Ο Χρήστος Μαυρίκης αποτελεί μια από τις αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής ιστορίας, έχοντας συνδεθεί άρρηκτα με τα μεγάλα σκάνδαλα υποκλοπών της δεκαετίας του 1990.
Επανήλθε στο προσκήνιο μετά τη σημερινή ποινική δίωξη που του άσκησε ο εισαγγελέας Αθηνών για παράνομη οπλοκατοχή όπλου κρότου-λάμψης, άσκοπους πυροβολισμούς, παράνομη κατοχή πυρομαχικών (αμπούλες για κρότου λάμψης), απείθεια, απειλή και παράνομη κατοχή ναυτικής φωτοβολίδας, μετά το επεισόδιο που προκάλεσε στο σπίτι του στα Σπάτα. Το 2015 είχε συλληφθεί για απόπειρα δωροδοκίας αρεοπαγίτη, κατηγορία την οποία αρνήθηκε.
Το όνομά του έγινε ευρέως γνωστό τον Απρίλιο του 1993, όταν ως υπάλληλος του ΟΤΕ αποκαλύφθηκε πως κατόπιν εντολής του στρατηγού Νίκου Γρυλλάκη -στενού συνεργάτη του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη- είχε παγιδεύσει το σταθερό τηλέφωνο του γραφείου του Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά και πολλών άλλων πολιτικών προσώπων. Η υπόθεση αφορούσε την παράνομη παρακολούθηση πολιτικών αντιπάλων της τότε κυβέρνησης, στελεχών της κυβέρνησης και άλλων προσώπων, που είχε ξεκινήσει ήδη από το 1987 και συνεχίστηκε επί σειρά ετών.
Η μέθοδος παρακολούθησης ήταν εξαιρετικά οργανωμένη: μέσα από ΚΑΦΑΟ και νοικιασμένα διαμερίσματα, όπου τοποθετούνταν μαγνητόφωνα, «τραβούσαν» παράλληλα τις τηλεφωνικές γραμμές, επιτρέποντας την 24ωρη καταγραφή συνομιλιών που αφορούσαν τόσο πολιτικά όσο και προσωπικά ζητήματα. Μετά την αποδελτίωση των ηχογραφήσεων, το κρίσιμο υλικό διοχετευόταν στο γραφείο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, δημιουργώντας ένα παρακρατικό δίκτυο ενημέρωσης. Οι αποκαλύψεις του Χρήστου Μαυρίκη προκάλεσαν πολιτικό σεισμό, οδηγώντας στη σύσταση προανακριτικής επιτροπής το 1994, η οποία πρότεινε την παραπομπή κορυφαίων πολιτικών προσώπων όπως ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και η Ντόρα Μπακογιάννη. Ωστόσο, η υπόθεση δεν οδηγήθηκε σε ειδικό δικαστήριο, με απόφαση του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου.
Οι καταγγελίες επιβεβαιώθηκαν από τεχνικές έρευνες στα ΚΑΦΑΟ του ΟΤΕ και η υπόθεση παρουσιάστηκε από τον τότε Τύπο ως σύμβολο της διαπλοκής και της παραβίασης θεμελιωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων, με έντονη κριτική για την έλλειψη διαφάνειας και τη χρήση των παρακολουθήσεων ως εργαλείο.
Οι προηγούμενες ποινικές υποθέσεις του Χρήστου Μαυρίκη
Το 1997 καταδικάστηκε για απόπειρα δωροδοκίας της προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα, όταν υπηρετούσε στην ανάκριση για υπόθεση λαθρεμπορίας πετρελαίου.
Το 1998 ο Χρήστος Μαυρίκης καταδικάστηκε για απόπειρα εκβίασης σε βαθμό κακουργήματος, παραβίαση απορρήτου τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και παράνομη βία σε βάρος επιχειρηματιών και εκδότη. Συγκεκριμένα των επιχειρηματιών Γιώργου Δαλακούρα και Δημήτρη Μπέη, καθώς και του εκδότη-διευθυντή της εφημερίδας «Αδέσμευτος Τύπος», Δημήτρη Ρίζου.
Απασχόλησε εκ νέου τις αρχές τον Αύγουστο του 2022, καθώς φέρεται να συνελήφθη για παράνομη οπλοκατοχή και κατοχή κάνναβης μετά από επεισόδιο σε πρατήριο βενζίνης.