Το βράδυ της 23ης Σεπτεμβρίου 1998, η πολυκατοικία στην οδό Νιόβης 4, στα Κάτω Πατήσια, μετατράπηκε σε σκηνικό μιας από τις πιο δραματικές υποθέσεις ομηρίας στην Ελλάδα.
Για περίπου τέσσερις ώρες, ένας ένοπλος κακοποιός, ο Ρουμάνος Σορίν Ματέι, κρατούσε ομήρους μέσα σε ένα διαμέρισμα. Την ίδια ώρα συνομιλούσε τηλεφωνικά με τον δημοσιογράφο Νίκο Ευαγγελάτο. Η συνομιλία μεταδιδόταν ζωντανά από την τηλεόραση.
Έξω από την πολυκατοικία είχαν αναπτυχθεί ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις. Οι ειδικές δυνάμεις περίμεναν την εντολή για επέμβαση.
Η νύχτα κατέληξε σε τραγωδία. Η 25χρονη Αμαλία Γκινάκη τραυματίστηκε θανάσιμα από χειροβομβίδα και πέθανε στις 9 Οκτωβρίου. Ο Σορίν Ματέι, ο άνθρωπος που είχε προκαλέσει την ομηρία, πέθανε τρεις ημέρες μετά την έκρηξη.
Σορίν Ματέι, ο κακοποιός που είχε αποδράσει επανειλημμένα
Ο Σορίν Ματέι δεν ήταν άγνωστος στις ελληνικές αρχές. Ο Ρουμάνος υπήκοος είχε απασχολήσει επανειλημμένα την Αστυνομία για σοβαρές υποθέσεις και είχε καταφέρει να αποδράσει πολλές φορές.
Το 1995 απέδρασε από τα δικαστήρια της Ευελπίδων. Το 1996 έφυγε από τις φυλακές Κέρκυρας και στη συνέχεια από το νοσοκομείο «Γεώργιος Γεννηματάς». Ακολούθησε ακόμη μία απόδραση, αυτή τη φορά από τις φυλακές Λάρισας.
Το καλοκαίρι του 1998 δραπέτευσε ξανά, από το τμήμα μεταγωγών στην Πάτρα, και επέστρεψε στην Αθήνα.
Οι αρχές τον αναζητούσαν όταν, στις 23 Σεπτεμβρίου, εντοπίστηκε στην πολυκατοικία της οδού Νιόβης 4. Είχε επισκεφθεί τη φίλη του, Πηνελόπη Αθανασοπούλου, η οποία έμενε στο ισόγειο.
Παρουσία εισαγγελέα, οι ειδικές δυνάμεις της Αστυνομίας εισέβαλαν στον χώρο. Ακολούθησε συμπλοκή. Χρησιμοποιήθηκε χειροβομβίδα κρότου-λάμψης, ενώ ένας αστυνομικός χτύπησε τον Ματέι με τη λαβή του όπλου του.
Ο Ματέι όμως κατάφερε να διαφύγει. Μέσα από το φωταγωγό μπήκε στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου.
Εκεί βρίσκονταν η 58χρονη Σουλτάνα Γκινάκη, τα δύο παιδιά της, ο 24χρονος Ευάγγελος και η 25χρονη Αμαλία, καθώς και ο 34χρονος αρραβωνιαστικός της Αμαλίας, Απόστολος Μακρινός.
Η Σουλτάνα Γκινάκη περιποιήθηκε τα τραύματα του Ματέι. Εκείνος στη συνέχεια έδεσε την Αμαλία και τον Απόστολο με τα κορδόνια των παπουτσιών του, κρατώντας τους δεμένους στα δύο του χέρια.
Η τηλεόραση γίνεται μέρος της ομηρίας και η υπόθεση παίρνει πρωτοφανείς διαστάσεις
Ο αρχηγός της Αστυνομίας, Αθανάσιος Βασιλόπουλος, ενημέρωσε τον γραμματέα του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, Γιάννη Παπαδογιαννάκη. Ο υπουργός απουσίαζε στις Βρυξέλλες και ο Παπαδογιαννάκης ενημέρωσε τον πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη, μες τον τελευταίο να ζητάει από την ηγεσία της Αστυνομίας να μεταβεί στο σημείο.
Λίγο αργότερα, στις 7 το απόγευμα, ο Ματέι τηλεφώνησε στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΙ και ζητάει να μιλήσει με τον δημοσιογράφο Νίκο Ευαγγελάτο, ο οποίος παρουσίαζε το κεντρικό δελτίο ειδήσεων.
Η κανονική ροή του προγράμματος διακόπηκε και ξεκίνησε ένας συνεχής διάλογος ανάμεσα στον δημοσιογράφο και τον ένοπλο.
Ο Ματέι περιέγραψε στον αέρα την κατάσταση και διατύπωσε τις απαιτήσεις του. Ζήτησε 500.000 δραχμές. Λίγο αργότερα δήλωσε ότι είχε κάνει χρήση ηρωίνης.
Λίγο αργότερα, ο διευθυντής της Αστυνομίας Αθηνών, Θεόδωρος Παπαφίλης, ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις. Η τηλεφωνική επικοινωνία του Ματέι με τον δημοσιογράφο, ωστόσο, συνεχιζόταν.
Περίπου στις 8 το βράδυ έφτασε στον ΣΚΑΙ και ο υπαρχηγός της Αστυνομίας, υποστράτηγος Θεόδωρος Πλάκας, για να κατευθύνει τις διαπραγματεύσεις μέσω τηλεφώνου.
Ο Ματέι, έχοντας κάνει χρήση ηρωίνης, ζήτησε αμφεταμίνες για να παραμείνει ξύπνιος. Η Αστυνομία, αντί για αμφεταμίνες, του έστειλε υπνωτικά χάπια. Ο ίδιος τα αναγνώρισε. Η εμπιστοσύνη του προς τους αστυνομικούς διαταράχθηκε και η επικοινωνία μαζί τους διακόπηκε.
Έτσι, το βάρος της διαπραγμάτευσης έπεσε και πάλι στην τηλεφωνική γραμμή με τον ΣΚΑΙ.
Στη διάρκεια των συνομιλιών ο Ματέι συμφώνησε να απελευθερώσει τον Ευάγγελο Γκινάκη.
Η απόφαση για την επέμβαση
Περίπου στις 9 το βράδυ έφτασε στην οδό Νιόβης ο αρχηγός της Αστυνομίας, Αθανάσιος Βασιλόπουλος. Ανέλαβε προσωπικά τις διαπραγματεύσεις.
Μία από τις πρώτες κινήσεις του ήταν να ανακρίνει την Πηνελόπη Αθανασοπούλου, στο σπίτι της οποίας βρισκόταν ο Ματέι πριν από την επέμβαση της Αστυνομίας.
Στόχος ήταν να διαπιστωθεί αν η χειροβομβίδα που κρατούσε ο Ματέι ήταν πραγματική.
Η Αθανασοπούλου βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών. Παρ' όλα αυτά, ο Βασιλόπουλος βασίστηκε στη μαρτυρία της και κατέληξε στην εκτίμηση ότι η χειροβομβίδα ήταν ψεύτικη.
Ακολούθησε επιτόπιο συμβούλιο. Η Αστυνομία αποφάσισε να εισβάλει στο διαμέρισμα. Παράλληλα ζητήθηκε από τον ΣΚΑΙ να διακόψει την τηλεοπτική μετάδοση της τηλεφωνικής σύνδεσης με τον Ματέι.
Στις 11 το βράδυ ο Ματέι αποφάσισε να απελευθερώσει την Σουλτάνα Γκινάκη, ως αντάλλαγμα για τα φάρμακα που του είχαν δοθεί. Μόλις εκείνη απομακρύνθηκε από την πολυκατοικία, οι ειδικές δυνάμεις εισέβαλαν στο διαμέρισμα. Επικεφαλής ήταν ο Αθανάσιος Βασιλόπουλος.
Η χειροβομβίδα όμως ήταν αληθινή
Η τηλεφωνική σύνδεση με τον Ματέι, η οποία δεν είχε ουσιαστικά διακοπεί, άρχισε ξανά να μεταδίδεται από τον ΣΚΑΙ. Για ακόμη μία φορά, ο διάλογος των αστυνομικών με τον ένοπλο ακουγόταν ζωντανά στην τηλεόραση.
Οι αστυνομικοί κατάφεραν να τραβήξουν τον Απόστολο Μακρινό και να κόψουν τα κορδόνια που τον έδεναν με την Αμαλία.
Ο Ματέι όμως πρόλαβε να αρπάξει την Αμαλία. Την έσπρωξε προς τους αστυνομικούς, έχοντας προηγουμένως τοποθετήσει μια χειροβομβίδα στο σορτς της και τελικά η χειροβομβίδα εξερράγη.
Η Αμαλία Γκινάκη τραυματίστηκε βαριά. Μεταφέρθηκε στον Ερυθρό Σταυρό, όπου έδωσε μάχη για τη ζωή της. Πέθανε στις 9 Οκτωβρίου 1998.
Από την έκρηξη τραυματίστηκε και ο αρχηγός της Αστυνομίας Αθανάσιος Βασιλόπουλος. Μεταφέρθηκε στο 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο με τραύματα στο πρόσωπο και ρήξη αριστερού τυμπάνου.
Σοβαρά τραυματίστηκε στο αριστερό μάτι και ο υπαρχηγός της Αστυνομίας, υποστράτηγος Ιωάννης Γεωργακόπουλος, ο οποίος αργότερα έγινε αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ.
Τραυματίστηκαν επίσης ο Βασίλειος Τσιατούρας, προϊστάμενος του εκεί τμήματος και μετέπειτα αρχηγός της Αστυνομίας, ο αστυνόμος της Ασφάλειας Γιώργος Μαρκόπουλος και ο οδηγός του Βασιλόπουλου, Γιώργος Παλιούρας.
Ο τελευταίος υπέστη ακρωτηριασμό στο ένα πόδι.
Τραυματίστηκε ο Σορίν Ματέι, πέθανε τρεις ημέρες αργότερα
Μετά την έκρηξη, ο Σορίν Ματέι μεταφέρθηκε στον Ερυθρό Σταυρό και στη συνέχεια στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας.
Ο διευθυντής της χειρουργικής κλινικής, Κώστας Αλεξίου, έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος να παραμείνει περισσότερο στο νοσοκομείο, καθώς η κατάσταση της υγείας του δεν θεωρούνταν άμεσα απειλητική και έτσι αποφασίστηκε η μεταφορά του στις φυλακές Κορυδαλλού. Ωστόσο τρεις ημέρες μετά ο Σορίν Ματέι πέθανε.
Ο θάνατός του διαπιστώθηκε στις 10.55 το βράδυ της 26ης Σεπτεμβρίου 1998 από τον γιατρό υπηρεσίας Ιωάννη Κούτρα. Παρών ήταν ο εισαγγελέας Εφετών και επόπτης των φυλακών Π. Μανταγιουζίδης.
Μετά την αποτυχία της επιχείρησης, ο αρχηγός της αστυνομίας υπέβαλε την παραίτηση του, ενώ ανέλαβε την ευθύνη για το λάθος του και τη λανθασμένη ενημέρωση των υπόλοιπων αστυνομικών που έδρασαν υπό τις υπό τις εντολές του. Ο Αθανάσιος Βασιλόπουλος τέθηκε σε διαθεσιμότητα για ένα χρόνο με την αιτιολόγηση της ακούσιας ανθρωποκτονίας λόγω αμέλειας.
Την ίδια κατηγορία αντιμετώπισαν και οι υπόλοιποι αξιωματικοί της αστυνομίας που πήραν μέρος στην αποτυχημένη επιχείρηση. Ωστόσο, όλοι οι αστυνομικοί απηλλάγησαν τον Μάιο του 2000, από το Τριμελές Συμβούλιο Πλημμελειοδικών.
Η οικογένεια Γκινάκη άσκησησε έφεση, μετά από την οποία παραπέμφθηκε σε δίκη μόνο ο Αθ. Βασιλόπουλος. Tο 2003 θα καταδικαστεί σε φυλάκιση 12 μηνών με αναστολή, για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Στο Εφετείο, δύο χρόνια αργότερα, θα αθωωθεί.