Λουκάς Τσούκαλης στο iefimerida: Δεν είναι μόνο ευθύνη της Τουρκίας ότι δεν έχουν προχωρήσει οι διαπραγματεύσεις στα ελληνοτουρκικά | ΕΛΛΑΔΑ | iefimerida.gr

Λουκάς Τσούκαλης στο iefimerida: Δεν είναι μόνο ευθύνη της Τουρκίας ότι δεν έχουν προχωρήσει οι διαπραγματεύσεις στα ελληνοτουρκικά

Λουκάς Τσούκαλης
Στα θέματα εξωτερικής πολιτικής καλό είναι να μην πανηγυρίζει κανείς. Aλλά αν το παρατραβάμε, τότε δεν θα έχουμε μια χώρα έτοιμη να δεχθεί αυτό που θεωρείται δίκαιος συμβιβασμός

Με νηφάλιο και διεξοδικό τρόπο ο πρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ και ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Λουκάς Τσούκαλης μιλά για τις πραγματικές προκλήσεις της Ελλάδας ενόψει των διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, τις ευκαιρίες που έχασε η χώρα μας στον βωμό του πολιτικού κόστους και τη στάση της Ευρώπης μεταξύ του «καρότου» της Μέρκελ και του «μαστιγίου» του Μακρόν.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Σε μια ανάλυση που επιχειρεί να ρίξει φως στις βαθύτερες, πραγματικές αιτίες που δεν επιτρέπουν εδώ και χρόνια την επίλυση των ελληνοτουρκικών, ο Λουκάς Τσούκαλης, πρόεδρος Δ.Σ. ΕΛΙΑΜΕΠ, καθηγητής, Sciences Po, Παρίσι, ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών μιλά στο iefimerida για την κρίσιμη εποχή στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας. Ο ρόλος της Ευρώπης, η κρυφή διπλωματία, ο συμβιβασμός και ο φόβος του πολιτικού κόστους, o καθοριστικός ρόλος της επικοινωνίας και οι δυνατότητες που υπάρχουν για την επίλυση μιας κρίσης, μιας σχέσης που ο κύριος Τσούκαλης χαρακτηρίζει ξεκάθαρα υπαρξιακή. Mια συνομιλία, όπου η λέξη που περισσότερο από κάθε άλλη χρησιμοποίησε ο κύριος Τσούκαλης ήταν «δίκαιη».

Hταν όντως μια κρίσιμη στιγμή για την εξέλιξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων η Σύνοδος Κορυφής που ολοκληρώθηκε ξημερώματα Παρασκευής στις Βρυξέλλες;

Ηταν. Αλλά έχουμε πολλές κρίσιμες στιγμές μπροστά μας.

Κρίσιμη, ναι. Καθοριστική;

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Καθοριστική, όχι. Από τη σκοπιά της Ευρωπαϊκής Ενωσης πρέπει να δούμε ότι έχει απέναντί της μια Τουρκία με αυταρχικό καθεστώς, με την εξουσία συγκεντρωμένη στα χέρια ενός ανθρώπου ο οποίος όλο και περισσότερο χρησιμοποιεί την εξωτερική πολιτική για να τονώσει την δημοτικότητά του στο εσωτερικό της χώρας αλλά και -κάτι μου μας ξεφεύγει-  ευρύτερα στον μουσουλμανικό κόσμο.

Όχι μόνο στους Τούρκους, δηλαδή.

Ο Ερντογάν απευθύνεται και στους Παλαιστίνιους, τους Λιβανέζους, σε ένα κομμάτι του μουσουλμανικού κόσμου που αισθάνονται ότι η Τουρκία του Ερντογάν είναι μια ισχυρή δύναμη που δεν αποτελεί υποχείριο της Δύσης και η οποία προασπίζεται τα συμφέροντα της Ούμα, της ευρύτερης μουσουλμανικής κοινότητας.  Η άλλη πλευρά του νομίσματος είναι ότι ο κύριος Ερντογάν είναι πρόεδρος μιας χώρας πολύ σημαντικής για την Ευρώπη, διότι είναι μια μεγάλη χώρα σε μια ευαίσθητη περιοχή με άπειρες φωτιές, ο οποίος έχει έναν πολύ ισχυρό στρατό -τον δεύτερο μεγαλύτερο του ΝΑΤΟ- μια μεγάλη οικονομία που είναι ευάλωτη αυτή τη στιγμή αλλά δεν παύει να είναι μεγάλη σε μέγεθος και σημασία. Ταυτόχρονα η Τουρκία δεν είναι μόνο οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά σημαντική, αλλά είναι επίσης και η χώρα που φιλοξενεί σχεδόν 4 εκατομμύρια πρόσφυγες που υπό συγκεκριμένες συνθήκες θα μπορούσαν να φτάσουν στην Ευρώπη. Αυτά είναι τα δεδομένα που υπολογίζει κάποιος αν δεν ζει στην Αθήνα και τη Λευκωσία αλλά σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Και από την άλλη έχει δυο χώρες μέλη της Ε.Ε., την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία που απειλούνται από την Τουρκία και είναι αντικείμενο μιας επιθετικής συμπεριφοράς.

Τι κάνεις λοιπόν όταν έχεις αυτά τα δεδομένα;

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δεν υπάρχει μια απάντηση. Κάποιος θα έλεγε διάλογος, διάλογος, διάλογος και ειρηνικές επιλύσεις όλων των προβλημάτων. Άλλος λέει απειλή, δηλαδή να σφίξουν τα λουριά, να πούμε στην Ερντογάν ως εδώ και μη παρέκει.

Και όταν λέτε «να πούμε» αναφέρεστε στην Ευρώπη, όχι στην Ελλάδα ή την Κύπρο.

Ναι, μπαίνουμε στα παπούτσια της Ευρωπαϊκής Ενωσης τώρα. Η μία άποψη της πιο σκληρής γραμμής ότι η Τουρκία έχει πλέον ξεπεράσει τα όρια, είναι μια χώρα με ένα πρόεδρο που έχει αναθεωρητική πολιτική και πρέπει να την σταματήσουμε με σκληρά μέτρα, είναι η άποψη Μακρόν η οποία δεν είναι μόνο για ηθικούς λόγους αλλά και για συγκεκριμένα γαλλικά συμφέροντα -αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς. Και από την άλλη υπάρχει η άποψη της Γερμανίας που λέει πως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Τουρκία είναι μια σημαντική χώρα, το να την απειλήσουμε με κυρώσεις δεν θα οδηγήσει πουθενά διότι ο Ερντογάν θα στηλώσει τα πόδια ακόμα περισσότερο και θα γίνει πιο προκλητικός, άρα ας αφήσουμε ένα ακόμα περιθώριο για διάλογο και διερευνητικές συνομιλίες ελπίζοντας ότι αυτό θα οδηγήσει κάπου.

Είναι η στρατηγική της Μέρκελ να ερμηνεύει και προσεγγίζει τον Ερντογάν μέσα από ένα φίλτρο καθαρά ψυχολογικό -ξέρει ότι έχει έναν ανταγωνιστικό, εκδικητικό αρχηγό κράτους, που αν τον πιέσει θα έχει τα αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η Μέρκελ έχει δείξει αρκετή σοφία που πηγάζει από μια απίστευτη εμπειρία διεθνών διαπραγματεύσεων, αφού είναι η πιο senior πολιτικός στην Ευρώπη και η πιο ισχυρή. Η Ελλάδα από τη μια θέλει να σταματήσει την προκλητική, επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας με κάθε τρόπο και αναζητεί συμμάχους και υποστήριξη με αναφορές στο διεθνές δίκαιο. Από την άλλη όμως αντιλαμβάνεται -τουλάχιστον ένα κομμάτι της Ελλάδας- ότι πρέπει κάποια στιγμή να κάτσει στο τραπέζι και να συζητήσει με την Τουρκία διότι υπάρχουν διμερή και πολυμερή θέματα που πρέπει να λυθούν. Εδώ και πολλά χρόνια μερικοί συμπατριώτες μας έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι με την Τουρκία δεν διαπραγματεύεσαι διότι βάζει διαρκώς καινούρια πράγματα στο τραπέζι, έχοντας πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού τους ότι μια διαπραγμάτευση με την Τουρκία θα οδηγούσε σε έναν συμβιβασμό. Και ο συμβιβασμός έχει σημαντικό εσωτερικό πολιτικό κόστος…

Αρα, καλύτερα να το αφήσουμε για τους επόμενους…

Κάπως έτσι έχουμε πορευθεί όλα αυτά τα χρόνια. Το γεγονός ότι οι διερευνητικές συνομιλίες με την Τουρκία – οι οποίες απ’ ότι αντιλαμβάνομαι είχαν προχωρήσει αρκετά-  δεν προχώρησαν παραπέρα δεν είναι μόνο ευθύνη της Τουρκίας. Να είμαστε σαφείς. Και είμαι σίγουρος ότι πολλοί συμπατριώτες μας και σε υπεύθυνες θέσεις στο παρελθόν είχαν ξεκάθαρα την πολιτική του «δεν πειράζει, άστο για τον επόμενο». Αλλά, δυστυχώς, υπάρχει ένα πράγμα που δεν θέλουν να δεχθούν.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ποιο είναι αυτό;

Οτι ο χρόνος δεν λειτουργεί υπέρ ημών. Ο συσχετισμός δυνάμεων χειροτερεύει. Δηλαδή, αυτό που θα ήταν πολιτικά εφικτό το 2004, ή ακόμα και το 2016, δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι θα είναι εφικτό το 2021.

Είναι πολύ σημαντική αυτή η διάσταση που θίγετε.

Ξέρετε, είναι μερικές φορές που πιστεύω -και το λέω με θλίψη- ότι κάποιος είναι διατεθειμένος να θυσιάσει το μακροπρόθεσμο εθνικό συμφέρον για να μην υποστεί βραχυπρόθεσμο πολιτικό κόστος ο ίδιος. Αυτό βέβαια το ομορφαίνει στο μυαλό του με θεωρίες για την αδιαλλαξία της Τουρκίας, για παράδειγμα.

Μα, δεν δείχνει αδιαλλαξία η Τουρκία;

Ναι, όμως μιλώντας με ανθρώπους που ήταν κοντά στις διαπραγματεύσεις, δεν δείχνει μόνον αδιαλλαξία. Με σοβαρούς ανθρώπους μπορείς να συζητήσεις και να τα βρεις. Δεν μπορώ να σας διαβεβαιώσω αν ο κύριος Ερντογάν θέλει πραγματικά να τα βρει, διότι πλέον έχουμε να κάνουμε με κάτι πολύ διαφορετικό. Σας θυμίζω ότι ο Ερντογάν του 2020 έχει πολύ μικρή σχέση με τον Ερντογάν του 2010.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η απόπειρα πραξικοπήματος άλλαξε τον Ερντογάν καθοριστικά.

Ουσιαστικά, ναι. Μην ξεχνάμε ότι στο χειρότερο κομμάτι της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα ο Ερντογάν δεν έκανε μεγάλη προσπάθεια να εκμεταλλευτεί την αδυναμία της χώρας μας.

Σχεδόν δεν έκανε προσπάθεια, είναι η αλήθεια.

Η πρώτη φάση Ερντογάν ήταν μια φάση που θα μπορούσαμε ίσως να είχαμε επιλύσει τις διαφορές μας. Όμως ο Ερντογάν μετά το 2016 είναι άλλου παπά Ευαγγέλιο. Και τώρα η Ελλάδα δεν μπορεί να αρνηθεί τον διάλογο. Διαλέγεται, αλλά όχι με το πιστόλι στον κρόταφο.

Μπορεί η Ελλάδα να αποφασίσει, να επιβάλει την ατζέντα του διαλόγου; Είδατε, αμέσως μετά τη Σύνοδο στις Βρυξέλλες η Αγκυρα άρχισε να μιλά για πολλαπλά ανοιχτά ζητήματα, ενώ η Αθήνα λέει ότι το μόνο ζήτημα είναι αυτό της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας.

Η αλήθεια βρίσκεται κάπου ανάμεσα στις δυο πλευρές. Εμείς λέμε μόνο ζητήματα είναι η ΑΟΖ και η υφαλοκρηπίδα, ο Ερντογάν λέει η ατζέντα είναι τεράστια. Στις διερευνητικές επαφές πας για να καταλάβεις τι θέλει η άλλη πλευρά, να εξηγήσεις τι θέλεις εσύ, να καταλάβεις τις ευαισθησίες, τους στόχους τους πριν οδηγηθείς σε τελική διαπραγμάτευση. Εμείς λέμε ότι τα μόνο θέματα που θα συζητήσουμε είναι η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ. Και εγώ, ως καλοπροαίρετος παρατηρητής σας θέτω το εξής ερώτημα: είναι δυνατόν να λυθεί το θέμα ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα αν δεν αποφασίσουμε τι θα γίνει με τα χωρικά ύδατα; Διότι αν η Ελλάδα αύριο επεκτείνει τα χωρικά ύδατα όλων των νησιών του Αιγαίου στα 12 ναυτικά μίλια, τότε δεν υπάρχουν πολλά θέματα για να συζητήσουμε για ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα Αν θυμάμαι καλά τα νούμερα, λίγο πάνω από το 70% του Αιγαίου μετατρέπεται σε ελληνική θάλασσα. Αρα, δεν μπορούμε να λέμε ότι είναι μόνο η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ. Αν ξεκαθαρίσουμε το θέμα των χωρικών υδάτων με έναν τρόπο οριστικό, τότε τίθεται αυτόματα το ζήτημα αν ο εναέριος χώρος ταυτίζεται με τα χωρικά σου ύδατα. Από την άλλη, η Ελλάδα σίγουρα αν πάει σε διαπραγμάτευση θα πρέπει να έχει σαφέστατες κόκκινες γραμμές. Πράγματα για τα οποία δεν συζητάς.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Πείτε μας μερικά παραδείγματα.

Πώς θα συζητήσεις αποστρατικοποίηση των νησιών; Σίγουρα υπάρχουν διεθνείς συνθήκες, αλλά υπάρχει και το δικαίωμα αυτοπροστασίας. Όταν ο άλλος έχει απέναντι μια στρατιά Αιγαίου με αποβατικά σκάφη, τι θα κάνει η Ελλάδα; Θα αποσύρει και τον τελευταίο στρατιώτη από τα ελληνικά νησιά περιμένοντας το μοιραίο; Ε, νομίζω ότι κάθε σοβαρός, καλοπροαίρετος άνθρωπος στη διεθνή κοινότητα, αλλά και εντός της Τουρκίας, θα το καταλάβει. Αρα, το να συζητήσεις κάτι δεν σημαίνει ότι θα υποχωρήσεις. Υποψιάζομαι ότι αν προχωρήσουμε σε σοβαρή διαπραγμάτευση, τότε δεν θα είναι ούτε τόσο στενά οριζόμενη όπως εμείς λέμε στην αρχή, αλλά σίγουρα δεν θα περιλαμβάνει και όλα τα θέματα που ονειρεύεται ο κύριος Ερντογάν.

Υπάρχει μια λεπτή ισορροπία που πρέπει να κρατάει κάποιος που ασχολείται με διεθνή θέματα, που από τη μια πλευρά δεν θέλει να υπονομεύσει την εξωτερική πολιτική της χώρας, αλλά από την άλλη είναι δύσκολο να μην σχολιάσεις αν υπάρχουν λάθος κατευθύνσεις ή επικίνδυνες εξελίξεις που θα βγουν στο μέλλον.
Υπάρχει μια λεπτή ισορροπία που πρέπει να κρατάει κάποιος που ασχολείται με διεθνή θέματα, που από τη μια πλευρά δεν θέλει να υπονομεύσει την εξωτερική πολιτική της χώρας, αλλά από την άλλη είναι δύσκολο να μην σχολιάσεις αν υπάρχουν λάθος κατευθύνσεις ή επικίνδυνες εξελίξεις που θα βγουν στο μέλλον.

Αντιλαμβάνομαι ότι μεγάλο μέρος αυτής της υπόθεσης, των ελληνοτουρκικών, κινείται πάνω σε ένα καθαρά επικοινωνιακό υπόβαθρο. Προφανώς αναφέρομαι και στην Ελλάδα.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Εχετε απόλυτο δίκαιο. Και αφορά την επικοινωνία στο εσωτερικό, αλλά και προς τη διεθνή κοινότητα. Θα μιλήσω για την Ελλάδα διότι προφανώς την ξέρω καλύτερα: η ελληνική κοινή γνώμη δεν έχει προετοιμαστεί για έναν πιθανό συμβιβασμό. Αν οι περισσότεροι άνθρωποι λένε συνεχώς ότι η Ελλάδα έχει δίκιο στα πάντα, τότε οτιδήποτε είναι λιγότερο από τα πάντα θα θεωρηθεί εθνική υποχώρηση. Αυτό είναι σοβαρό και οι περισσότεροι έλληνες δημοσιογράφοι έχουν την τάση να υιοθετούν την πιο ακραία ελληνική άποψη ως δεδομένη και για οτιδήποτε συζητιέται σε θέματα εξωτερικής πολιτικής να πιστεύουμε ότι εμείς έχουμε πάντα δίκιο, είτε αυτό αφορά την Αλβανία, την πρώην ακατονόμαστη χώρα και τώρα Βόρεια Μακεδονία, την Τουρκία. Δεν λέω ότι η Τουρκία είναι καλύτερη. Αλλά εμείς δεν είμαστε Τουρκία, η Ελλάδα είναι μια σοβαρή Δημοκρατία που ανέχεται συζήτηση και με διαφορετικές απόψεις στο εσωτερικό της.

Εχει ενδιαφέρον πως ουσιαστικά πανηγυρίζουμε για την αναφορά των ευρωπαίων ηγετών στο γεγονός ότι αν η Τουρκία ως τον Δεκέμβριο που θα γίνει η επόμενη Σύνοδος επιδείξει επιθετική συμπεριφορά θα τις επιβληθούν κυρώσεις. Όμως πόσο είναι νίκη αυτό, όταν δεν γίνεται ξεκάθαρη αναφορά στο ποιες θα είναι αυτές οι κυρώσεις και τι συνιστά επιθετική συμπεριφορά πέρα από όσα ήδη πράττει η Τουρκία.

Στα θέματα εξωτερικής πολιτικής καλό είναι να μην πανηγυρίζει κανείς. Καταλαβαίνω την ανάγκη επικοινωνιακής πολιτικής για την οποιαδήποτε κυβέρνηση, αρκεί να μην το παρατραβάμε. Διότι αν το παρατραβάμε, τότε δεν θα έχουμε μια χώρα έτοιμη να δεχθεί αυτό που θεωρείται ένας δίκαιος συμβιβασμός. Το ίδιο πράγμα έγινε σε μεγάλο βαθμό και με το ζήτημα της Βόρειας Μακεδονίας. Πιστεύω ότι ήταν μια αρκετά δίκαιη συμφωνία, θα μπορούσαμε όμως να έχουμε εξασφαλίσει μια καλύτερη συμφωνία αν είχαμε διαπραγματευθεί 30 χρόνια πριν. Όμως ακόμα και αυτή ευτυχώς που έγινε. Είχαμε αντιδράσεις κόσμου που έλεγε ότι μας πρόδωσαν, μας πούλησαν, Όταν ελάχιστοι τολμούν να πουν μερικές δύσκολες αλήθειες και να τονίσουν ότι σε θέματα εξωτερικής πολιτικής δεν είσαι μόνος, τότε  χρειάζεται να κάνεις μετά μεγάλους συμβιβασμούς.

Μου θυμίζετε τις αντιδράσεις που υπήρξαν για την λέξη «ιστορική», αναφορικά με τη συμφωνία. Λέξη που εμφανίστηκε και μετά εξαφανίστηκε από το επίσημο κείμενο.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ειλικρινά μου είναι αδιάφορο τι επίθετο θα χρησιμοποιηθεί. Χαίρομαι πάρα πολύ που η συμφωνία αυτή υπεγράφη, με τις όποιες αδυναμίες έχει. Είναι καλύτερη από αυτό που είχαμε πριν. Και καιρός είναι να κάτσουμε πάνω από αυτή τη συμφωνία και να χτίσουμε. Στη γειτονιά μας θέλουμε φίλους, δεν θέλουμε συλλογή από εχθρούς. Η Ελλάδα ανάλωσε απίστευτο διπλωματικό και πολιτικό κεφάλαιο για δεκαετίες για ένα θέμα που θα έπρεπε να είναι δευτερεύουσας σημασίας, ενώ πρωτεύουσας σημασίας πρέπει να είναι η σχέση μας με την Τουρκία. Είναι πολύ πιο κρίσιμη σχέση. Και είναι υπαρξιακή.

Ουσιαστικά, η Ελλάδα τι κέρδισε από τη Σύνοδο των Βρυξελλών; Διάβαζα σε ξένο Τύπο ότι καταρχήν επιτεύχθηκε μια σημαντική συμφωνία μεταξύ των ηγετών για το λεκτικό σχήμα που θα υιοθετήσουν απέναντι στον Ερντογάν.

Δεν είναι μόνο λεκτικό το ζήτημα. Ο Ερντογάν μπορεί να κάνει τις όποιες δηλώσεις και όντως κάθε μέρα ξεφεύγει όλο και περισσότερο. Παρόλα αυτά όμως όσο και αν έχει ξεφύγει δεν μπορεί να αγνοήσει ότι έχει μια Ε.Ε. που αν πάρει μέτρα μπορούν να του τινάξουν την οικονομία στον αέρα.

Ναι, αλλά με εξαίρεση τον Μακρόν, δεν είναι ξεκάθαρα αυτό το μήνυμα προς την Τουρκία από το σύνολο των ευρωπαϊων ηγετών.
Ξέρετε, μερικές φορές τα πιο σημαντικά μηνύματα είναι αυτά που λέγονται ανεπισήμως.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Τώρα πάμε στο άλλο ζήτημα, που έθεσε η αντιπολίτευση, για την απόλυτη μυστικότητα στη διπλωματία με την Τουρκία αυτή τη στιγμή.

Η απάντησή μου είναι ότι και πάλι οι ισορροπίες είναι λεπτές. Σημαντικό κομμάτι της διπλωματίας γίνεται μυστικά και γίνεται μια ζωή. Οι σοβαρές συζητήσεις δεν γίνονται σε ανοιχτά στάδια. Από την άλλη βέβαια, η απόλυτη μυστική διπλωματία που δεν έχεις ιδέα που πάει, κινδυνεύει να οδηγήσει σε επικίνδυνες κατευθύνσεις ή και να οδηγήσει σε μια συμφωνία που δεν θα είναι αποδεκτή από τον κόσμο. Τα ρίσκα υπάρχουν. Αλλά μην υπερβάλουμε για το θέμα της μυστικής διπλωματίας. Εχουν πολλά παραδείγματα αυτοί που ασκούν κριτική για διπλωματία που γίνεται δημόσια και ιδιαίτερα σε τόσο ευαίσθητα θέματα;

Η έλευση Πομπέο στην Αθήνα αυτή τη χρονική στιγμή, η ισχυρών μηνυμάτων εικόνα της φιλοξενίας του στην πατρική οικία του Πρωθυπουργού στην Κρήτη, τι αποτέλεσμα μπορεί να έχει διπλωματικά και επικοινωνιακά;

Σκεφτείτε και μόνο ότι η αντίδραση της Τουρκίας ήταν έντονη και αρνητική. Αυτό μας λέει κάτι. Ο Πομπέο ήρθε για δεύτερη φορά σε έναν χρόνο και έμεινε στο σπίτι του Πρωθυπουργού, όμως δεν έκανε και καμία δήλωση εμπρηστική. Η Ελλάδα έπρεπε να χτίσει, και νομίζω σε ένα βαθμό το κάνει, προσεκτικά διπλωματικά ερείσματα. Χωρίς πολλές φωνές. Τα χρειαζόμαστε, διότι αν μιλήσουμε μόνο για στρατιωτικό συσχετισμό δυνάμεων, τότε υπάρχει πρόβλημα.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Χρειαζόμαστε και το ταπ-ταπ στον ώμο των Αμερικανών;

Ναι, μόνο που στη σημερινή συγκυρία δεν είναι κάτι στο οποίο μπορείς να βασιστείς διότι έχει να κάνεις με έναν απρόβλεπτο πρόεδρο των ΗΠΑ – το λέω όσο πιο ευγενικά μπορώ.

Ένα μήνα πριν τις αμερικανικές εκλογές η σύνδεση αυτή με τον ΥΠΕΞ μιας κυβέρνησης που δεν ξέρουμε αν θα είναι εκεί τον Γενάρη -και που το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη εύχεται να μην είναι- μήπως δημιουργεί πρόβλημα;

Αυτό που είπε ο Πομπέο και έκανε δεν είναι τόσο διαφορετικό, δεν πήρε μια πρωτοβουλία που θεωρείται εξαιρετικά αμφισβητήσιμη από την πλευρά του δημοκρατικού υποψηφίου. Οπότε δεν έχουμε πρόβλημα. Δεν ενοχλούμε τον Μπάιντεν με αυτή τη πρωτοβουλία.

Νομίζω είχαμε καιρό να ακούσουμε, σε τέτοιο επίσημο επίπεδο εννοώ, το ζήτημα της προσφυγής στη Χάγη.

Εχει γίνει πραγματικά σημαντική πρόοδος. Η Ελλάδα έλεγε θεωρητικά ότι είναι έτοιμη να προσφύγει στη Χάγη, όμως πάρα πολλοί από τους Ελληνες πολιτικούς απέφευγαν να το πουν επισήμως. Ορισμένοι συμπατριώτες μας έχουν μια απίστευτα αλλοπρόσαλλη αντιμετώπιση: λένε ότι η Ελλάδα στηρίζεται στο διεθνές δίκαιο, ότι το διεθνές δίκαιο μάς υποστηρίζει σε όλες μας τις διεκδικήσεις, αλλά δεν είμαστε και έτοιμοι να πάμε στο διεθνές δικαστήριο γιατί μπορεί να μη μας τα δώσει όλα! Αυτό είναι τρέλα. Όταν λέει ο Ερντογάν ότι εκτός από το διεθνές δίκαιο υπάρχει και η ισχύς, με ενοχλεί, αλλά έχει μια συνέπεια ο λόγος του. Να λες ότι στηρίζεσαι στο διεθνές δίκαιο αλλά δεν εμπιστεύεσαι τα διεθνή δικαστήρια τι είναι; Ποιον εμπιστεύεσαι δηλαδή; Τι δική σου ερμηνεία των δικών σου δικαιωμάτων;

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Τον Ιανουάριο κλείνουμε ένα χρόνο από την έκρηξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων με αφορμή των Εβρο. Ταυτόχρονα σε λίγους μήνες η χώρα μας μπαίνει επισήμως στα 200 χρόνια από την Ανεξαρτησία με σειρά δράσεων. Δεν ξέρω πόσο αυτό μπορεί να ταράξει τον ήδη προκλητικό, σε διαρκή ένταση Ερντογάν που αγαπά τις κινήσεις εντυπωσιασμού και εξουσίας.

Εχουμε μια προβληματική σύμπτωση. Εμείς θα γιορτάσουμε τα 200 χρόνια και ο Ερντογάν ετοιμάζει το έδαφος για να γιορτάσει τα 100 χρόνια της Δημοκρατίας και να υπερκεράσει τον Κεμάλ. Τα δυο δεν οδηγούν υποχρεωτικά σε συμπτωτικές τάσεις. Εξαρτάται από το πώς θα γιορτάσουμε. Δεν φοβάμαι. Αν είμαστε σοβαροί πιστεύω ότι και θα μιλήσουμε για την Ιστορία μας και θα περηφανευτούμε για αυτά που έγιναν. Αν σκεφτούμε πώς έχει εξελιχθεί η Ελλάδα τα τελευταία 200 χρόνια, θα έλεγα παρά τις πολλές εθνικές καταστροφές και κρίσεις ότι η χώρα μας δεν τα πήγε άσχημα συγκριτικά με τους γείτονες μας.  Μερικά παρατράγουδα σίγουρα θα συμβούν διότι δεν έχει η Τουρκία το μονοπώλιο των ακραίων εθνικιστών, έχουμε και εμείς και σίγουρα μερικοί θα ξεσαλώσουν. Αυτό δεν θα έπρεπε να μας εμποδίσει να γιορτάσουμε με χαρά, υπερηφάνεια και με δυο ακόμα στοιχεία: αυτοκριτική και με διάθεση πώς θα πάμε στο μέλλον. Να μη δούμε μόνο πίσω αλλά κυρίως να σκεφτούμε τι είδους Ελλάδα θέλουμε να προετοιμάσουμε για το 2030.

Είναι τόσο δύσκολο να μιλήσει κάποιος στην Ελλάδα για τις σχέσεις με τη γείτονα, θίγοντας τα λάθη, ή τις αδυναμίες της ελληνικής πλευράς…

Υπάρχει μια λεπτή ισορροπία που πρέπει να κρατάει κάποιος που ασχολείται με διεθνή θέματα, που από τη μια πλευρά δεν θέλει να υπονομεύσει την εξωτερική πολιτική της χώρας, αλλά από την άλλη είναι δύσκολο να μην σχολιάσεις αν υπάρχουν λάθος κατευθύνσεις ή επικίνδυνες εξελίξεις που θα βγουν στο μέλλον. Η ισορροπία είναι δύσκολη διότι ουσιαστικά αναγκάζεσαι μερικές φορές να κάνεις ένα είδος περιορισμένης, ήπιας, αυτολογοκρισίας. Αυτό που με ενοχλεί πολύ στον δημόσιο διάλογο είναι ότι τόσοι πολλοί συμπατριώτες μας, ιδιαίτερα αυτούς που αποκαλώ εγώ κατ’ επάγγελμα πατριώτες, δεν ανέχονται καμία διαφορετική άποψη. Εγώ δεν θεωρώ ότι έχω αυθεντία σε οποιοδήποτε θέμα -ελπίζω να έχω τεκμηριωμένες απόψεις με νηφάλια επιχειρήματα. Αλλά δεν επιτρέπω σε κανέναν να μου λέει ότι επειδή εκφράζω διαφορετικές απόψεις από αυτόν είμαι πουλημένος, μειοδότης και προδότης. Η απάντησή μου είναι ότι αυτό είναι φασισμός και εγώ δεν συζητώ με φασίστες. Αυτό το ζούμε κάθε μέρα. Και όσοι από εμάς τολμάνε να ασχοληθούν με αυτά τα θέματα, κυρίως επειδή το ΕΛΙΑΜΕΠ είναι προβεβλημένο, το ζούμε στο πετσί μας καθημερινά.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο 
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ