Με το πρόσχημα της «ενίσχυσης» των δήμων, η κυβέρνηση νομοθετεί τέλη που επιβαρύνουν τους πολίτες αλλά αρνείται να αποδώσει στην τοπική αυτοδιοίκηση πόρους που δικαιούται και που είναι απαραίτητοι για τη λειτουργική ανεξαρτησία της και την οικονομική της αυτοτέλεια.
Με το νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που σε λίγες μέρες θα συζητηθεί στην Βουλή η ΝΔ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την αυτοδιοίκηση ως διοικητικό παράρτημα του κράτους, διατηρώντας το συγκεντρωτικό μοντέλο διακυβέρνησης, αφαιρώντας και τα ψήγματα ανεξαρτησίας που της είχαν απομείνει και κυρίως επιδιώκοντας να διαμορφώσει ένα μοντέλο αυτοδιοίκησης στα μέτρα της, μέσω και της αλλαγής του εκλογικού συστήματος.
Μεταξύ άλλων με το νέο Κώδικα Αυτοδιοίκησης εισάγεται το λεγόμενο «Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης». Αν και η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν νομοθετεί ένα νέο φόρο αλλά προχωρά σε ενοποίηση ήδη υφιστάμενων, του τέλους ακίνητης περιουσίας και του φόρου ηλεκτροδοτούμενων χώρων, η πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική: όταν ένας πολίτης καλείται να πληρώσει περισσότερα για το ίδιο ακίνητο, αυτή η επιβάρυνση συνιστά νέο φόρο, ανεξάρτητα από το κυβερνητικό αφήγημα . Και όταν η κυβέρνηση επιχειρεί να πείσει τους πολίτες ότι η επιβάρυνση είναι μικρή, στην πραγματικότητα συνομολογεί ότι προσθέτει βάρος σε ένα ήδη ασφυκτικό κόστος ζωής, όπου κάθε επιβάρυνση - όσο μικρή και αν είναι - μετράει.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα λίγα ή τα πολλά ευρώ. Είναι η πολιτική αντίληψη που κρύβεται πίσω από αυτή την επιλογή. Είναι η νοοτροπία μιας κυβέρνησης που, ενώ διαφημίζει συνεχώς μειώσεις φόρων, αναζητά νέους τρόπους να μεταφέρει βάρη στους πολίτες μέσω έμμεσων τελών και επιβαρύνσεων, υπό το πρόσχημα της «ενίσχυσης» των δήμων, στους οποίους επιμένει να αρνείται την απόδοση πόρων που δικαιούνται και που είναι απαραίτητοι για την λειτουργική τους ανεξαρτησία και την οικονομική τους αυτοτέλεια. Η εξαπάτηση τόσο των δημοτικών αρχών, όσο και των πολιτών στην περίπτωση αυτή είναι διττή, καθώς εκτός από το ότι επιβάλλεται νέο τέλος στην τοπική αυτοδιοίκηση, το οποίο υπερβαίνει το άθροισμα δυο υφισταμένων φόρων, η κυβέρνηση αρνείται να αποδώσει στην αυτοδιοίκηση τους πόρους που δικαιούται.
Το Τέλος Ανθεκτικότητας στην Κλιματική Κρίση, είναι πόρος που δεν αποδίδεται στην αυτοδιοίκηση όπως θα έπρεπε και διεκδικείται από την Κεντρική Ένωση Δήμων της χώρας με επιμονή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα πρόστιμα που προέρχονται από παραβάσεις της δημοτικής αστυνομίας και του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, είναι επίσης πόροι που συνδέονται άμεσα με τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών και δεν αποδίδονται στην αυτοδιοίκηση, όπως θα έπρεπε επίσης.
Θα περίμενε κανείς στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού της Αυτοδιοίκησης και της ενίσχυσης της ανεξαρτησίας της να της αποδοθούν οι πόροι που δικαιούται. Όχι να βαφτίζεται εκσυγχρονισμός η επαυξημένη ενοποίηση υφιστάμενων φόρων και η συνακόλουθη έστω και περιορισμένη επιβάρυνση των δημοτών. Πόσο μάλλον όταν στον νέο Κώδικα Αυτοδιοίκησης προβλέπεται ένα πρόσθετο τέλος υπέρ των περιφερειών, το Τέλος Περιφερειακής Ανάπτυξης το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 447 παρ. 1 του νέου Κώδικα, οι Περιφέρειες δυνητικά μπορούν με απόφαση του περιφερειακού τους συμβουλίου να επιβάλουν, με ανάλογη εφαρμογή του καθεστώτος του νέου Τέλους Τοπικής Ανάπτυξης.
Η Κυβέρνηση είχε μια λαμπρή ευκαιρία με το νέο Κώδικα Αυτοδιοίκησης να διαψεύσει τον μέχρι σήμερα εαυτό της και να θεσμοθετήσει την θεσμική και λειτουργική ενίσχυση της αυτοδιοίκησης. Δυστυχώς για τον τόπο και τους δημότες δεν την αξιοποίησε. Με τον νέο Κώδικα Αυτοδιοίκησης επιχειρεί να καταστήσει το θεσμό ακόμη πιο εξαρτημένο από το κεντρικό κράτος, ακόμη πιο εύκολα χειραγωγήσιμο Αντί να δώσει στους δήμους οικονομική αυτοτέλεια, επιλέγει να ελέγχει τις πηγές χρηματοδότησης και να καθορίζει τους όρους λειτουργίας τους. Αυτή η πολιτική απέχει πολύ από τον εκσυγχρονισμό και δεν συνιστά μεταρρύθμιση. Είναι μια πολιτική που παίρνει περισσότερα από τους πολίτες, αποδίδει λιγότερα στην αυτοδιοίκηση και συγκεντρώνει περισσότερη εξουσία στο κέντρο και πιο συγκεκριμένα στο Μέγαρο Μαξίμου.
Μια αυτοδιοίκηση που εξαρτάται οικονομικά από την κυβέρνηση δεν είναι θεσμικά και λειτουργικά ανεξάρτητη, αλλά τελεί σκοπίμως υπό επιτήρηση προκειμένου να ελέγχεται και να χειραγωγείται.