Γιώργος Βέλτσος: Ο Τσιόδρας ήταν ο ρυθμιστής του Πολιτεύματος -Tι λέει για Κραουνάκη, Σαββόπουλο, Μενδώνη, Δημάκη, «Ελλάδα 2021» | ΕΛΛΑΔΑ | iefimerida.gr

Γιώργος Βέλτσος: Ο Τσιόδρας ήταν ο ρυθμιστής του Πολιτεύματος -Tι λέει για Κραουνάκη, Σαββόπουλο, Μενδώνη, Δημάκη, «Ελλάδα 2021»

Γιώργος Βέλτσος
Όταν ο Τσιόδρας προχθές τελείωσε με ένα ποίημα (με ένα κακό ποίημα που δεν ήταν του Ελύτη) δεν τον ήλεγξα. Περιορίστηκα στη σύσπαση του προσώπου του. Στην καρδιά του μελό κατά την απαγγελία. Και αυτό μου άρεσε.

Μια ανατομία της εποχής και των προσώπων της είναι η συνέντευξη αυτή του Γιώργου Βέλτσου. Λίγο πριν το Ημερολόγιο που έγραψε μέσα στην πανδημία παρουσιαστεί από τη Λυρική, μιλά για τa media, τον Τσιόδρα, τον Βασίλη Δημάκη, τον Νίκο Κούρκουλο, την Μενδώνη, την εισαγγελέα της υπόθεσης Τοπαλούδη, τον Κραουνάκη και τη σημασία της Τέχνης.

«Να λοιπόν που συνομιλούμε Κατερίνα –σε ξέρω από την εποχή του Ταχυδρόμου-  τις παραμονές της συνεδρίασης της Επιτροπής Μεταγωγών που θα αποφασίσει για το εάν ο Βασίλης Δημάκης μπορεί να επιστρέψει στο κελί του και να συνεχίσει , το αυτονόητο:  να σπουδάζει.  Τώρα μπροστά σου ένας άνθρωπος των λεγόμενων γραμμάτων θα περι-αυτολογήσει ξανά μη υπακούοντας στο «Κανένας εαυτός» που σκέφτηκε ως τίτλο για την τελευταία του ποιητική συλλογή από τις Εκδόσεις Πατάκη . Αν λοιπόν μιλώ πάλι δημόσια  -αντιφάσκοντας συνεχώς- είναι γιατί θέλω να αφήσω ένα σημάδι  στο δάσος των συμβόλων. Και όχι γιατί πρόκειται να επιστρέψω όπως ο Κοντορεβιθούλης. Το έργο μου θα επιστρέψει. Και αυτή τη φορά με τους δικούς του όρους προς την δημοσιότητα που δεν έπαψε να με κρίνει.»  

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Έχω μόλις διαβάσει το «Ημερολόγιο ενός αθέατου εγκλεισμού» που έγραψε εν μέσω πανδημίας -θα κυκλοφορήσει τον Ιούνιο από τις εκδόσεις Περισπωμένη και θα το δούμε σε παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με την σπουδαία Ρένη Πιττακή και τον Βασίλη Παπαβασιλείου στο κοντραμπάσο. Στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου στην Πλάκα από τις 29 Ιουλίου. Ένα σπουδαίο κείμενο που κινείται στις παρυφές του λυρικού, του πυρετικού, του εσωτερικού, του δημόσιου, χωρίς ποτέ να ξεπερνά κάποια από αυτές τις γραμμές. Εκεί διαβάζω για τον κορωνοϊό ως «ιό του Θεού». Διαβάζω ότι ο Τσιόδρας είναι «ο ρυθμιστής του Πολιτεύματος».

1969, στο Παρίσι, ο Γιάννης Τσαρούχης ζωγραφίζει τον Γιώργο Βέλτσο
1969, στο Παρίσι, ο Γιάννης Τσαρούχης ζωγραφίζει τον Γιώργο Βέλτσο

«Ο Νίτσε έλεγε ότι μια μέρα πιθανόν θα μάθουμε ότι δεν υπάρχει Τέχνη παρά μόνον Ιατρική» μου λέει ο Γιώργος Βέλτσος. Και συνεχίζει «Τι να σου κάνει όμως η Ιατρική όταν δεν διαθέτουμε πια τα ειδικά λεμφοκύτταρα που παράγουν αντισώματα στην μόνιμη πανδημία της βαρβαρότητας. Ο Γιώργος Βέλτσος έγραψε το βιβλίο  «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», σε αναλογία και αντίστιξη με την ποιητική συλλογή του Ελύτη, και πριν καν τυπωθεί, ήδη έχει δρομολογηθεί να αποκτήσει φωνή και ρυθμό από την Πιττακή. «Ξημερώθηκα κι εγώ» λέει ο Γιώργος Βέλτσος, «όπως και ο Ελύτης, έχοντας διατρέξει την ιστορία του θανάτου της Ιστορίας, ή μάλλον την ιστορία της Ιστορίας του θανάτου».

Απ’ αυτήν την ολονυκτία προέκυψε το «Ημερολόγιο». Στην συνέντευξη που έδωσε στο iefimerida ο Γιώργος Βέλτσος, με την κουβέντα μας κάθε τόσο να σκοντάφτει στην διαπίστωση ότι αυτό που κάνουμε χαϊδεύει έναν ναρκισσισμό, ο ποιητής, πανεπιστημιακός που επί δεκαετίες δίδαξε σε ασφυκτικά γεμάτα αμφιθέατρα δημιουργώντας αστικούς μύθους από τους φοιτητές του, μίλησε χωρίς off the record. Από την πανδημία, ως την χάλκινη σφυρίχτρα του πλοίου που στη δεκαετία του ’50 έμπαινε στο λιμάνι της Μυκόνου. Από τον Αντονιόνι έως τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, τον Κραουνάκη, την Μενδώνη. Τους δαίμονες των Ελλήνων και το πώς ο ίδιος ξεπέρασε συμπλέγματα. «Πρόσεξε όμως, χωρίς να τα ξεπεράσει. Γιατί ό,τι έκανε το ξέκανε. Ξέρεις, αυτήν την φράση γράφει ο γερο Τιτσιάνος δίπλα στην υπογραφή του στον πίνακα «Ευαγγελισμός του Σαν Σαλβαδόρ».

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Γίνεστε συχνά ένα Λεξικό, εννοώ δίνετε λέξεις σε αυτό που ζούμε, αλλά και την δική σας ερμηνεία στις λέξεις.

Οι λέξεις ερμηνεύονται πολλαχώς. Οι λέξεις είναι η πραγματικότητα. Τίποτα δεν υπάρχει έξω από το κείμενο, το πολιτικό, το κοινωνικό, το καλλιτεχνικό. Διαρκώς ψάχνω και ανανεώνω, είτε μέσα από το ίντερνετ, είτε με την καθημερινή μου επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο Bookloft, το κείμενο.

Η Κική Δημουλά. Διαπίστωσα μέσα στην καραντίνα όσο ποτέ πριν ότι έχει μέσα στα ποιήματά της αυτή τη συνθήκη του έγκλειστου, του εσωτερικού δωματίου.

Ναι. Διότι έγραφε κλεισμένη μεταξύ της κουζίνας και του τάφου του Άθου Δημουλά.

Αν κάποιος που δεν σας γνωρίσει ρωτήσει ποια είναι η ιδιότητά σας, τι θα απαντήσετε κύριε Βέλτσο;

Θα του απαντήσω απλά: γράφω.

Τι γράφετε;

Ημερολόγιο καταρχήν. Έχω εκατοντάδες εκατοντάφυλλα τετράδια με σημειώσεις. Γράφω όμως και κείμενα πολιτικής παρέμβασης στον Τύπο από τα Νέα ως την Εφημερίδα Συντακτών σήμερα. Αλλά αυτό το «γράφω» είναι η διαστροφή ενός ανθρώπου που δεν ζει, αλλά γράφει. Ή μάλλον, γράφει για να ζει. Και δεν εννοώ με τρόπο βιοποριστικό, αλλά εντελώς δωρεάν. Και αυτή είναι η μεγάλη αξία, η δωρεά. Δωρίζω. Δωρίζω στον εαυτό μου το έργο, όπως γράφει ο Στεφάν Μαλαρμέ «Σου φέρνω το δώρο ενός ποιήματος». Ο δωροδόχος είναι κυρίως ο εαυτός μου. Ακόμα και όταν προσπαθώ να τον αποφύγω. Και την ίδια ώρα κατατρέχομαι από μια έμμονη ιδέα.

Ποια είναι αυτή;

Δεν μπορώ να συγκεκριμενοποιήσω αν είναι ο θάνατος, ο έρωτας ή αυτή καθ’ εαυτή η εμμονή. Είμαι εμμονικός, πέραν του πού και πώς καταλήγει κάθε φορά η εμμονή μου. Προσπαθώ να κλείσω μια ναρκισσιστική πληγή. Ένα σημάδι. Αυτή η εργασία, είναι κυρίως κατεργασία πένθους. Πενθώ και εμμένω να πενθώ.

Μια σέλφι από τις ημέρες με τις καραντίνας. Με το «6» του Τσιόδρα βόλτα στο δάσος του Λυκαβηττού
Μια σέλφι από τις ημέρες με τις καραντίνας. Με το «6» του Τσιόδρα βόλτα στο δάσος του Λυκαβηττού
ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Τι είναι εμμονή;

Ο δαίμων. Η επανεμφάνισή του στην σκηνή. Η επιστροφή του από την παιδική ηλικία. Αυτό του οποίου η πράξη δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Διότι όταν συμβεί αυτό, αμέσως εμφανίζεται μια νέα εμμονή. Οπότε δεν γίνεται πράξη, δεν αναπαρίσταται. Το έργο δεν την καταλαγιάζει. Δεν ολοκληρώνει κανείς την εμμονή, την επαναλαμβάνει. Ο μεγαλειώδης Λαρς Φον Τρίερ στο έργο του «Το σπίτι που έχτισε ο Τζακ» που το είδα ως αναπαράσταση της «Κόλασης» του Δάντη, μιλά για την εμμονή παραστατικότερα από τον Ντεριντά . Έτσι για εμένα η γραφή είναι η πραγμάτωση μιας εμμονής που δεν ολοκληρώνεται. Η μία συλλογή ακολουθεί την άλλη, το ένα κείμενο διαδέχεται το άλλο, στο άπειρο. Μόνο ο θάνατος κλείνει αυτόν τον κύκλο.

Είμαστε οι Έλληνες από τους λαούς που έχουν έντονες εμμονές;

Για να μιλήσω με όρους του Γιουνγκ. Το συλλογικό ασυνείδητο του Έλληνα είναι μυθολογικό. Θες οι σκιές και το φως, θες το παρελθόν που αποτυπώνεται στα μνημεία ως σπαράγματα. Όλο αυτό το νεφελώδες υπόστρωμα, το μάγμα, δημιουργεί δαίμονες. Στον εγκλεισμό συνέβησαν πολλές κατολισθήσεις.

Ποιες είναι οι κατολισθήσεις αυτές;

Θα πω κάτι παράδοξο. Είναι ένα είδος κατολίσθησης όπου τα πράγματα που πέφτουν επιστρέφουν στην θέση τους. Δες την εικόνα. Σκέψου ένα κτήριο που πέφτοντας πάει στη θέση του, στα υλικά του, στο σακί με το τσιμέντο, στην παλέτα με τα τούβλα. Οι κατολισθήσεις έφεραν τα συντρίμμια πίσω, στις υποδοχές τους. Οι εγκεφαλικές συνάψεις δέχθηκαν κεραυνό. Μια ισχυρή ηλεκτρική εκκένωση που μορφοποιήθηκε στο «Ημερολόγιο ενός αθέατου εγκλεισμού».

Άλλαξε κάτι σε εσάς με τον εγκλεισμό;

Όλα και τίποτα. Το μόνο που με στεναχώρησε είναι ότι έκλεισαν τα βιβλιοπωλεία. Ελπίζω αν ξανασυμβεί, να παραμείνουν ανοιχτά όπως οι φούρνοι.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Γράφετε στο «Ημερολόγιο ενός αθέατου εγκλεισμού», ότι  ρυθμιστής του πολιτεύματος είναι ο Σωτήρης Τσιόδρας.

Τι είναι αυτός ο άνθρωπος που ξεκινούσε να μιλά με έναν κατάλογο θανάτων χωρίς να σηκώνει τα μάτια από το χαρτί και κατόπιν προσπαθούσε με επιστημονικό λόγο να μισοδείξει τις ευαισθησίες του, ενώ την προηγουμένη έψελνε μόνος σε μια εκκλησία; Τι είναι αυτή η περίπτωση του πατέρα των επτά παιδιών που η λέξη «πατρίδα» αναφέρεται στον λόγο του;  Θέτει ζητήματα για το αγαθό της δημόσιας υγείας, της ίδιας της ζωής. Παραλείπει όμως να θέσει θέματα ελευθερίας. Και εδώ τίθεται το πολιτικό ζήτημα της εξουσίας. Καταρρέει όταν σταματά να δίνει διαταγές. Επικρατεί όταν μπορεί να μετατρέψει την διαταγή σε προτροπή. Ο Τσιόδρας προέτρεπε. Ήταν όμως ο ρυθμιστής του πολιτεύματος. Μπορεί να πει κάποιος ότι θα ζήσει  έγκλειστος χωρίς να αγγίζει τον άλλον; Είναι αυτό ζωή; Μας δίνει την ευκαιρία ο κορωνοϊός να ξαναδούμε αυτό που ονόμαζε ο Φουκώ «πειθαρχική κοινωνία». Το 1980 έλεγα ως παράδειγμα στο αμφιθέατρο ότι δεν υπάρχει λόγος να σε σταματήσει το όργανο όταν τρέχεις στη Συγγρού, αρκεί να δεις την πινακίδα «η ταχύτητα ελέγχεται με ραντάρ». Αυτομάτως ενδοβάλεις μέσα σου την απαγόρευση και πειθαρχείς. Ελέγχεσαι από τον εαυτό σου.  Βέβαια συχνά πάνω σε μια χιλιάρα Καβασάκι στουκάρεις. Εκτός εάν βλέπεις ήσυχος τηλεόραση στο σαλόνι σου.

Τον ελεγκτικό ρόλο εννοείτε.

Βεβαίως. Η τηλεόραση είναι ο έλεγχος κατ’ οίκον, όπως πλέον και το smartphone που θα με ειδοποιεί για το κρούσμα απέναντί μου, έχοντας κάνει και εμένα ρατσιστή και κρούσμα της γενικευμένης παράνοιας. Οι κοινωνίες ελέγχουν με το δέλεαρ της απόλαυσης: θέλω να απολαμβάνω την Σία Κοσιώνη στις παραλλαγές του ξανθού και τον Χατζηνικολάου στις παραλλαγές της γραβάτας. Αυτό εκμεταλλεύεται το μιντιακό σύστημα και το πλασάρει. Αλλά αυτά  τα έχουμε ξαναπεί..

Ποιο είναι το μότο σας κύριε Βέλτσο;

Αυτό που γράφει ο Μαλαρμέ. «La chair est triste, hélas! et j'ai lu tous les livres.»

H σάρκα είναι θλιμμένη, δυστυχώς. Και διάβασα όλα τα βιβλία…

Και μάλιστα θα έλεγα η σάρκα είναι όχι θλιμμένη, αλλά θλιβερή. Διότι αυτό είναι το ζήτημα. Η σάρκα, το φθαρτό της, η ασθένεια, η θλίψη των γηρατειών, η κατάθλιψη.

2003, Αθήνα, ο Χρήστος Μποκόρος ζωγραφίζει το πορτρέτο του Γιώργου Βέλτσου
2003, Αθήνα, ο Χρήστος Μποκόρος ζωγραφίζει το πορτρέτο του Γιώργου Βέλτσου
ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η αρρώστια είναι δημιουργός, γράφετε στο «Ημερολόγιο ενός αθέατου εγκλεισμού».

Ναι, η αρρώστια είναι το Μαγικό Βουνό. Μόνο το σώμα είναι παυσίλυπο.

Τσιτσάνης, Τσαρούχης, Ντεριντά… Ένας παλιός κόσμος, μια πινακοθήκη προσώπων σημαντικών που επισκεφτήκατε, συνδεθήκατε μαζί της.

«Ελλάδα που φέρνεις στους γαλάζιους ατμούς την πίσσα της ανησυχίας, δεν σε ακούω πια. Ούτε τις χάλκινες σφυρίχτρες, μόνο φρένα, ύαινες σπαρασσόμενες και επιθετικά ανθρώπινα πορτρέτα» είναι ο πρώτος στίχος του έργου μου «Λευκή Ελλάδα». Ποιες είναι οι χάλκινες σφυρίχτρες; Αν δεις στο youtube το βίντεο «Κωστάκης Τόγιας, ακτοπλοϊκό του 1950», βλέπεις ένα καραβάκι με ψηλό φουγάρο και την χάλκινη σφυρίχτρα όπου βγαίνει ο καπνός. Όταν ερχόταν το «Κωστάκης Τόγιας» στη Μύκονο έβλεπα το φουγάρο και τον άσπρο ατμό και μετά άκουγα τον ήχο της σφυρίχτρας γιατί η ταχύτητα του φωτός είναι μεγαλύτερη από την ταχύτητα του ήχου, όπως μου έλεγε ο παππούς μου. Ωστόσο στο youtube εχθές είδα το «Fire» του David Lynch και ένιωσα το ίδιο.

Από το «Κωστάκης Τόγιας» στον David Lynch.

Ναι, γιατί αυτό είμαι εγώ. Ο ποδηλάτης που δεν φτάνουν τα πόδια του στο χώμα και που αν σταματήσει την ορθοπεταλιά πέφτει. Ξαναέβλεπα στον εγκλεισμό την «Έκλειψη« του Αντονιόνι, αυτά τα πέντε αληθινά λεπτά της αναχώρησης της Μόνικα Βίτι νωρίς το πρωί από το σπίτι του εραστή της, στην αρχή της ταινίας. Αυτό το αναποφάσιστο της Βίτι. Αλλά και μετά, στη μέση του έργου, τη στιγμή με το χρηματιστήριο και τον Αλέν Ντελόν όπου ο πρόεδρος καλεί να τηρηθεί ένα λεπτό σιγής για τον θάνατο ενός συνεργάτη. Κάθισα λοιπόν και μέτρησα με το ρολόι. Είναι ένα πραγματικό λεπτό σιγής. Εξ΄ ου και το εγκώμιο του Ρολάν Μπαρτ στον Αντονιόνι. Διαβάστε το.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Σήμερα; Ποια είναι τα πρόσωπα που κυριαρχούν στην Τέχνη και στον δημόσιο λόγο;

Αυτή είναι μια ερώτηση σημαντική. Και υπάρχουν δυο απαντήσεις. Η μία είναι η αναπαραγωγή του Μπαχ υπό μορφήν της μουσικής του Λιγκέτι ή του Άρβο Πέρτ… η αναπαραγωγή ως τέχνη θέλω να πω.

Αυτό γίνεται συχνά στην Τέχνη.

Βεβαίως, στις αρχές του 20ου αιώνα ο Ραχμάνινοφ αναπαράγει υπέροχα τον ρομαντισμό. Εντούτοις αργότερα ο Φοντανά κόβει με το ξυράφι τον πίνακα και ο Πόλοκ ραντίζει με τις μπογιές τον καμβά. Ο Πικάσο τα κατάλαβε όλα γιατί ήταν κάποιος που δεν έψαχνε, αλλά έβρισκε. Σπάζει την μορφή. Εγώ δεν έχω καταφέρει να σπάσω την μορφή. Έχω στοιχεία λυρισμού μέσα μου, με πνίγουν, δεν ξέρω τι να τα κάνω. Πολλές φορές όταν τελειώσει το ποίημα το ψαλιδίζω όπως κάνουν οι κουρείς με εκείνα τα ψαλίδια που έχουν δόντια και αραιώνουν από μέσα τα μαλλιά. Θέλω να μειώσω την λυρική ένταση του ποιήματος. Την ίδια όμως στιγμή υποκλίνομαι στον λυρισμό του Καρυωτάκη. Έχω καταλάβει ότι το ποίημα ενώ είναι το έργο συγχρόνως είναι και ο τρόπος για το έργο: Η ενέργεια. Αυτό το «επί τω έργω» έχει την μεγαλύτερη σημασία. Ίσως ποίημα να υπάρξει μόνον όταν η εργασία του ποιητή γίνει απεργία. Εκείνη η εσωτερική απραξία που δεν σκοπεύει στο έργο (και την δημοσιότητα) αλλά στον αναστοχασμό μέσα στο δωμάτιο.

Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου έχει κάνει τομή.

Δεν ξέρω. Παλεύει κι αυτός με τον λυρισμό του Τσαρούχη και της γενιάς του ‘30. Το ζήτημα είναι αυτή η γενιά ως πού θα μας πάει; Και τι μπορεί να κάνει ο Μαρμαρινός και ο Καμαρωτός για το ζήτημα αυτό;

Ο Δημήτρης Λιγνάδης;

Ένας ο φαύνος του απογεύματος και του Μαλαρμέ και του Ντεμπισί. Δαιμόνιος. Τον ξέρω από μικρόν. Υπήρξα μαθητής του πατέρα του. Τον έβλεπα παιδί στην πλατεία Αμερικής και μετά τον είδα φτασμένο πλέον και σκοτεινό στον μονόλογο του Μάρλοου του Ντόκτορ Φάουστους στο θέατρο Χώρα, πριν πολλά χρόνια. Σκότωσε τον πατέρα του στην σκηνή ενός θεάτρου.

Ισχύει ότι ετοιμάζεται κάτι για το Εθνικό Θέατρο.

Ας αφήσουμε τον Δημήτρη Λιγνάδη να το ανακοινώσει.

 Ξέρετε, πλασάρουμε όλοι τον εαυτό μας, αλλά υπάρχουν και όρια. Το κιτς για παράδειγμα, που σας έλεγα. Ή ο συναισθηματισμός που ξεχειλίζει… Ο Διονύσης Σαββόπουλος φερ’ ειπείν δεν έχει κανένα λόγο να κάνει παρεμβάσεις συναισθηματικού τύπου στο «μένουμε σπίτι». Είναι κι αυτό μια διαταγή υπό μορφήν προτροπής.
Ξέρετε, πλασάρουμε όλοι τον εαυτό μας, αλλά υπάρχουν και όρια. Το κιτς για παράδειγμα, που σας έλεγα. Ή ο συναισθηματισμός που ξεχειλίζει… Ο Διονύσης Σαββόπουλος φερ’ ειπείν δεν έχει κανένα λόγο να κάνει παρεμβάσεις συναισθηματικού τύπου στο «μένουμε σπίτι». Είναι κι αυτό μια διαταγή υπό μορφήν προτροπής.
ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Μιλάμε για λυρισμό. Είναι μια από τις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν από αρκετούς για να περιγράψουν την τοποθέτηση της εισαγγελέως στη δίκη της Ελένης Τοπαλούδη.

Μιλάμε μάλλον για κιτς. Καταλαβαίνω την νεαρή εισαγγελέα που ίσως βλέπει τα απογεύματα τις τούρκικες σαπουνόπερες. Την καταλαβαίνω και την βρίσκω συγκινητική. Αλλά υπάρχουν όρια στον συναισθηματισμό. Όταν ο Τσιόδρας προχθές τελείωσε με ένα ποίημα (με ένα κακό ποίημα που δεν ήταν του Ελύτη) δεν τον ήλεγξα. Περιορίστηκα στη σύσπαση του προσώπου του. Στην καρδιά του μελό κατά την απαγγελία. Και αυτό μου άρεσε.

Ο Σταμάτης Κρανουνάκης είναι από τα πρόσωπα που έχουν απασχολήσει επίσης αρκετά εσχάτως τον δημόσιο λόγο. Ηταν φοιτητής σας, σωστά;

Ναι ο Σταμάτης και η Λίνα (Νικολακοπούλου) ήταν φοιτητές μου στο Πάντειο. Ήμουν τότε 32 ετών. Τους θυμάμαι στο πρώτο θρανίο. Ο Σταμάτης με σγουρά μαλλιά, πανέξυπνος. Ξέρετε, πλασάρουμε όλοι τον εαυτό μας, αλλά υπάρχουν και όρια. Το κιτς για παράδειγμα, που σας έλεγα. Ή ο συναισθηματισμός που ξεχειλίζει… Ο Διονύσης Σαββόπουλος φερ’ ειπείν δεν έχει κανένα λόγο να κάνει παρεμβάσεις συναισθηματικού τύπου στο «μένουμε σπίτι». Είναι κι αυτό μια διαταγή υπό μορφήν προτροπής.

Αυτό που κάνουμε τώρα εμείς δεν είναι μια μορφή πλασαρίσματος, επίσης;

Φυσικά, από τη στιγμή που δέχομαι να δώσω μια συνέντευξη. Ομολογώ ότι χθες το βράδυ αυτό με απασχολούσε. Γιατί φερ’ ειπείν σας έδειξα τα κειμήλιά μου;  Σπρώχνω όμως τα 75 μου χρόνια μπροστά. Θέλω να ζήσω. Ο Μποντλέρ ξεγύμνωνε την καρδιά του.

Γιατί το κάνετε αυτό το ξεγύμνωμα;

Διότι έτσι θεράπευσα και ίσως καλλιέργησα τα συμπλέγματά μου. Tα εμφάνισα, τα έδειξα. Συμφιλιώθηκα μαζί τους. Στην ομιλία που έκανα στο 18ο Πανελλήνιο Συνέδριο Καρδιακής Ανεπάρκειας, είπα σε αυτούς τους παγερούς καρδιολόγους ότι υπήρξα κρούσμα πολιομυελίτιδας από τα πρώτα στην Ελλάδα το 1949 και με έδειχναν οι γιατροί στους φοιτητές στα αμφιθέατρα. Σήκωναν το χέρι μου και το άφηναν να πέσει, να δείξουν πως δεν μπορεί να σταθεί. Δεν το λέει κανείς αυτό εύκολα. Και όμως αυτό το τρεμάμενο χέρι είναι ό,τι ζητάει κανείς από τον καλλιτέχνη. Τι είναι αυτό που ζητά κανείς από τον καλλιτέχνη; Να τρέμει το χέρι του.

Στιγμές ήπιες, υπάρχουν; Ικανοποίησης, στον δημόσιο λόγο;

Πιστεύω ότι η Μενδώνη είναι μια τέτοια φρόνιμη φωνή. Χειρίζεται με οργανωμένο, χωρίς εντυπωσιασμούς ένα λεπτό και δύσκολο έργο όπως ο Πολιτισμός.

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Γιατί μείνατε μόνο τέσσερις μήνες Πρόεδρος του Εθνικού; Τι συνέβη;

Πού το θυμηθήκατε; Έγινα πρόεδρος πιστεύοντας ότι μπορώ να προσβάλλω έναν νόμο που έδινε τα πάντα στον καλλιτεχνικό διευθυντή. Παρότι πλειοψήφησα στο Δ.Σ. (ο Χουβαρδάς και η Αρβελέρ ήταν εναντίον μου) και παρότι αυθημερόν κατέθεσα στον υπουργό το πρακτικό με τον θρίαμβό μου, επέμεινα στην παραίτηση όχι τόσο γιατί είχε αντιρρήσεις ο υπουργός αλλά γιατί ήθελα να δω ένα τετράστυλο άρθρο μου στα Νέα όπου θα περιέγραφα την διαδικασία. Και άλλο που δεν ήθελε ο Καραπαναγιώτης…

Το έμαθε ο Σημίτης;

Ναι. Και μου είπε, δεν ήταν το σωστό timing να το κάνεις.

Άλλη πρόταση για να γίνεται μέλος ΔΣ; Της Επιτροπής για το 2021;

Είναι σαν να ρωτάς τον Τόμας Μπέρνχαρντ αν του έκαναν πρόταση να συμμετάσχει στην Επιτροπή Εορτασμού για την ίδρυση της Πρώτης Δημοκρατίας του Αυστριακού Κράτους στις 12 Νοεμβρίου του 1918. Αλλά μήπως είναι όπως διάβαζα στην Καθημερινή «αντιπαραγωγικό το εγχείρημα να αναλώνεται η επιτροπή σε εκτός θέματος αντιπαραθέσεις». Πιστεύω ότι η ίδια η Επιτροπή είναι αντιπαραγωγική. Το αντικείμενό της, ο Εορτασμός του 2021, είναι πολύ νωρίς να το συζητήσουμε αν ακολουθήσει δεύτερος γύρος το κορωνοϊού τον χειμώνα και πολύ αργά για να το γιορτάσουμε. Διότι εορτάζεται συνεχώς από τον κρυπτοεθνικισμό των νεοελλήνων που παίρνει τώρα που το «Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια» υποχώρησε τη μορφή νεολαϊκισμού. Είναι όμως και πολύ αργά να το γιορτάσουμε μια που ο μόνος τρόπος να ζήσει το παρελθόν είναι το παρόν. Και ο μόνος τρόπος να μην ψοφήσει το παρόν είναι το παρελθόν. Το παρελθόν, αλλά όχι ως το πρόσφατο παρελθόν της αγωνίας της Γιάννας και των Αγώνων της. Το μνημείο της Ελλάδας δεν είναι ο ελληνικός λαός, αλλά ο εαυτός της. Και το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς για αυτή την Επιτροπή.

Το τελευταίο σας θεατρικό έργο η «Μεταγωγή» σε σκηνοθεσία Χρύσας Καψούλη. κατέβηκε απότομα λόγω κορωνοϊού. Θα συνεχίσει;

Το ελπίζω.

Ποιο είναι το νόημα τη Μεταγωγής;

Θέλω να περιγράψω τη νοητή σχέση μου με τον Βασίλη Δημάκη που δεν είναι άλλη από την αγάπη μας για τα βιβλία.

Το «Ημερολόγιο ενός αθέατου εγκλεισμού» θα κυκλοφορήσει τον Ιούνιο. Τον Ιούλιο θα ανέβει από την Εθνική Λυρική Σκηνή με τη Ρένη Πιττακή.
Το «Ημερολόγιο ενός αθέατου εγκλεισμού» θα κυκλοφορήσει τον Ιούνιο. Τον Ιούλιο θα ανέβει από την Εθνική Λυρική Σκηνή με τη Ρένη Πιττακή.
ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Και τώρα; Που είσαστε τώρα;

Δεν ξέρω. Είμαστε στο ερώτημα. Αλλά αφήνω το πρώτο ποίημα από το «Ημερολόγιο» να απαντήσει.

Τετάρτη, 1 Απριλίου

Περνάει δίπλα μας

όπως στην Νέκυια οι σύντομες σκιές

κι εμείς

περιοριζόμαστε στα λίγα κυβικά εκατοστά

στη μαύρη σκόνη

που άφησε η μάνα του Οδυσσέα

στο πρόσωπο του ζωντανού

Πόσο θα ήθελε η αδύναμη ανάσα της

να τον γιατρέψει απ΄ τη ζωή;

Πόσο του Άδη οι σοφοί

θα νουθετούσαν την βουλιμία του για φως;

Τι είναι ένας ζωντανός;

Και τι χρειάζεται το διοξείδιο στο αίμα;

Ποιο αντιστάθμισμα διαθέτει ο κορυδαλλός;

Μη πάει και πλανηθεί

Ανοιξιάτικα απ΄ τον κελαηδισμό του;

Αυτός ο κόσμος

που λυπόμαστε πως θα χαθεί

έχει οξειδωθεί από τον εαυτό του

                                                                                                                                         Αθήνα, 27 Μαΐου 2020

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Tο iefimerida.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ