Έπρεπε να πεθάνει ένας άνθρωπος για να αρχίσει να ελέγχεται τι γινόταν πίσω από την πόρτα ενός ιατρείου;
Το ερώτημα πλέον δεν αφορά μόνο τους δύο γιατρούς που βρίσκονται αντιμέτωποι με τη Δικαιοσύνη για τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη, ούτε μόνο το εάν η ιατρική πράξη που προηγήθηκε της ανακοπής του ήταν αυτή που οδήγησε στο μοιραίο αποτέλεσμα. Αφορά και ένα ολόκληρο σύστημα ελέγχων που καλείται να εξηγήσει πώς μηχανήματα πλασμαφαίρεσης, τα οποία σύμφωνα με τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών δεν επιτρέπεται να βρίσκονται σε ιατρείο, εγκαταστάθηκαν και χρησιμοποιούνταν στον συγκεκριμένο χώρο, με την «θεραπεία» όχι μόνο να αναφέρεται δημόσια σε αναρτήσεις ασθενών αλλά να διαφημίζεται κι όλας χωρίς κανείς να παρεμβαίνει.
Η έρευνα συνεπώς, μετά τον θάνατο του γνωστού τραγουδιστή, αφορά δύο σημεία: από τη μία, εάν τα στοιχεία που θα συγκεντρωθούν μπορούν να δικαιολογήσουν την αναβάθμιση της κατηγορίας των δύο γιατρών από θανατηφόρα έκθεση σε ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο, όπως ζητά η οικογένεια Μαζωνάκη, και από την άλλη, ποιοι γνώριζαν, ποιοι όφειλαν να γνωρίζουν και κυρίως γιατί κανείς δεν σταμάτησε νωρίτερα μια παράνομη δραστηριότητα που, σύμφωνα με τα μέχρι τώρα στοιχεία, δεν ήταν αόρατη.
Τι θα μπορούσε να οδηγήσει στην αναβάθμιση
Η διαφορά ανάμεσα στη θανατηφόρα έκθεση και την ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο είναι ουσιώδης. Η έκθεση αφορά, μεταξύ άλλων, την έκθεση ενός ανθρώπου σε κατάσταση αδυναμίας και, όταν από την πράξη επέρχεται θάνατος, η προβλεπόμενη ποινή είναι κάθειρξη έως 10 χρόνια.
Για την ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο, αντιθέτως, που η προβλεπόμενη ποινή είναι ισόβια, πρέπει να αποδειχθεί ότι ο δράστης αφαίρεσε τη ζωή άλλου με δόλο. Και ο δόλος δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι επιδίωκε τον θάνατο αλλά ότι γνώριζε πως από την πράξη ή την παράλειψή του ενδέχεται να επέλθει και το αποδέχεται. Δεν αρκεί, δηλαδή, απλώς η παραβίαση ενός κανόνα της ιατρικής ή ακόμη και η γνώση ότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος. Πρέπει να προκύπτει η γνώση της πιθανότητας του θανάτου και η αποδοχή του αποτελέσματος.
Ιδιαίτερη σημασία, ως προς το τελευταίο, έχει το ότι , σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, το μηχάνημα πλασμαφαίρεσης φαίνεται να λειτουργούσε επί περίπου 42 λεπτά πριν την ανακοπή.
Εάν η περαιτέρω έρευνα αποδείξει ότι η συγκεκριμένη διαδικασία είχε πράγματι αρχίσει, ότι υπήρχαν γνωστοί και σοβαροί κίνδυνοι, ότι ο χώρος δεν διέθετε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την αντιμετώπισή τους και, κυρίως, ότι οι γιατροί γνώριζαν όλα αυτά αλλά προχώρησαν, τότε ναι, θα μπορούσε να αποδοθεί ο ενδεχόμενος δόλος.
Γιατί , η απλή διαπίστωση ότι η διαδικασία έγινε σε μη κατάλληλο χώρο ή χωρίς την απαιτούμενη άδεια δεν αρκεί από μόνη της για να μετατρέψει μια υπόθεση ιατρικής αμέλειας ή έκθεσης σε ανθρωποκτονία με δόλο.
Ποιος ελέγχει, τι ελέγχει
Η υπόθεση όμως ανοίγει και ένα δεύτερο κεφάλαιο, που ξεπερνά τους δύο κατηγορουμένους.
Ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών ανακοίνωσε ότι στο ιατρείο εντοπίστηκαν δύο μηχανήματα πλασμαφαίρεσης, τα οποία, σύμφωνα με τον ίδιο τον Σύλλογο, δεν επιτρέπεται να εγκαθίστανται σε ιατρείο. Οι εκπρόσωποι του ΙΣΑ επαναλαμβάνουν επίσης τα τελευταία 24ώρα ότι ο συγκεκριμένος χώρος, όπου συστεγάζονταν παθολόγος και γιατρός χωρίς ειδικότητα, είχε ελεγχθεί το 2024 και δύο φορές το 2025 και τότε δεν είχε διαπιστωθεί η ύπαρξη των μηχανημάτων.
Πώς είναι δυνατόν όμως ένα ιατρείο να ελέγχεται επανειλημμένα και μηχανήματα που, σύμφωνα με τον Σύλλογο , δεν επιτρέπεται να βρίσκονται εκεί να μην εντοπίζονται; Πότε αυτά εγκαταστάθηκαν; Είχαν δηλωθεί; Υπήρχαν αιτήματα ή ενημερώσεις προς τον ΙΣΑ; Ποιος είχε την υποχρέωση να ελέγξει εάν η πραγματική λειτουργία του χώρου αντιστοιχούσε στη βεβαίωση λειτουργίας που είχε χορηγηθεί;
Και κυρίως, αφού η πλασμαφαίρεση , σύμφωνα με αναρτήσεις ασθενών από το 2025 και των ίδιων των ιατρών που διαφήμιζαν τον σχετικό εξοπλισμό, πραγματοποιούνταν ήδη πριν από τον θάνατο του Μαζωνάκη, γιατί δεν είχε παρέμβει κάποιος αρμόδιος φορέας;
Ποιος είχε την ευθύνη να εντοπίσει και να σταματήσει μια δραστηριότητα που δεν επιτρεπόταν στον συγκεκριμένο χώρο;
Ο ΙΣΑ υποστηρίζει ότι, πέρα από τον έλεγχο για τη χορήγηση βεβαίωσης λειτουργίας, πραγματοποιεί αυτεπάγγελτους, απροειδοποίητους δειγματοληπτικούς ελέγχους και αυτοψίες και ότι για παραβάσεις επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις και ενημερώνονται οι αρμόδιες αρχές. Στην προκειμένη περίπτωση πάντως, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, πολλά, ακόμη κι αυτά που «φώναζαν», δεν τα έπιασαν τα « ραντάρ» των ελεγκτών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι προκύπτει αυτομάτως ευθύνη οποιουδήποτε ελεγκτικού οργάνου για τον θάνατο του Μαζωνάκη. Για κάτι τέτοιο απαιτείται συγκεκριμένη έρευνα και απόδειξη αιτιώδους συνδέσμου. Σημαίνει όμως ότι επιβάλλεται να διερευνηθεί εάν το υφιστάμενο σύστημα ελέγχων ήταν επαρκές και, κυρίως, εάν λειτούργησε όπως προβλέπεται.
Η υπόθεση Μαζωνάκη, επομένως, μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερη από μια υπόθεση δύο γιατρών και μιας μοιραίας ιατρικής πράξης.
Η Δικαιοσύνη καλείται να απαντήσει πρώτα στο αυτονόητο: τι προκάλεσε τον θάνατο και ποια ήταν η ευθύνη των δύο γιατρών;
Αλλά παράλληλα η Πολιτεία και οι ελεγκτικοί μηχανισμοί οφείλουν να απαντήσουν και σε ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο ερώτημα: πώς ήταν δυνατόν μια τέτοια δραστηριότητα να πραγματοποιείται σε έναν χώρο που δεν είχε άδεια για αυτήν, να υπάρχουν αναφορές ασθενών και δημόσιες αναρτήσεις για τη διαδικασία και, παρ’ όλα αυτά, να χρειαστεί ένας θάνατος για να αποκαλυφθεί η πραγματική εικόνα του ιατρείου;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Αφορά και το εάν υπάρχουν σήμερα και άλλοι χώροι στους οποίους πραγματοποιούνται αντίστοιχες πράξεις χωρίς τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και κανείς δεν το γνωρίζει.