Το πώς έφτασαν στα ίχνη των δύο 42χρονων που συνελήφθησαν, και της 46χρονης που αναζητείται για την εμπρηστική επίθεση στη Marfin το 2010 αποκαλύπτει η ΕΛ.ΑΣ.
Δεκαέξι χρόνια μετά την πολύνεκρη εμπρηστική επίθεση στο υποκατάστημα τράπεζας της οδού Σταδίου, που συγκλόνισε το πανελλήνιο και στοίχισε τη ζωή σε τρεις εργαζόμενους -εκ των οποίων μία έγκυος- η έρευνα της ΕΛ.ΑΣ. οδήγησε σε σημαντικές εξελίξεις.
Η υπόθεση είχε αρχικά τεθεί στο αρχείο ως υπόθεση αγνώστων δραστών, ωστόσο επανεξετάστηκε από το Τμήμα Εγκλημάτων κατά Ζωής και Προσωπικής Ελευθερίας, έπειτα από αξιοποίηση νέων πληροφοριών και εισαγγελική παραγγελία. Από την έρευνα προέκυψε η ταυτοποίηση των κατηγορουμένων και εκδόθηκαν τα σχετικά εντάλματα σύλληψης.
Πώς έγινε η εμπρηστική επίθεση στο υποκατάστημα της Marfin
Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., την ημέρα των επεισοδίων στο κέντρο της Αθήνας, ομάδα ατόμων που συμμετείχε στην πορεία κινήθηκε οργανωμένα προς το τραπεζικό κατάστημα, έσπασε την κεντρική είσοδο και έριξε στο εσωτερικό τουλάχιστον μία βόμβα μολότοφ και εύφλεκτο υγρό, προκαλώντας την πυρκαγιά που οδήγησε στον θάνατο των τριών εργαζομένων.
Από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι τα μέλη της ομάδας είχαν διακριτούς ρόλους, τόσο στην εκτέλεση όσο και στην υποστήριξη της επίθεσης.
Για την εξιχνίαση της υπόθεσης αξιοποιήθηκαν σύγχρονες μέθοδοι ψηφιακής εγκληματολογικής ανάλυσης, με επανεξέταση βιντεοληπτικού και φωτογραφικού υλικού, που συνέβαλαν στην ταυτοποίηση των εμπλεκομένων.
Κατά τις έρευνες στις οικίες των συλληφθέντων κατασχέθηκαν ψηφιακά πειστήρια, ενώ στην κατοχή του ενός βρέθηκε ποσότητα κατεργασμένης κάνναβης, με αποτέλεσμα να σχηματιστεί σε βάρος του και ξεχωριστή δικογραφία για παράβαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών.
Αναλυτικά η ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ. για την υπόθεση της Marfin
Από αστυνομικούς της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος συνελήφθησαν, χθες Παρασκευή 10 Ιούλιου 2026, δυνάμει σχετικών ενταλμάτων σύλληψης, δύο (2) ημεδαποί, για την εμπλοκή τους στην εμπρηστική επίθεση που είχε σημειωθεί στις 5/5/2010 σε τραπεζικό κατάστημα στην οδό Σταδίου στην Αθήνα και είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο τριών εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και μία εγκυμονούσα.
Ειδικότερα, κατά το αρχικό στάδιο διερεύνησης της υπόθεσης είχε σχηματιστεί δικογραφία κατά αγνώστων δραστών, ενώ σε μεταγενέστερο χρόνο η υπόθεση διερευνήθηκε εκ νέου, ύστερα από κατάλληλη αξιοποίηση πληροφοριακών στοιχείων από το Τμήμα Εγκλημάτων κατά Ζωής και Προσωπικής Ελευθερίας. Στο πλαίσιο αυτό και κατόπιν παραγγελίας της αρμόδιας Εισαγγελίας, συγκεντρώθηκε και υποβλήθηκε το σχετικό προανακριτικό υλικό, με αποτέλεσμα να ανασυρθεί η ανωτέρω δικογραφία από το αρχείο αγνώστων δραστών και να παραγγελθεί η διενέργεια κύριας ανάκρισης.
Στο πλαίσιο της κύριας ανάκρισης ταυτοποιήθηκαν δύο άνδρες, αμφότεροι ηλικίας 42 ετών, σε βάρος των οποίων εκδόθηκαν σχετικά εντάλματα, δυνάμει των οποίων συνελήφθησαν, ενώ για την ίδια υπόθεση έχει ταυτοποιηθεί και μία γυναίκα, που αναζητείται.
Ως προς το χρονικό της υπόθεσης, την 05/05/2010, κατά τη διάρκεια προγραμματισμένης πορείας που πραγματοποιήθηκε στο κέντρο της Αθήνας, ομάδες ατόμων συμμετείχαν σε επεισόδια με ρίψεις μολότοφ, καθώς και εμπρηστικές επιθέσεις κατά οχημάτων και καταστημάτων. Συγκεκριμένα, ο εμπρησμός του ανωτέρω τραπεζικού υποκαταστήματος προκλήθηκε από μέλη μίας ομάδας, η οποία κινήθηκε στο σώμα της πορείας, αρχικά χωρισμένη σε δύο υποομάδες.
Πιο αναλυτικά, οι δύο υποομάδες συγκεντρώθηκαν σε κοντινή απόσταση από το υποκατάστημα της τράπεζας και μετά από συνεννόηση, ορισμένα άτομα αποκόπηκαν και ενεργώντας συντονισμένα και οργανωμένα προξένησαν την πυρκαγιά (εμπρησμό) στο εσωτερικό της τράπεζας, θραύοντας τον υαλοπίνακα της πόρτας και ρίπτοντας στο εσωτερικό της, τουλάχιστον μια βόμβα μολότοφ, η οποία εξερράγη, καθώς και εύφλεκτο υγρό, το οποίο επιτάχυνε την εκδήλωση πυρκαγιάς. Αποτέλεσμα της εμπρηστικής αυτής επίθεσης ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός των 3 εργαζομένων της τράπεζας.
Μετά την εκδήλωση της πυρκαγιάς, η ομάδα απομακρύνθηκε, ενώ ορισμένοι απ’ αυτούς, όπως διαπιστώθηκε, συμμετείχαν από κοινού και με άλλα άτομα, και σε άλλες επιθέσεις σε βάρος οχημάτων, καταστημάτων και κτιρίων.
Όπως προέκυψε, η ομάδα είχε εσωτερική κατανομή ρόλων. Ειδικότερα, ορισμένα άτομα ανέλαβαν τον ενεργό εκτελεστικό ρόλο, όπως τη θραύση του υαλοπίνακα και τη ρίψη εύφλεκτων αντικειμένων και υγρών, ενώ τα λοιπά μέλη είχαν συντονιστικό και υποστηρικτικό ρόλο, συμβάλλοντας στην προστασία, προετοιμασία, εκδήλωση της εμπρηστικής επίθεσης και στη γενικότερη επιχειρησιακή υποστήριξη των φυσικών αυτουργών του εμπρησμού.
Για τη διερεύνηση της υπόθεσης αξιοποιήθηκαν ιατροδικαστικά, αυτοψιακά και εργαστηριακά ευρήματα, ενώ όπως διαπιστώθηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία και το Τμήμα Εξουδετέρωσης Εκρηκτικών Μηχανισμών, η πυρκαγιά στο τραπεζικό υποκατάστημα προκλήθηκε από τη ρίψη αυτοσχέδιων εμπρηστικών μηχανισμών τύπου μολότοφ.
Επίσης, συλλέχθηκαν και εξετάστηκαν, ως προανακριτικό υλικό, μεταξύ άλλων, βιντεοληπτικά και φωτογραφικά αρχεία που είχαν συγκεντρωθεί κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, καθώς και φωτογραφίες που εξήχθησαν από ψηφιακό πειστήριο, το οποίο είχε κατασχεθεί στο πλαίσιο έτερης υπόθεσης που είχε χειριστεί κατά το παρελθόν η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας.
Επιπροσθέτως, στο πλαίσιο των εξειδικευμένων εργαστηριακών και συγκριτικών εξετάσεων που διενεργήθηκαν από την Υποδιεύθυνση Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, εφαρμόσθηκαν προηγμένες μεθοδολογίες ψηφιακής ανάλυσης. Μέσω αυτών, επετεύχθη η αποκατάσταση και ανάκτηση χαμηλού επιπέδου δεδομένων από ψηφιακά μέσα αποθήκευσης του συστήματος καταγραφής βίντεο του τραπεζικού καταστήματος, οδηγώντας στον επακριβή προσδιορισμό και συγχρονισμό του απόλυτου χρονικού στίγματος της εμπρηστικής επίθεσης.
Παράλληλα, με την εφαρμογή σχετικών αλγορίθμων, βελτιώθηκε, όπου ήταν τεχνικά εφικτό, η ευκρίνεια του προϋπάρχοντος παλαιότερου οπτικού υλικού, το οποίο επανεξετάσθηκε σε πλήρη εναρμόνιση με τη χρονολογική αλληλουχία των καταγεγραμμένων καρέ. Από τη διαδικασία αυτή προέκυψε η τεκμηριωμένη συσχέτιση μορφολογικών και λοιπών χαρακτηριστικών των κατηγορούμενων καθώς και η μοναδικοποίηση προσωπικών αντικειμένων, βάσει εξατομικευμένων χαρακτηριστικών τους, σε συνδυασμό με το υπό εξέταση αποδεικτικό υλικό.
Σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε οικίες, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, πλήθος ψηφιακών πειστηρίων (laptops, USB sticks, εξωτερικοί σκληροί δίσκοι, κινητά τηλέφωνα κ.ά.), ενώ στην οικία που διέμενε ο ένας απ’ τους δύο συλληφθέντες βρέθηκε και κατεργασμένη κάνναβη (σε μορφή σοκολάτας) συνολικού μεικτού βάρους 18,6 γραμμαρίων. Για το λόγο αυτό, σε βάρος του σχηματίστηκε αυτοτελής δικογραφία για παράβαση της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά, η οποία θα υποβληθεί στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.
Οι συλληφθέντες, απ’ τους οποίους ο ένας έχει απασχολήσει για παράβαση της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά, οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.