώς ανυποψίαστοι», θα πει στο iefimerida. «Χωρίς Σέρπα, χωρίς πρόγνωση καιρού, και με όλο τον εξοπλισμό στις πλάτες μας, η ελληνική αποστολή άνοιγε μόνη της τη διαδρομή, επαναλαμβάνοντας δεκάδες φορές την ανηφόρα για να μεταφέρει υλικά», θα πει ο κ. Λάμπρης.
Στις 23 Οκτωβρίου 1985, λίγες ώρες πριν ξεκινήσει η τελική προσπάθεια για την κορυφή, ο ήχος που προηγήθηκε της χιονοστιβάδας παραμένει χαραγμένος στο μυαλό του. «Όλα έγιναν τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβα να σωθώ. Η χιονοστιβάδα μας πήρε όλες τις σκηνές και εμάς μαζί. Αλλά εγώ στάθηκα τυχερός έχοντας σπάσει πλευρά και με ένα κατεστραμμένο γόνατο. Για καλή μου τύχη, ο Μιχάλης Τσουκιάς είχε κατορθώσει να ξεφύγει. Ψάχνοντας στο χιόνι βρήκε τα σκόρπια υλικά της κατασκήνωσης, μου έφερε έναν υπνόσακο και ένα μισοσπασμένο αντίσκηνο, με έβαλε μέσα να περάσω τη νύχτα και έφυγε για να φέρει βοήθεια. Οι πιθανότητες επιβίωσης ήταν ελάχιστες και ακόμη και σήμερα πιστεύω ότι αν δεν ήταν ελληνική αποστολή θα με είχαν αφήσει πίσω. Χρειάστηκαν τρεις μέρες μέχρι να με κατεβάσουν στη βάση του βουνού, όπου μπορούσε να προσεδαφιστεί το ελικόπτερο για να με πάρει. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα χρειάστηκε να περάσω έξι μήνες στο νοσοκομείο και άλλους τόσους μέχρι να επαναφέρω την φυσική μου κατάσταση στα προηγούμενα επίπεδα», θα πει εξιστορώντας τα όσα έζησε τον Οκτώβριο του 1985.
Επιστροφή στην Αναπούρνα: 40 χρόνια μετά την τραγωδία
Φέτος, τέσσερις δεκαετίες μετά, ο Χρήστος Λάμπρης γύρισε στο σημείο όπου άλλαξε η ζωή του. Μαζί με τον Πάνο Χλωροκώστα ακόμη έναν ορειβάτη της αποστολής του 1985, ο οποίος επέστρεφε εκεί για πρώτη φορά μετά από 40 χρόνια, αλλά και με μια μεγάλη ομάδα ταξιδιωτών, έφτασαν ξανά στο Base Camp. Ο κ. Λάμπρης εξηγεί πως η επιστροφή δεν είχε στόχο την ανάβαση: «Δεν πήγαμε να ανέβουμε. Πήγαμε να θυμηθούμε και να τιμήσουμε την πρώτη ελληνική αποστολή». Αν και μετά το 1985 ο κ. Λάμπρης είχε ξαναπάει στο βουνό , φέτος του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση πως η εικόνα της Αναπούρνα είχε αλλάξει δραματικά λόγω κλιματικής κρίσης. «Εκεί που κάποτε ήταν παγετώνας τώρα έβλεπα βράχια. Και αυτό με έκανε να σκεφτώ να προσπαθήσω σε επόμενο ταξίδι μου να νοικιάσω ελικόπτερο και να πετάξω πάνω από το σημείο που μας είχε χτυπήσει η χιονοστιβάδα και χάθηκαν οι δυο σχοινοσύντροφοί μας».
Για τον Χρήστο Λάμπρη, η Αναπούρνα δεν είναι πια μόνο βουνό. Είναι μια συλλογή από πρόσωπα, στιγμές και σιωπές που δεν ξεθωριάζουν. «Κάναμε αυτό το επετειακό ταξίδι 40 χρόνια μετά για να πούμε ένα «δεν σας ξεχάσαμε» σε εκείνους που χάθηκαν τότε κάτω από τόνους χιόνι».