Η πρόσφατη κοινοβουλευτική αντιπαράθεση κυριαρχήθηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Ωστόσο, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στην πρόθεσή του να εισηγηθεί ορισμένες μείζονες μεταρρυθμιστικές προτάσεις ενόψει της επικείμενης συζήτησης για την συνταγματική αναθεώρηση που αξίζουν μεγαλύτερης προσοχής. Από τα όσα σημαντικά ανέφερε στην προτεινόμενη λίστα του, θα ξεχώριζα ένα που, κατά την άποψή μου, αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα, κοινωνική αλλά και πολιτική: την κοινωνική κατοικία.
Το ζήτημα της στέγασης στην Ελλάδα και κυρίως στα μεγάλα αστικά της κέντρα εξελίσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα προβλήματά μας αυτή τη στιγμή, κινδυνεύοντας να αποδιαρθρώσει τον κοινωνικό ιστό αλλά και να αποτελέσει κατ' επέκταση βόμβα για την πολιτική σταθερότητα, ως αποτέλεσμα του κοινωνικού θυμού και της απογοήτευσης των μεσαίων στρωμάτων της χώρας. Με άλλα λόγια, η εκτεταμένη μικρή ιδιοκτησία που υποτίθεται ότι σε όλη την μεταπολεμική περίοδο αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες προϋποθέσεις για την σταθερότητα της ελληνικής οικογένειας, και που ταυτόχρονα θεωρούνταν δείκτης κοινωνικής επιτυχίας και ανόδου δεν είναι πλέον δεδομένη για όλους. Είναι ενδεικτικό ότι το ποσοστό της ιδιοκατοίκησης στην Ελλάδα έχει πέσει περίπου στο 69% με 70% (που είναι και ο ευρωπαϊκός μέσος όρος), ενώ ήταν πάνω από το 75% πριν το 2019. Την ίδια ώρα, στην χώρα το 2025 καταγράφηκε η δεύτερη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση ενοικίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27, με ρυθμό +10,1%, πίσω μόνο από την Κροατία, με βάση έρευνα του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) που βασίζεται στα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat και της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι τιμές ακινήτων στην Ελλάδα, και ιδιαίτερα στην Αθήνα, έχουν πλέον ξεπεράσει τα προ κρίσης επίπεδα, γεγονός που υποχρεώνει ένα μέσο νοικοκυριό να δαπανά πάνω από το 40% των μηνιαίων του εισοδημάτων στη στέγαση.
Οι εξηγήσεις για το φαινόμενο της στεγαστικής κρίσης είναι πολλές και οπωσδήποτε συνδέονται και με τις μεγάλες πληθωριστικές πιέσεις μετά την πανδημία, τους πολέμους και την ενεργειακή κρίση που έχουν οδηγήσει στην γενικότερη αύξηση του κόστους ζωής παντού στον κόσμο. Έχει να κάνει όμως και με μια κοινωνιολογική εξήγηση: οι περιουσίες της γενιάς των boomers, εξαιτίας του υψηλού προσδόκιμου της ζωής, δεν έχουν ακόμη περάσει στην κατοχή των παιδιών τους, όπως είχε συμβεί στην δική τους περίπτωση μεταπολεμικά. Αυτό -που είναι μια παγκόσμια συνθήκη- αναμένεται να συμβεί την επόμενη δεκαετία όταν και θα συντελεστεί μια τεράστια μεταβίβαση περιουσιών στη νεώτερη γενιά. Το θέμα είναι ωστόσο ότι όταν αυτό γίνει, η γενιά αυτή θα είναι ήδη σε προχωρημένη ηλικία, δηλαδή μετά τα 50 ή και τα 60 έτη του βίου της, που σημαίνει ότι η ανακούφιση εντέλει θα είναι μικρότερη και μάλλον θα αφορά πλέον τα εγγόνια των boomers και όχι τα ίδια τα παιδιά τους.
Κάτι πρέπει να κάνουμε λοιπόν για τους μεσήλικες ή και για όσους δημιουργούν σήμερα μια καινούργια οικογένεια, και χρειάζονται προοπτική στη ζωή τους. Να επισημάνουμε το αυτονόητο: η κατοικία δεν είναι απλώς μια παράμετρος της ζωής. Είναι μάλλον η σημαντικότερη. Η σταθερότητα μιας ιδιόκτητης κατοικίας επιτρέπει στους κατόχους της να σχεδιάσουν με μεγαλύτερη σιγουριά το μέλλον τους και να αισθανθούν στοιχειώδη ασφάλεια και ελπίδα, αισθήματα δηλαδή θεμελιώδη για τις δημοκρατίες και τελικά για την ίδια την πολιτική σταθερότητα.
Ποιες είναι οι καλές πρακτικές που γνωρίζουμε; Ας δούμε τρία επιτυχημένα παραδείγματα κοινωνικής στέγασης στην Ευρώπη. Πρώτα και κύρια το λεγόμενο Μοντέλο της Βιέννης. Η Αυστρία, και ειδικά η Βιέννη, θεωρείται παγκοσμίως πρωτοπόρος στην κοινωνική κατοικία. Η στέγαση αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό δικαίωμα για τη μεσαία τάξη, εξού και περίπου το 60% των κατοίκων της Βιέννης ζει σε κοινωνικές ή επιδοτούμενες κατοικίες. Τα εισοδηματικά όρια είναι πολύ υψηλά (π.χ. έως 53.000€ ετησίως για ένα άτομο), επιτρέποντας σε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού να μπορεί να επωφεληθεί από την πολιτική αυτή. Η στέγαση παρέχεται κυρίως από μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς "Housing Associations" περιορισμένου κέρδους, τα οποία επανεπενδύουν τα έσοδα στην κατασκευή νέων κατοικιών. Τα ενοίκια παραμένουν σταθερά χαμηλά (γύρω στα 8€/τ.μ. το 2026), επηρεάζοντας πτωτικά και τις τιμές στην ελεύθερη αγορά.
Το δεύτερο παράδειγμα είναι της Ισπανίας. Η χώρα είχε ιστορικά ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά κοινωνικής στέγασης στην Ε.Ε. (μόλις 1-2%). Ωστόσο, το 2026 υπήρξε μια μεγάλη αλλαγή λόγω του Νόμου για τη Στέγαση (Ley de Vivienda). Πρώτα, μπήκε πλαφόν στα ενοίκια. Για το 2026, οι αυξήσεις έχουν περιοριστεί αυστηρά στο 2,14%, βάσει ενός μόνιμου δείκτη που αντικατέστησε τον πληθωρισμό. Επιπλέον, οι δήμοι έχουν το δικαίωμα να ανακηρύξουν περιοχές ως "stressed zones" για να επιβάλουν ακόμη αυστηρότερους ελέγχους στις τιμές. Σημειωτέον, ο νόμος χαρακτηρίζει τους κατόχους άνω των 5 ακινήτων, ως "μεγάλους ιδιοκτήτες", και έτσι αυτοί υπόκεινται σε αυστηρότερους κανόνες διαχείρισης της περιουσίας τους. Μάλιστα, επιβάλλονται πρόσθετοι φόροι σε ακίνητα που παραμένουν κενά για πάνω από δύο χρόνια, και φοροαπαλλαγές σε ιδιοκτήτες που μειώνουν το ενοίκιο για νέους.
Τέλος, η Αγγλία. Εκεί το σύστημα προσπαθεί να ανακάμψει από δεκαετίες μειωμένης προσφοράς και της πολιτικής του "Right to Buy" (δικαίωμα αγοράς από τον ενοικιαστή), η οποία μείωσε το απόθεμα κοινωνικών κατοικιών. Έτσι, το 2026 ξεκίνησε ένα νέο 10ετές πρόγραμμα κοινωνικής και προσιτής στέγασης με στόχο τη δημιουργία 300.000 νέων κατοικιών, με το 60% αυτών να προορίζεται για κοινωνικό ενοίκιο (Social Rent). Το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνικής στέγασης είναι πλέον αντικείμενο διαχείρισης από Housing Associations και όχι απευθείας από τους Δήμους. Η νομοθεσία του 2026 επιβάλλει, εξάλλου, αυστηρά πρότυπα ποιότητας καθώς και χρονοδιαγράμματα στους ιδιοκτήτες για την αποκατάσταση φθορών στα σπίτια και αν δεν συμμορφωθούν, οι ένοικοι μπορούν να κινηθούν νομικά. Επίσης προβλέπεται κατάργηση των εξώσεων χωρίς αιτιολογία προσφέροντας μεγαλύτερη ασφάλεια στους ενοικιαστές.
Ποιο θα ήταν το καλύτερο μοντέλο για την Ελλάδα; Παρότι το ιδανικό είναι προφανώς το αυστριακό (που έχει πλέον πίσω του μια εμπειρία 100 ετών), αυτό θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να χτιστούν χιλιάδες σπίτια, κάτι που θα απαιτούσε πολλά χρόνια και τεράστια κεφάλαια. Προτιμότερος θα ήταν, ως εκ τούτου, ένας συνδυασμός του ισπανικού με το αγγλικό πρότυπο.
Η Ελλάδα και η Ισπανία μοιράζονται άλλωστε παρόμοια προβλήματα: υπερτουρισμό, πιέσεις από τις βραχυχρόνιες μισθώσεις (Airbnb) και έλλειψη κρατικών αποθεμάτων κατοικίας. Ο προσδιορισμός «περιοχών υψηλής πίεσης» και η επιβολή προστίμων σε κενά ακίνητα (που είναι πάρα πολλά) μοιάζει με τη μόνη γρήγορη λύση. Αντί για το κράτος, θα μπορούσαν μη κερδοσκοπικοί φορείς να αναλάβουν την ανακαίνιση των χιλιάδων κλειστών διαμερισμάτων με αντάλλαγμα τη διαχείρισή τους ως κοινωνική κατοικία για κάποια χρόνια, όπως εφαρμόζεται από την αγγλική προσέγγιση των Housing Associations.
Εκείνο που προηγείται, πάντως, είναι η εδραίωση της συνείδησης στην Ελλάδα ότι η κοινωνική στέγαση αφορά τη μεσαία τάξη και όχι μόνο τους πολύ φτωχούς. Το ζήτημα έχει πολλές και κρίσιμες πτυχές, άλλωστε. Ένα από τα πολλά αρνητικά αποτελέσματα αυτής της κατάστασης είναι πχ το υψηλότατο ποσοστό παραμονής των νέων στην οικογενειακή εστία μετά τα 25 έτη (στις ηλικίες 25-34 είναι κοντά στο 60%). Αυτό με τη σειρά του προκαλεί άλλες σοβαρές κοινωνικές επιπτώσεις καθώς καθυστερεί την χειραφέτηση των νέων αλλά και την είσοδό τους στην αγορά εργασίας. Με άλλα λόγια, τα παιδιά μας αργούν να ωριμάσουν, άρα και να ανοιχτούν μόνα τους στον κόσμο παίρνοντας τη ζωή στα χέρια τους. Αυτό ερμηνεύει εν μέρει και τον βαθύ κοινωνικό μας συντηρητισμό καθώς και την εγγενή δυσκολία μας να δεξιωθούμε τις αλλαγές και τις καινοτομίες που είναι απαραίτητες για να υπάρξουμε στο νέο κόσμο που αναδύεται. Όλα συνδέονται εντέλει με την “εστία” (που αξίζει να θυμήσουμε ότι σήμαινε τον βωμό με την φωτιά στο κέντρο του σπιτιού), και γι΄ αυτό επείγει να της δώσουμε τόσο υψηλή προτεραιότητα στο άμεσο μέλλον.