Τα προ φόρων εταιρικά κέρδη στις ΗΠΑ έφτασαν τα 4,8 τρισ. δολάρια το δεύτερο τρίμηνο, δηλαδή περίπου στο 18% του εθνικού εισοδήματος, σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού Γραφείου Οικονομικών Αναλύσεων.
Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό κερδοφορίας επί του ΑΕΠ από τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Στον αντίποδα, το μερίδιο των εργαζομένων από μισθούς και παροχές υποχώρησε στο 60%, στο χαμηλότερο επίπεδο από τη δεκαετία του 1950.
Ανεξάρτητα από ποια πλευρά το εξετάσει κάποιος, οι εργαζόμενοι λαμβάνουν διαχρονικά ένα ολοένα και μικρότερο μερίδιο του εθνικού εισοδήματος στις ΗΠΑ αλλά και στο υπόλοιπο πλούσιο κόσμο. Οι αναλυτές παραδέχονται πως μεγάλο μέρος του χαμένου εισοδήματος των εργαζομένων βρίσκεται στα αυξημένα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων.
Το φετινό μπαράζ κερδών έχει οδηγήσει τις αμερικανικές μετοχές σε νέα επίπεδα ρεκόρ. Η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης τροφοδοτεί τεράστια κέρδη στους ομίλους της υψηλής τεχνολογίας, ενώ ο πόλεμος του Ντόναλντ Τραμπ με το Ιράν ενισχύει τις τιμές των καυσίμων και τα περιθώρια των πετρελαϊκών ομίλων. Ωστόσο οι αποδόσεις αυτές ωφελούν κατά κύριο λόγο τους πλουσιότερους Αμερικανούς και Ευρωπαίους, οι οποίοι αντλούν μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους από επενδύσεις, τη στιγμή που τα νοικοκυριά μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος εξαρτώνται πολύ περισσότερο από τον μισθό. Σημειώστε πως και στην Ευρώπη είχαμε στα πρώτα τρίμηνα του 2026 ρεκόρ κερδοφορίας εισηγμένων εταιρειών σε Γερμανία, Γαλλία και αλλού.
Και ο μισθός μειώνεται. Ο πληθωρισμός έχει ξεπεράσει την αύξηση των αποδοχών, με τις πραγματικές ωριαίες απολαβές να υποχωρούν. Πρόσφατη έκθεση του Institute for Policy Studies, αμερικανικής δεξαμενής σκέψης με έδρα την Ουάσιγκτον, διαπίστωσε ότι οι διευθύνοντες σύμβουλοι στους μεγαλύτερους ομίλους, που προσφέρουν χαμηλούς μισθούς, είδαν τις αποδοχές τους να αυξάνονται κατά 41% μεταξύ 2019 και 2025, ενώ οι εργαζόμενοι έλαβαν 21% περισσότερα, ποσοστό χαμηλότερο από την άνοδο των τιμών την ίδια περίοδο που έφτασε το 26%.
«Τα κέρδη που βλέπει η κορυφή ξεπερνούν κατά πολύ τα κέρδη, αν υπάρχουν, που βλέπει η βάση», δήλωνε προ ημερών στους Financial Times η Ελίζαμπεθ Πανκότι, αντιπρόεδρος πολιτικής στην αμερικανική δεξαμενή σκέψης Groundwork Collaborative, μιλώντας για δύο ξεχωριστές οικονομίες.
Η δυσαρέσκεια οδηγεί προς τους ακραίους πολιτικούς
Η δυσαρέσκεια των πολιτών μεταλλάσσεται σε κοσμοθεωρία, σε μια λογική μηδενικού αθροίσματος, σε κυνικότητα. Πρόσφατες έρευνες στις ΗΠΑ δείχνουν πως οι νεότερες γενιές φαντάζονται πολύ πιο συχνά από εμάς τους μεγαλύτερους (και τους γονείς μας), πως ο κόσμος είναι μια σταθερή πίτα, όπου μια ομάδα πρέπει να χάσει για να κερδίσει μια άλλη. Και δεν πρόκειται μόνο για τους φτωχούς, αφού αδικημένοι νιώθουν και όσοι βγάζουν 100.000 δολάρια τον χρόνο, ακόμη περισσότερο δε οι κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων. Σε μελέτη 37 εθνών, όσοι συμφώνησαν ότι ο πλουτισμός του ενός σημαίνει τη φτωχοποίηση του άλλου εμφανίστηκαν πιο κυνικοί απέναντι στους θεσμούς. Σύμφωνα με την ετήσια διεθνή έρευνα εμπιστοσύνης Edelman Trust Barometer, η πεποίθηση ότι οι ηγέτες μας λένε ψέματα βρίσκεται σε ιστορικό υψηλό και μεγάλες πλειοψηφίες πιστεύουν ότι οι πλούσιοι παίρνουν περισσότερα από όσα τους αναλογούν.
Εδώ ακριβώς κουμπώνει η ανάλυση του Νταρόν Ατζέμογλου. Ο νομπελίστας οικονομολόγος του αμερικανικού MIT, στο πρόσφατο βιβλίο του «Τι συνέβη στη φιλελεύθερη δημοκρατία», απορρίπτει τη βολική εξήγηση ότι φταίνε οι λαϊκιστές πολιτικοί ή οι ψηφοφόροι τους. Γράφει πως η φιλελεύθερη δημοκρατία βρίσκεται σε κρίση επειδή απέτυχε να εκπληρώσει τις δικές της υποσχέσεις. Το μέτρο σύγκρισης είναι η μεταπολεμική περίοδος, τότε που οι επιχειρήσεις επένδυαν, οι εργαζόμενοι έπαιρναν σημαντικό μέρος των κερδών μέσω υψηλότερων μισθών και ένας εργαζόμενος χωρίς πτυχίο μπορούσε να δουλέψει σε εργοστάσιο, να αγοράσει σπίτι και να προσδοκά καλύτερη ζωή για τα παιδιά του.
Η κατάρρευση της βιομηχανικής απασχόλησης δεν ήταν δημιουργική καταστροφή, δηλαδή δεν δημιουργήθηκαν σε άλλους τομείς νέες θέσεις εργασίας, αντίστοιχων απολαβών και κύρους. Σε πολλούς τομείς οι νέες θέσεις εργασίας ήταν χαμηλότερης ποιότητας, λιγότερο σταθερές και χειρότερα αμειβόμενες. Παράλληλα, τα κόμματα της Κεντροαριστεράς στηρίχθηκαν σε μορφωμένους επαγγελματίες και εργαζομένους της οικονομίας της γνώσης, εγκαταλείποντας την παραδοσιακή τους βάση. Η εργατική τάξη πίστεψε πως τα δικά της ζητήματα έρχονται δεύτερα, ενώ ο εργαζόμενος που εκφράζει ανησυχία για τη μετανάστευση ή την εθνική ταυτότητα δεν αντιμετωπίζεται ως πολίτης, αλλά ως κάποιος που χρειάζεται εκπαίδευση.
Στην περίπτωση του Τραμπ, καταλήγει ο Ατζέμογλου, η αντιμεταναστευτική ρητορική βρήκε απήχηση επειδή συνάντησε υπάρχοντα αισθήματα ανασφάλειας και πολιτισμικής αποξένωσης, και η φιλελεύθερη απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς ότι οι ψηφοφόροι κάνουν λάθος. Ένας εργαζόμενος μπορεί να έχει δικαίωμα ψήφου και ταυτόχρονα να εξαρτάται πλήρως από έναν εργοδότη ή μια ψηφιακή πλατφόρμα. Η φιλελεύθερη δημοκρατία δεν θα σωθεί υπερασπιζόμενη όσα έχει κατακτήσει, θα σωθεί μόνο αν ξαναγίνει χρήσιμη στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, σύμφωνα με τον νομπελίστα οικονομολόγο. Και όσο οι ισχυροί αδιαφορούν, όπως δείχνουν τα τελευταία ιστορικά ρεκόρ κερδοφορίας των μεγάλων επιχειρήσεων, τόσο οι πολίτες θα στρέφονται προς του λαϊκιστές που υπόσχονται ένα καλύτερο αύριο.