Το εμβληματικό καφενείο "Η ΜΟΥΡΙΑ", στην συμβολή των οδών Χ.Τρικούπη και Καλλιδρομίου, στα Εξάρχεια, θα κλείσει μετά από 111 χρόνια συνεχούς λειτουργίας.
Ο 7ος κατά σειρά ιδιοκτήτης του καφενείου, Χρήστος Βάνας, ενημερώθηκε από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, ότι το καφενείο πρέπει να κλείσει, για να αλλάξει η χρήση του, να μετατραπεί σε φαρμακείο.
Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία στους θαμώνες αλλά και στους περαστικούς πελάτες του καφενείου, οι οποίοι είχαν και τη σχετική ιδέα για τη συλλογή υπογραφών.
«Η Μουριά είναι η ζωή μου»
Ο Χρήστος Βάνας - από το 1982 - κάθε μέρα ανεβάζει τα ρολά στη «Μουριά» του λίγο μετά τις 7 το πρωί και πολύ πριν ανοίξουν γύρω του τα περισσότερα από τα καταστήματα.
«Μόνος μου επέλεξα να έρθω, μου άρεσε αυτή η δουλειά. Έχω ζήσει πολύ ωραίες αναμνήσεις και τώρα προσπαθώ επειδή το αγαπάω αυτό το καφενείο να κατοχυρωθεί ως διατηρητέο. Είναι η ζωή μου», λέει μιλώντας στο στο Orange Press Agency, έχοντας πίσω του στους τοίχους φωτογραφίες από παλιά μαζέματα στη Μουριά.
Στους τοίχους βρίσκονται επίσης σχέδια από πολλούς σκιτσογράφους. Ένα του Στάθη φαίνεται να ταιριάζει απόλυτα στην περίσταση. Απεικονίζει μία μουριά κι από κάτω ένα τραπέζι, με έναν άνθρωπο να προχωρά σε πρόποση, λέγοντας: «Kανείς μόνος του».
Αυτή η προφητική έκκληση του σκίτσου πήρε σάρκα και οστά την πιο κατάλληλη στιγμή.
Σύμφωνα με τον Χρ. Βάνα σχεδόν 7.500 άνθρωποι έχουν υπογράψει γραπτά και ηλεκτρονικά το αίτημά του να διατηρηθεί το καφενείο ως κομμάτι της ταυτότητας της πόλης - μία επιστολή να κηρυχθεί ο χώρος του παραδοσιακού καφενείου νεότερο μνημείο σύγχρονης πολιτιστικής κληρονομιάς από την Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού και να μην αλλάξει η χρήση του.
«Ας το έχει οποιοσδήποτε το μαγαζί. Εμένα αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι να μείνει καφενείο», συμπληρώνει με νηφάλια αποφασιστικότητα ο Χρήστος Βάνας.
Διότι η Μουριά είναι η ζωή του, αλλά είναι και η ζωή πολλών ακόμη. Όπως άλλωστε αναφέρεται στο ψήφισμα: «Η Μουριά είναι καφενείο. Η Μουριά είναι και ιατρείο και δικηγορικό γραφείο, αμφιθέατρο και νηπιαγωγείο. Είναι τα γράμματα και οι τέχνες μας. Η Μουριά που αφήνετε τα κλειδιά, η γειτονιά. Είναι η πρώτη καλημέρα».
Η ιστορία της αιωνόβιας «Μουριάς»
Η πρώτη άδεια χρήσης του εμβληματικού καφενείου των Άνω Εξαρχείων εκδόθηκε το 1915, μόλις 9 χρόνια μετά την ένταξη της Καλλιδρομίου εντός σχεδίου πόλεως (1906), του ενός από τους δύο δρόμους όπου εδρεύει, μαζί με τη Χαριλάου Τρικούπη.
Το καφενείο είναι μεγαλύτερο σε ηλικία ακόμη και από την ξακουστή λαϊκή της γειτονιάς, η οποία μεταφέρθηκε εκεί από την οδό Στουρνάρη το 1949.
Μέσα στο πέρασμα του χρόνου, το καφενείο έγινε ένα εμβληματικό και ιστορικό σημείο συνάντησης και ανταλλαγής ιδεών, αγώνων και αγωνιστών της ιστορίας, αλλά και της καθημερινότητας.
Αυτό μαρτυρούν τα έργα τέχνης και ο διάκοσμος του χώρου, όλα δώρα και αφιερώματα από όσους είναι τακτικοί θαμώνες, αλλά και που πέρασαν και έμαθαν την Μουριά ακόμα και από το εξωτερικό.
Μέσα από τις τζαμαρίες του οι επισκέπτες του μαγαζιού έχουν βρεθεί να παρατηρούν όλη τη νεότερη ελληνική ιστορία, θραύσματα της οποίας εντοπίζονται στις διηγήσεις των μεγαλύτερων.
Ένα καφενείο κόντρα στην εποχή
Οι θαμώνες της Μουριάς θέλουν το καφενείο της να μείνει ανοιχτό και όλοι έχουν να μοιραστούν από μία ανάμνηση.
Η Ερατώ Αγγουράκη, η οποία μένει στη γειτονιά, έμαθε για το καφενείο από τους γονείς της. Θυμάται, λέει στο Orange Press Agency, που την έπαιρναν μικρή μαζί τους κι έμεναν εκεί για ώρες να τα λένε με τους φίλους τους.
Σήμερα κάνει το ίδιο με τη δική της παρέα. Μαθαίνοντας για την είδηση, δηλώνει πως ένιωσε θλίψη. Όπως τονίζει, εκείνο που κάνει διαφορετικό τη «Μουριά» είναι ότι παραμένει ανθεκτική στην πίεση της εποχής για μαζική διασκέδαση.
«Νομίζω ότι είναι σημαντικό να μείνει η Μουριά ανοικτή γιατί δεν είναι δήθεν. Και είναι αναλλοίωτη μέσα στα χρόνια και όσες μόδες και αν περάσουν, αυτό το μαγαζί παραμένει ίδιο εδώ και πάρα πολλά χρόνια», λέει. Η καθημερινότητα στη Μουριά επίσης δεν συμβαδίζει με τη συνολικότερη αποξένωση που έχει η ζωή στην πόλη έτσι κι αλλιώς. «Πάντα θα βρεις εδώ κάποιον που θα τον ξέρεις, πάντα εδώ θα αισθανθείς άνετα».
Εικόνες από μια άλλη εποχή έχει να μεταφέρει ο Θανάσης Ασημακόπουλος, γέννημα θρέμμα Εξαρχειώτης, αλλά και από την οικογένεια Ασημακόπουλου που κατέχει το γνωστό ευρύτερα ζαχαροπλαστείο στη Χ. Τρικούπη, που άνοιξε την ίδια χρονιά με τη Μουριά, το 1915.
«Αυτό που θυμάμαι εγώ από εδώ πέρα, όταν ακόμη ήμουν με τα κοντά παντελονάκια, ήταν που γινόντουσαν εποχές 1962, 1963, 1964, όλες οι προεκλογικές εκδηλώσεις της ΕΔΑ. Και θυμάμαι τους ασφαλίτες που μαζευόντουσαν γύρω-γύρω και απέκλειαν όλο το τετράγωνο για τις εκδηλώσεις της ΕΔΑ».
Για τον Θ. Ασημακόπουλο η συγκεκριμένη κατάληξη έχει αφετηρία της την αδιαφορία της Πολιτείας. «Σε όλα τα μέρη του κόσμου, όλα τα παραδοσιακά μαγαζιά τα προστατεύει το κράτος και υπάρχουν καφέ από το 1700 στο Παρίσι και στην Ιταλία. Εδώ δυστυχώς ένα-ένα τα κλείνουμε».
Το «δίδυμο» που συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη προσοχή και αγάπη στη Μουριά είναι πάντως ο κ. Κώστας και η μικρή του Ζέλντα. Ένα σκυλάκι, που κάθεται σχεδόν μόνιμα πάνω στα πόδια του.
Όπως αποκάλυψε ο κ. Κώστας, είναι τέτοια η σύνδεση που αναπτύσσεται μεταξύ πελατών και καφενείου που στον τοίχο υπάρχει κάδρο με τη φωτογραφία της Ζέλντα και καρέκλα με το δικό της όνομα.
Ο ίδιος δεν θέλει να σκέφτεται το ενδεχόμενο ενός λουκέτου στη Μουριά. «Σκέφτομαι και λέω, όλος αυτός ο κόσμος που θα μαζεύεται… Είναι ιδιαίτερη η πελατεία της Μουριάς, δεν είναι πελατεία που μπορεί να πάει εύκολα στα άλλα μπαράκια», παρατηρεί, εξηγώντας πως ειδικά οι μεγαλύτεροι βρίσκουν μία λύση τη στιγμή που το μεσημέρι τα περισσότερα μαγαζιά είναι κλειστά, καθώς το βάρος σε ό,τι αφορά τη διασκέδαση πέφτει στο βράδυ, όταν βγαίνει η νεολαία.
Απώλεια όμως θα αποτελέσει και για τους νεότερους, πιστεύει η Ερατώ. «Δεν ξέρω τι να πω, δεν θέλω καθόλου να κλείσει, καθόλου», καταλήγει μ’ έναν βαριαστεναγμό.