Η λέξη ταξί είναι από κείνες που χρησιμοποιούμε συχνά και σχεδόν καθημερινά.
Ελάχιστοι όμως γνωρίζουν ότι η προέλευσή της συνδέεται με μια τεχνολογική καινοτομία του 19ου αιώνα και όχι απλώς με το μέσο μεταφοράς που γνωρίζουμε σήμερα.
Στα ελληνικά το ταξί αποδίδεται ως αγοραίο επιβατικό αυτοκίνητο.
Η λέξη «ταξί» αποτελεί συντομογραφία του όρου «ταξίμετρο», της συσκευής που υπολογίζει το κόστος μιας διαδρομής με βάση την απόσταση και τον χρόνο. Το ταξίμετρο εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και έφερε επανάσταση στις αστικές μετακινήσεις, καθώς επέτρεψε τη διαφανή και αντικειμενική χρέωση των επιβατών.
Η λέξη «ταξίμετρο» προέρχεται από τη σύνθεση δύο όρων. Το πρώτο συνθετικό, «τάξι-», έχει τις ρίζες του στο γαλλικό taxe, που σημαίνει «χρέωση» ή «τέλος», ενώ το δεύτερο, «-μέτρο», προέρχεται από την ελληνική λέξη «μέτρο», δηλαδή το όργανο μέτρησης. Ουσιαστικά, το ταξίμετρο ήταν η συσκευή που «μετρούσε τη χρέωση».
Από τον όρο «taximeter» δημιουργήθηκε σταδιακά η ονομασία «taxicab» στις αγγλόφωνες χώρες, δηλαδή το όχημα που έφερε το ταξίμετρο. Με το πέρασμα των χρόνων επικράτησε η συντομευμένη μορφή «taxi», η οποία διαδόθηκε διεθνώς και υιοθετήθηκε σχεδόν αυτούσια και στην ελληνική γλώσσα.