Νέο κύκλο αντιδράσεων προκάλεσαν οι εργασίες της ΔΕΗ για την αποκατάσταση εδαφών και την απόσυρση παροπλισμένων εκσκαφέων στο ορυχείο της Μαυροπηγής, που επανέφεραν στο προσκήνιο τη συζήτηση για τον ρόλο του λιγνίτη στην ηλεκτροπαραγωγή και για το μέλλον της Δυτικής Μακεδονίας μετά την απολιγνιτοποίηση.
Απέναντι στις φωνές που υποστηρίζουν ότι ο λιγνίτης θα έπρεπε να παραμείνει βασικός πυλώνας του ενεργειακού συστήματος, η ΔΕΗ απαντά ότι η πραγματικότητα έχει αλλάξει ριζικά. Όπως υποστηρίζει, ο λιγνίτης, που για δεκαετίες στήριξε την ενεργειακή αυτάρκεια της χώρας, σήμερα έχει καταστεί ακριβή και μη ανταγωνιστική επιλογή, κυρίως λόγω του κόστους των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.
Αυτή η πραγματικότητα, σε συνδυασμό με την ευρωπαϊκή κατεύθυνση για μετάβαση σε καθαρότερες πηγές ενέργειας, υπαγόρευσε την απόφαση της ΔΕΗ για κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, που αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου για την αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου της Δυτικής Μακεδονίας, με επενδύσεις ύψους 5,75 δισ. ευρώ για τη μετατροπή της περιοχής σε πράσινο ενεργειακό και τεχνολογικό κόμβο.
Τι έγινε στη Μαυροπηγή
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρέθηκε η απόφαση της ΔΕΗ να αποξηλώσει και να απομακρύνει παλαιό εξοπλισμό από το ορυχείο της Μαυροπηγής. Η εταιρεία προχώρησε σε ελεγχόμενη κατεδάφιση παλαιών εκσκαφέων ώστε ο χώρος να καθαριστεί, να καταστεί ασφαλής και να αποδοθεί στη δημόσια εταιρεία «ΜΕΤΑΒΑΣΗ Μ.Α.Ε.», που διαχειρίζεται ακίνητα στις περιοχές που βρίσκονται σε διαδικασία απολιγνιτοποίησης.
Η εταιρεία ξεκαθαρίζει ότι η απόσυρση των μηχανημάτων δεν επηρεάζει τη σημερινή δυνατότητα εξόρυξης λιγνίτη, καθώς πρόκειται για εξοπλισμό που ήταν εκτός λειτουργίας εδώ και χρόνια και δεν είχε πλέον παραγωγικό ρόλο.
Πόσο κοστίζει σήμερα ο λιγνίτης
Το βασικό επιχείρημα της ΔΕΗ όσον αφορά ευρύτερα στην απολιγνιτοποίηση είναι ότι ο λιγνίτης δεν μπορεί πλέον να θεωρείται φθηνό καύσιμο. Μπορεί στο παρελθόν να αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής ηλεκτροπαραγωγής, όμως σήμερα η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική.
Το μεγάλο βάρος προέρχεται από το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπής CO₂. Οι εκπομπές των ελληνικών λιγνιτικών μονάδων υπολογίζονται περίπου από 1,15 έως 1,6 τόνους CO₂ ανά παραγόμενη μεγαβατώρα.
Με την τιμή του CO₂ να κινείται γύρω στα 80 ευρώ ανά τόνο και με τάση ανόδου, μόνο το κόστος των ρύπων μπορεί να φτάσει από 92 ευρώ ανά MWh στην περίπτωση της Πτολεμαΐδας V έως και 160 ευρώ ανά MWh στις παλαιότερες μονάδες.
Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η μέση χονδρική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας κινείται τους τελευταίους μήνες κοντά στα 90 ευρώ ανά MWh. Με άλλα λόγια, σε αρκετές περιπτώσεις το κόστος των ρύπων από μόνο του μπορεί να πλησιάζει ή να ξεπερνά τη συνολική τιμή της μεγαβατώρας στη χονδρική αγορά ηλεκτρισμού.
Γιατί θα επιβαρυνόταν ο καταναλωτής
Αν στο κόστος των ρύπων προστεθούν το κόστος καυσίμου, οι μισθοί, οι συντηρήσεις και τα υπόλοιπα λειτουργικά έξοδα, τότε η παραγωγή ρεύματος από λιγνίτη γίνεται, σύμφωνα με τη ΔΕΗ, μη ανταγωνιστική.
Η επιβάρυνση αυτή δεν θα έμενε στους ισολογισμούς της. Θα περνούσε, τελικά, στους λογαριασμούς ρεύματος και στην οικονομία. Γι’ αυτό και η διατήρηση των λιγνιτικών μονάδων σε λειτουργία θα αποτελούσε επιλογή με υψηλό κόστος για τους καταναλωτές.
Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της Πτολεμαΐδας V. Παρότι πρόκειται για τη νεότερη και τεχνολογικά πιο σύγχρονη λιγνιτική μονάδα, η συμμετοχή της στην παραγωγή είναι περιορισμένη, ακριβώς επειδή το κόστος λειτουργίας της την καθιστά λιγότερο ανταγωνιστική σε σχέση με άλλες μορφές παραγωγής.
Γιατί ο λιγνίτης δεν θεωρείται πλέον λύση για τη σταθερότητα του συστήματος
Ένα ακόμη επιχείρημα όσων υποστηρίζουν την παραμονή του λιγνίτη είναι ότι οι λιγνιτικές μονάδες προσφέρουν σταθερότητα στο ηλεκτρικό σύστημα. Η ΔΕΗ, όμως, απαντά ότι η τεχνολογία έχει πλέον προχωρήσει. Οι παλιές θερμικές μονάδες λειτουργούν ως μονάδες βάσης, δηλαδή μπορούν να παράγουν συνεχώς, αλλά δεν είναι ευέλικτες. Χρειάζονται πολλές ώρες για να ξεκινήσουν ή να σταματήσουν, κάτι που τις καθιστά δύσκαμπτες σε ένα σύστημα όπου η παραγωγή από ΑΠΕ μεταβάλλεται μέσα στην ημέρα.
Σε ένα ενεργειακό μείγμα με μεγάλη συμμετοχή φωτοβολταϊκών και αιολικών, το ζητούμενο είναι η ευελιξία. Το σύστημα χρειάζεται μονάδες και τεχνολογίες που μπορούν να ανταποκρίνονται γρήγορα στις μεταβολές της ζήτησης και της παραγωγής. Αυτόν τον ρόλο αναλαμβάνουν σήμερα οι ευέλικτες μονάδες φυσικού αερίου, οι μπαταρίες και τα έργα αποθήκευσης.
Το νέο σχέδιο της ΔΕΗ
Σε αυτό το πλαίσιο, η ΔΕΗ προχωράει σε μεγάλο πρόγραμμα πράσινης μετάβασης, με έμφαση στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, στην ευέλικτη παραγωγή και στην αποθήκευση.
Η εταιρεία αναπτύσσει συστήματα μπαταριών υψηλής απόκρισης, τα οποία μπορούν να προσφέρουν άμεση εξισορρόπηση στο σύστημα, ενώ προωθεί και δύο μεγάλα έργα αντλησιοταμίευσης στη Δυτική Μακεδονία, στην Καρδιά και στο Νότιο Πεδίο. Τα έργα αυτά λειτουργούν ως μεγάλοι «φυσικοί συσσωρευτές» ενέργειας, αποθηκεύοντας ηλεκτρική ενέργεια για μεγαλύτερη διάρκεια.
Παράλληλα, οι επενδύσεις σε μονάδες φυσικού αερίου έχουν στόχο να προσφέρουν σταθερή και άμεση ισχύ σε περιόδους αιχμής, με μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα σε σχέση με τον λιγνίτη.
Το δίλημμα της επόμενης ημέρας
Η συζήτηση για τον λιγνίτη δεν είναι μόνο τεχνική. Είναι οικονομική, περιβαλλοντική και κοινωνική. Από τη μία πλευρά υπάρχει η ιστορική σχέση της Δυτικής Μακεδονίας με τη λιγνιτική παραγωγή. Από την άλλη, υπάρχει το σημερινό κόστος του λιγνίτη, το οποίο, σύμφωνα με τη ΔΕΗ, καθιστά την επιστροφή σε αυτόν μια ακριβή επιλογή.
Το κρίσιμο ζητούμενο είναι η μετάβαση να μη μείνει στα χαρτιά. Να συνοδευτεί από επενδύσεις, νέες θέσεις εργασίας, αποκατάσταση εδαφών και νέες παραγωγικές δραστηριότητες για την περιοχή.
Το μήνυμα της ΔΕΗ είναι ότι η Δυτική Μακεδονία δεν εγκαταλείπεται μαζί με τον λιγνίτη. Αντίθετα, επιχειρείται να περάσει σε ένα νέο μοντέλο, με καθαρή ενέργεια, αποθήκευση και νέες υποδομές. Το αν αυτό το σχέδιο θα αποδώσει στην πράξη, θα κριθεί από την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα με την οποία θα υλοποιηθούν οι επενδύσεις.