Στα χέρια του Οικονομικού Εισαγγελέα Παναγιώτη Καψιμάλη βρίσκεται πλέον το πόρισμα Βουρλιώτη για την υπόθεση κακοδιαχείρισης εθνικών και ευρωπαϊκών κονδυλίων που προορίζονταν για εκπαιδευτικά προγράμματα της ΓΣΕΕ την περίοδο 2020-2025.
Άμεσα ξεκινά κατεπείγουσα έρευνα, την οποία θα διενεργήσει ο επίκουρος οικονομικός εισαγγελέας προκειμένου να διαπιστωθεί εάν έχουν τελεστεί τα κακουργήματα της υπεξαίρεσης και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Στο πλαίσιο της έρευνας, θα διακριβωθεί εάν εμπλέκονται και ποιον ακριβώς ρόλο είχαν ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γιάννης Παναγόπουλος και ακόμα πέντε ελεγχόμενα φυσικά πρόσωπα (ο Ανδρέας Γεωργίου, ο δημοσιογράφος Γιώργος Κακκούσης, δύο αδέλφια και ένα ακόμη άτομο) και έξι εταιρείες, που σύμφωνα με την Ανεξάρτητη Αρχή καταπολέμησης μαύρου χρήματος φέρονται να ενθυλάκωσαν περί τα 2,1 εκατ. ευρώ.
Δέσμευση λογαριασμών ως του ποσού των 2,1 εκατ. ευρώ
Η πρώτη ενέργεια του επίκουρου οικονομικού εισαγγελέα θα είναι να επιδώσει τις διατάξεις δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών των εμπλεκομένων και των δύο ακινήτων έως του ποσού των 2,1 εκατ. ευρώ, στις οποίες έχει προχωρήσει ο επικεφαλής της Ανεξάρτητης Αρχής, Χαράλαμπος Βουρλιώτης. Οι εμπλεκόμενοι έχουν δικαίωμα να προσφύγουν διά της νομικής οδού και να ζητήσουν πλήρη ή μερική αποδέσμευση των λογαριασμών τους και των ακινήτων.
Στη συνέχεια η Οικονομική Εισαγγελία θα ελέγξει τις συμβάσεις ανάθεσης έργου των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και θα περάσει από εξονυχιστικό έλεγχο την οικονομική κατάσταση και περιουσιακά στοιχεία των υπό έρευνα προσώπων και τον τρόπο κτήσης τους, ενώ τελευταίοι θα κληθούν οι εμπλεκόμενοι.
Εφόσον τα στοιχεία οδηγούν σε ισχυρές ενδείξεις τέλεσης αξιόποινων πράξεων, οι εισαγγελικές αρχές θα προχωρήσουν στην άσκηση διώξεων, αλλιώς ο φάκελος της υπόθεσης θα οδηγηθεί στο αρχείο.
Το πόρισμα Βουρλιώτη
Το πόρισμα του κ. Βουρλιώτη έχει διαβιβαστεί με ενδείξεις για δύο κακουργήματα, αυτά της υπεξαίρεσης και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Από την Αρχή για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος εξετάστηκε η δραστηριότητα των συγκεκριμένων προσώπων αλλά και των ελεγχόμενων εταιρειών, σχετικά με τη διαχείριση εθνικών και ευρωπαϊκών κονδυλίων κατά την παροχή υπηρεσιών εκπαιδευτικής κατάρτισης. Αντικείμενο της έρευνας αποτέλεσαν οι χρηματοδοτήσεις που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 73 εκατομμυρίων, οι οποίες ελήφθησαν την πενταετία 2020-2025 από ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους. Παράλληλα, η έρευνα ανέτρεξε και στον τρόπο διάθεσης αυτών των κονδυλίων.
Σύμφωνα με το πόρισμα της Αρχής προς την εισαγγελική αρχή, αλλά και την ανάλυση των οικονομικών δεδομένων και ιδίως από την ανάλυση της χρηματοοικονομικής δραστηριότητας των εμπλεκόμενων προσώπων και εταιρειών, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις τέλεσης αξιόποινων πράξεων.
Συγκεκριμένα, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο συνδικαλιστής και άλλοι εμπλεκόμενοι προέβησαν στην υπεξαίρεση χρηματικών κεφαλαίων που προέρχονταν από επιχορηγήσεις και επιδοτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ακόμη, από την έρευνα της Αρχής διαπιστώθηκε ότι ορισμένες από τις εταιρείες δεν παρουσίαζαν καν δραστηριότητα, στερούνταν της απαραίτητης υλικοτεχνικής υποδομής και του προσωπικού για την υλοποίηση των έργων και μέρος των κονδυλίων αναλαμβάνονταν με τη μορφή μετρητών απευθείας, γεγονός που κατά την Αρχή δείχνει ότι είχαν τον ρόλο των εταιρειών οχημάτων.
Σύμφωνα με την Αρχή, η τακτική αυτή εκτιμάται ότι ακολουθήθηκε για την πρόσδοση αληθοφάνειας και νομιμοφάνειας σε συναλλαγές ύψους τουλάχιστον 577.000 ευρώ για την παροχή δήθεν υπηρεσιών εκ μέρους των εταιρειών, γεγονός που στοιχειοθετεί τεχνητή διακίνηση κεφαλαίων και μεθοδευμένη, στην κάλυψη της πραγματικής διάθεσης των πόρων των συμβάσεων.
Επίσης, διαπιστώθηκαν εκτεταμένες μεταφορές χρηματικών ποσών προς ατομικούς λογαριασμούς των συνδεδεμένων φυσικών προσώπων που στερούνταν νόμιμης αιτιολογίας, όπως και επανειλημμένες αναλήψεις μετρητών που ξεπερνούν το 1,5 εκατομμύριο ευρώ και καταδεικνύουν τη μεθόδευση της απόκρυψης της προέλευσης και της τελικής ιδιοποίησης των κεφαλαίων.
Οι αναλήψεις αυτές δημιουργούν κατά την Αρχή σοβαρές υπόνοιες ότι τα ποσά περιέρχονταν εν τέλει στην κατοχή του ελεγχόμενου συνδικαλιστή και των άλλων ελεγχόμενων προσώπων.