Έπειτα από σχεδόν δεκαπέντε χρόνια θυελλωδών αντιπαραθέσεων, δικαστικών αγώνων και αγωγών εκατομμυρίων, ο εφοπλιστής Γιάννης Κούστας και η πρώην σύζυγός του Σοφία Γιαννικοπούλου έβαλαν οριστικό τέλος στη μεταξύ τους διαμάχη.
Με κοινή ανακοίνωση των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, γνωστοποιήθηκε πως «αμετακλήτως δεν υπάρχουν εκατέρωθεν αξιώσεις που απορρέουν από τον έγγαμο βίο τους ή οποιαδήποτε άλλη αιτία». Μια φράση που σφραγίζει το φινάλε ενός από τους πιο πολύκροτους «πολέμους» της ελληνικής κοσμικής και δικαστικής ζωής.
Σοφία Γιαννικοπούλου: Από τη μικρή οθόνη, στην «αγκαλιά» του Γιάννη Κούστα
Ήταν το 1994 όταν οι δρόμοι του εφοπλιστή Γιάννη Κούστα και της Σοφίας Γιαννικοπούλου διασταυρώθηκαν, σηματοδοτώντας την αρχή μιας σχέσης που έμελλε να απασχολήσει για δεκαετίες τη δημοσιότητα και τις δικαστικές αίθουσες. Εκείνη, μια εντυπωσιακή γυναίκα με καριέρα στη μικρή οθόνη και στον κινηματογράφο, γνωστή τότε ως «Σοφία Γιαννίκου», είχε ήδη γίνει αναγνωρίσιμη από τη συμμετοχή της σε βιντεοταινίες της εποχής, συνεργαζόμενη με δημοφιλείς ηθοποιούς όπως ο Στάθης Ψάλτης. Οι ρόλοι της μπορεί να μην την ανέδειξαν σε πρωταγωνίστρια, ωστόσο η παρουσία της, γεμάτη θηλυκότητα και ένταση, την έκανε να ξεχωρίζει.
Γιάννης Κούστας - Σοφία Γιαννικοπούλου: Ο παθιασμένος έρωτας που τράβηξε τα φώτα της δημοσιότητας
Ο Γιάννης Κούστας, από την άλλη πλευρά, ήταν ήδη μια καθιερωμένη προσωπικότητα στον χώρο της ναυτιλίας. Επικεφαλής της Danaos Corporation και ένας από τους πιο εύπορους επιχειρηματίες της χώρας, ζούσε τότε τον πρώτο του γάμο και είχε αποκτήσει δύο παιδιά. Η γνωριμία του με τη Σοφία Γιαννικοπούλου εξελίχθηκε γρήγορα σε έναν παθιασμένο έρωτα που, σύμφωνα με ανθρώπους του περιβάλλοντός τους, τον οδήγησε σε ρήξη ακόμη και με την οικογένειά του. Το 1996, δύο χρόνια μετά την έναρξη της σχέσης τους, ο εφοπλιστής και η ηθοποιός παντρεύονται, και η Σοφία παίρνει επίσημα το επώνυμό του. Ως Σοφία Κούστα πλέον, μπαίνει σε έναν νέο κόσμο: αυτόν της εφοπλιστικής ελίτ, των πολυτελών ταξιδιών, των κοινωνικών εκδηλώσεων και της ζωής ανάμεσα σε βίλες, γιοτ και διεθνείς δεξιώσεις.
Χλιδή και κρίση: Η ανέλιξη και η πτώση του γάμου Κούστα-Γιαννικοπούλου
Η δεκαετία που ακολούθησε ήταν περίοδος αλματώδους επαγγελματικής ανόδου για τον Γιάννη Κούστα. Το 2006 η εταιρεία του εισήχθη στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, ενώ δύο χρόνια αργότερα η Danaos Corporation θεωρούνταν η μεγαλύτερη εισηγμένη εταιρεία εμπορευματοκιβωτίων στον κόσμο.
Στο πλευρό του, η Σοφία απολάμβανε έναν τρόπο ζωής που αντικατόπτριζε την κοινωνική τους θέση. Με πανάκριβα ρούχα, ταξίδια σε κοσμοπολίτικα θέρετρα και συχνές δημόσιες εμφανίσεις, έγινε μόνιμο πρόσωπο των κοσμικών στηλών της εποχής. Ο γάμος τους σφραγίστηκε με τη γέννηση δύο κοριτσιών, γεγονός που φάνηκε να στερεώνει τη σχέση τους.
Ωστόσο, πίσω από τη βιτρίνα της χλιδής, οι εντάσεις δεν άργησαν να φανούν. Ο πρώτος μεγάλος καβγάς ήρθε γύρω στο 2001, λίγο μετά τη γέννηση της πρώτης τους κόρης. Παρότι τότε κατάφεραν να ξεπεράσουν τις δυσκολίες, η αρμονία δεν διατηρήθηκε για πολύ. Το 2003 ήρθε στη ζωή η δεύτερη κόρη τους, αλλά η σχέση είχε ήδη αρχίσει να δοκιμάζεται. Από το 2007, όπως αναφέρουν δημοσιεύματα της εποχής, τα προβλήματα στο ζευγάρι άρχισαν να κλιμακώνονται. Φίλοι και γνωστοί μιλούσαν για συχνούς καβγάδες και μια ολοένα πιο ταραχώδη συμβίωση.
Το 2012 η εικόνα της ευτυχίας κατέρρευσε οριστικά. Τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς ο εφοπλιστής εγκατέλειψε το οικογενειακό σπίτι στη Γλυφάδα και μετακόμισε στη Βουλιαγμένη. Τρεις μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο, έστειλε εξώδικο στη Σοφία Κούστα ανακοινώνοντάς της και επίσημα το τέλος του γάμου τους.
Αγωγές, εξώδικα και μηνύσεις
Από εκεί και πέρα ξεκίνησε μια μακρά περίοδος δικαστικών αναμετρήσεων. Οι αγωγές, τα εξώδικα και οι μηνύσεις διαδέχονταν το ένα το άλλο. Τον Δεκέμβριο του 2012 η Σοφία Γιαννικοπούλου κατέθεσε μήνυση εναντίον του πρώην συζύγου της, υποστηρίζοντας ότι την είχε κακομεταχειριστεί και ότι αισθανόταν απειλή για την ασφάλειά της. Παράλληλα, ξεκίνησαν οι πρώτες διαμάχες για τα περιουσιακά, τα ακίνητα και τα οικονομικά ζητήματα, που αφορούσαν τη μεγάλη περιουσία του εφοπλιστή.
Η δικαστική αυτή αντιπαράθεση αποδείχθηκε εξαιρετικά περίπλοκη και παρατεταμένη. Κάθε πλευρά προσέφυγε επανειλημμένως στη Δικαιοσύνη, είτε για περιουσιακές διαφορές είτε για ζητήματα διατροφής και επιμέλειας. Με αγωγή της, η κυρία Γιαννικοπούλου ζητούσε 132 εκατομμύρια ευρώ ως αποζημίωση, επικαλούμενη τη συμβολή της στην οικονομική άνοδο του πρώην συζύγου της κατά τη διάρκεια του γάμου τους.
Η ίδια υποστήριζε ότι στήριξε τον Γιάννη Κούστα σε κρίσιμες περιόδους, προσφέροντάς του κοινωνικό κύρος και παρουσία σε κύκλους που ενίσχυσαν την επαγγελματική του εικόνα. Εκείνος, αντίθετα, απέρριψε κάθε τέτοιο ισχυρισμό, τονίζοντας ότι η επιτυχία του ήταν αποκλειστικά αποτέλεσμα της δικής του εργασίας και στρατηγικής.
Τον περασμένο Αύγουστο το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε την υπόθεση διαζυγίου ανάμεσα στην πρώην ηθοποιό Σοφία Γιαννικοπούλου και στον εφοπλιστή Γιάννη Κούστα, απορρίπτοντας σχεδόν στο σύνολό του τους οικονομικούς ισχυρισμούς της πρώτης. Η κ. Γιαννικοπούλου διεκδικούσε αρχικά ποσό άνω των 132 εκατομμυρίων ευρώ, υποστηρίζοντας ότι η συμβολή της στη ζωή του γάμου είχε αυξήσει την περιουσία του συζύγου της από 1,13 εκατ. ευρώ το 1996 σε πάνω από 700 εκατομμύρια όταν χώρισαν το 2012. Ωστόσο, σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου, η συνεισφορά της περιοριζόταν σε δραστηριότητες όπως η διακόσμηση γραφείων, η συμμετοχή σε δημόσιες εκδηλώσεις και οι κοινωνικές σχέσεις, χωρίς ουσιαστική επίδραση στην επιχειρηματική ανάπτυξη και στα οικονομικά του κ. Κούστα. Ως αποτέλεσμα, το δικαστήριο της καταλόγισε αποζημίωση συνολικού ύψους 684.000 ευρώ, αναγνωρίζοντας μια συμβολή, αλλά πολύ περιορισμένη σε σχέση με το ζητούμενο ποσό.
Ο πίνακας «Les Roses» του Μαρκ Σαγκάλ
Ξεχωριστό κεφάλαιο στην ατελείωτη δικαστική διαμάχη του πρώην ζευγαριού υπήρξε ένα έργο τέχνης ανεκτίμητης αξίας. Ο πίνακας «Les Roses» του Μαρκ Σαγκάλ, αξίας που ξεπερνά τα 2 εκατομμύρια ευρώ, αποτέλεσε αντικείμενο ποινικής διερεύνησης, καθώς ο εφοπλιστής υποστήριξε ότι το έργο που του επιστράφηκε μετά τον χωρισμό τους δεν ήταν το αυθεντικό, αλλά μια εξαιρετικά προσεγμένη απομίμηση. Σύμφωνα με τον εφοπλιστή, ο πίνακας αγοράστηκε το 2007 από παρισινή γκαλερί αντί 1,4 εκατ. ευρώ και φυλάχθηκε για χρόνια στην οικογενειακή κατοικία. Μετά τη διάσταση του ζευγαριού, το 2012, το έργο παρέμεινε εκεί, καθώς ο ίδιος είχε απομακρυνθεί από το σπίτι με δικαστική εντολή. Το 2018, και έπειτα από μακρά νομική αντιπαράθεση, ο πίνακας παραδόθηκε μέσω εταιρείας μεταφορών στον ιδιοκτήτη του.
Όπως υποστήριξε ο κ. Κούστας, τότε αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Η αποκάλυψη ήρθε όταν ο εφοπλιστής αποφάσισε να πουλήσει τον πίνακα μέσω του διεθνούς οίκου δημοπρασιών Sotheby’s. Η απάντηση από τους ειδικούς του οίκου ήταν πως ο πίνακας δεν ήταν αυθεντικός. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε τον εφοπλιστή στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, όπου κατέθεσε έγκληση κατά της πρώην συζύγου του, η οποία, από την πλευρά της, αρνήθηκε κατηγορηματικά κάθε εμπλοκή, χαρακτηρίζοντας τις κατηγορίες αβάσιμες και συκοφαντικές.
Σε ανακοίνωσή του το Γραφείο του αείμνηστου Αλέξη Κούγια, που εκπροσωπούσε την κ. Γιαννικοπούλου, ανέφερε σχετικά με τον πίνακα ότι «Η μεταξύ τους αντιδικία δεν περιοριζόταν μόνο σε αστικά ζητήματα, αλλά είχε επεκταθεί και σε ποινικό επίπεδο, μεταξύ των οποίων και η υπόθεση που αφορούσε σε κατηγορία περί κακουργηματικής πλαστογραφίας ενός πίνακα του ζωγράφου Marc Chagall. Και οι ποινικές αυτές εκκρεμότητες τερματίστηκαν οριστικώς στο πλαίσιο της συνολικής εξώδικης επίλυσης της διαφοράς».
Είχε προηγηθεί η κοινή ανακοίνωση των πληρεξουσίων δικηγόρων τους -Σταύρου Γεωργιάδη και Μιχάλη Δημητρακόπουλου, πληρεξουσίων δικηγόρων του Ιωάννη Κούστα, και του Αλεξίου Μαυραϊδή, πληρεξουσίου δικηγόρου της Σοφίας Γιαννικοπούλου- όπου ξεκαθαρίζεται ότι ο Ιωάννης Κούστας και η Σοφία Γιαννικοπούλου από κοινού αποφάσισαν να τερματίσουν τις μακροχρόνιες δικαστικές διενέξεις, αναφέροντας: «Αμετακλήτως δεν υπάρχουν εκατέρωθεν αξιώσεις, που απορρέουν από τον έγγαμο βίο τους και οποιαδήποτε άλλη αιτία».