Πριν από περίπου 10 χρόνια, η Ιωάννα Πάντα, εκπαιδευτικός ειδικής αγωγής, πήρε «φύλλο πορείας» από την υπηρεσία της στο μικρό νησί της Ηρακλειάς.
Ένα νησί που η ίδια δεν είχε προσέξει ούτε στον χάρτη μέχρι τότε. Τοποθετήθηκε στο μονοθέσιο σχολείο του νησιού που τότε είχε 6 παιδιά όπου στόχος της, όπως είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ήταν να πάρει τα μόρια που είχε ανάγκη.
Προερχόμενη από ένα μεγάλο αστικό κέντρο, ενώ στην αρχή «τρόμαξε» με την ησυχία που αντίκρισε το πρώτο βράδυ που κατέβηκε από το πλοίο στο νησί, στη συνέχεια λάτρεψε τους ανθρώπους του και την ηρεμία του.
Γνωρίστηκε σε λίγους μήνες με τον σύντροφό της, κάτοικο της Ηρακλειάς Κυκλάδων, κι έμεινε εκεί για πάντα, δημιουργώντας μια οικογένεια με τρία παιδιά.
Η Ιωάννα, σήμερα, παραμένει ως εκπαιδευτικός στο Δημοτικό Σχολείο της Ηρακλειάς και έχει μία μαθήτρια, στη δεύτερη τάξη, τη Σοφία. Με την οποία μπορούν να εργάζονται και να συνεργάζονται καθημερινά.
Όλα περνούν από τα χέρια της
«Στην αρχή, νέα όπως ήμουν και όπως συμβαίνει με όλα τα επαγγέλματα, ήταν πολύ δύσκολα για μένα. Είχα έναν πολλαπλό ρόλο, ο οποίος εναλλάσσονταν μέσα στις τάξεις. Πρώτη πρόκληση: διδασκαλία σε τέσσερις διαφορετικές τάξεις ταυτόχρονα, με συνολικά έξι παιδιά, καλύπτοντας όλα τα μαθήματα, ακόμη και ΣΤ’ Δημοτικού. Παράλληλα, εκτελούσα και καθήκοντα διευθυντή, χωρίς προηγούμενη εμπειρία, γεγονός που προσέθετε σε μένα ένα γραφειοκρατικό βάρος. Υπήρχε, επίσης, οργάνωση σχολικών δραστηριοτήτων και συνεργασίες που έπρεπε να διαχειριστώ», είπε για την πρώτη της εμπειρία στο νησί.
Το σχολείο είναι μονοθέσιο με νηπιαγωγείο και όλες οι γιορτές, παρελάσεις και τα οργανωτικά ζητήματα τα διαχειριζόταν η ίδια. Παλαιότερα υπήρχε Γυμνάσιο στο νησί, με καθηγητές που μοιράζονταν το φορτίο, αλλά έχει τα τελευταία χρόνια κλείσει, δυσχεραίνοντας διοικητικές και εορταστικές υποχρεώσεις.
«Τον χειμώνα ο πληθυσμός στην Ηρακλειά είναι γύρω στα 80 άτομα, αν υπολογίζω σωστά», σημείωσε η κ. Πάντα. «Το καλοκαίρι φτάνει έως περίπου 1.000, με σταδιακή άφιξη πιο εναλλακτικών επισκεπτών από Μάιο και κορύφωση τον Αύγουστο, όπως γίνεται σε όλα τα νησιά μας. Η Ηρακλειά διαθέτει πολλές όμορφες παραλίες, προσβάσιμες με πεζοπορία, αυτοκίνητο ή καραβάκι, καθώς και σπήλαιο που απαιτεί ώρες πεζοπορίας. Το νησί δεν έχει υπεραναπτυχθεί τουριστικά, κι αυτό, κατά την άποψή μου, είναι κάτι θετικό».
Τα μειονεκτήματα και τα πλεονεκτήματα της διαμονής σε ένα μικρό νησί
Η συγκοινωνία, τα έκτακτα περιστατικά αλλά και οι ανάγκες μετακίνησης για λόγους εκπαιδευτικούς, ψυχαγωγικούς ή για λόγους υγείας, παραμένουν πάντα στην πρώτη γραμμή των προβλημάτων που μπορεί να αντιμετωπίσει κάποιος που διαμένει σε ένα μικρό νησί. Όπως τονίζει η ίδια, υπάρχουν καθημερινές μετακινήσεις προς και από τη Νάξο, αλλά πάντα «καιρού επιτρέποντος».
«Για παράδειγμα, όταν το τοπικό πλοίο που εκτελεί τα δρομολόγια, σταματά για συντήρηση περίπου 40 ημέρες, σε όλους εμάς προκαλούνται σοβαρά θέματα πρόσβασης και μετακίνησης, κάτι βέβαια που φανερώνει μια γενικότερη κατάσταση της νησιωτικότητας που συχνά παρουσιάζει τέτοια θέματα».
Σε ό,τι αφορά τα πλεονεκτήματα που μπορεί να έχει κάποιος που διαμένει σε ένα νησί, η Ιωάννα Πάντα ξεχώρισε με ιδιαίτερη ευκολία την ελευθερία και την ασφάλεια που νιώθει, όταν τα τρία παιδιά της, προσχολικής ηλικίας ακόμα, μπορούν να έχουν ελευθερία κίνησης και υψηλή αίσθηση ασφάλειας, κυκλοφορώντας μόνα από πολύ μικρή ηλικία. Οι οικογένειες ζουν σε μονοκατοικίες με αυλές, προσφέροντας ποιοτικό χρόνο, εκτός διαμερισμάτων και μακριά από το άγχος των μεγάλων πόλεων.
Στα μειονεκτήματα κατέταξε τις περιορισμένες δραστηριότητες και την πρόσβαση σε υπηρεσίες για εξειδικευμένες δραστηριότητες (βιολί, θεατρική αγωγή, ρομποτική, παραδοσιακούς χορούς) όπου απαιτούνται μετακινήσεις στη Νάξο. Συχνά ο καιρός εμποδίζει τη μετάβαση και υποχρεωτικά, κάποιες δραστηριότητες γίνονται διαδικτυακά (π.χ., Αγγλικά).
Παρά τις δυσκολίες όμως σε όλα τα επίπεδα, η ίδια, 10 χρόνια μετά την παραμονή της στην Ηρακλειά των Κυκλάδων, χωρίς ενδοιασμούς περιγράφει και προτρέπει με δύο λέξεις συναδέλφους της να μην διστάσουν να επισκεφθούν τα λεγόμενα δυσπρόσιτα σχολεία: «Ναι, αξίζει».
«Η εμπειρία», καταλήγει η ίδια, «είναι μοναδική και σπάνια. Η υπηρεσία σε απομακρυσμένα μέρη είναι μοναδική εμπειρία που αξίζει και έχει ιδιαίτερη αξία στο βιογραφικό. Ωστόσο απαιτεί προσαρμογή, αντοχή και οργάνωση. Για κάποιους είναι δύσκολο και επιλέγουν να φύγουν. Η σταδιακή συνήθεια βοηθά, αλλά οι συνθήκες παραμένουν απαιτητικές».