Η απόφαση των επτά ισχυρότερων οικονομιών του πλανήτη, των G7, για αποδέσμευση πρόσθετων ποσοτήτων ντίζελ προκειμένου να συμπιεστούν οι τιμές που πληρώνουν οι μεταφορείς, αλλά και τα νοικοκυριά, χαιρετίστηκε από ορισμένους αναλυτές.
Κάποιοι, άλλοι παραμένουν επιφυλακτικοί υποστηρίζοντας πως η ανακοίνωση των G7 είναι πολιτική δήλωση και όχι συγκεκριμένη δέσμευση, ενώ στην ουσία έρχεται να προστεθεί στις δεσμεύσεις που είχαν λάβει οι ισχυρές οικονομίες τον περασμένο Μάρτιο. Το ιστορικό δεν είναι ενθαρρυντικό: έως τα τέλη Αυγούστου η Γερμανία, που διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα έκτακτης ανάγκης στην Ευρώπη, είχε αποδεσμεύσει μόλις περίπου πέντε από τα 19,5 εκατ. βαρέλια που είχε δεσμευθεί τον Μάρτιο.
Συνεπώς είναι λογικό να ανησυχούν οι πρωθυπουργοί της Ελλάδας και της Ιταλίας Κυριάκος Μητσοτάκης και Τζόρτζια Μελόνι που έστειλαν επιστολή την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την εξασφάλιση μεγαλύτερης δημοσιονομικής ευελιξίας προκειμένου να ενισχύσουν το οπλόστασιό τους απέναντι στις υψηλές τιμές ενέργειας. Ο Κυρ. Μητσοτάκης ζητεί να μην προσμετρώνται, μέχρι συγκεκριμένο όριο, τα προσωρινά μέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης στην αξιολόγηση της δημοσιονομικής συμμόρφωσης και, δεύτερον, να επιτρέπεται η αξιοποίηση των πρόσθετων εσόδων ΦΠΑ λόγω των ανατιμήσεων για στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Αντίστοιχες είναι και οι απαιτήσεις της Ιταλίας που θεωρεί πως πρέπει να συνυπολογίζεται η επίδραση του πληθωρισμού στην αξιολόγηση της συμμόρφωσής της με τα όρια δαπανών του δημοσίου.
«Ευρωπαϊκή λύση», πάντως, δεν πρέπει να περιμένουμε. Κυρίως γιατί τα δημοσιονομικά περιθώρια κάθε χώρας είναι διαφορετικά και επειδή αρκετές χώρες έχουν λάβει μέτρα που δυσκολεύονται να λάβουν κάποιες άλλες γιατί απλά δεν διαθέτουν τα χρήματα.
Στη Γερμανία, για παράδειγμα, από 1η Οκτωβρίου μειώθηκαν οι φόροι στα καύσιμα κατά 14 λεπτά ανά λίτρο. Συμπεριλαμβανομένου του αντίστοιχου μεριδίου του ΦΠΑ, η συνολική ελάφρυνση ανέρχεται σε περίπου 17 λεπτά ανά λίτρο. Σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό Τύπο το Βερολίνο βρίσκεται επίσης σε συνομιλίες με τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες για την καθιέρωση, το αργότερο στις αρχές του 2027, ενός μηχανισμού πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, εμπνευσμένου από το παράδειγμα του Λουξεμβούργου ή του Βελγίου.
Η κυβέρνηση του Βελγίου έχει και άλλο ένα όπλο για παρέμβαση στις τιμές των καυσίμων. Όταν οι τιμές των διυλιστηρίων υποχωρούν, το δημόσιο μπορεί να μετατρέψει μέρος της μείωσης σε αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης. Το αντίστροφο βήμα έχει επίσης θεσμοθετηθεί από το 2004 και συνεπώς σε αυτή την περίοδο υψηλών διεθνών τιμών το κράτος μπορεί να μειώσει τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης. Μέχρι στιγμής, όμως, δεν έχει γίνει κάτι τέτοιο. Τελευταία φορά που αξιοποιήθηκε το εργαλείο ήταν το 2011.
Στην Ιταλία η Μελόνι πραγματοποιεί επαφές και στέλνει ευχαριστήρια σε διυλιστήρια και εταιρείες που ελέγχουν δίκτυα πρατηρίων για τις προσφορές και τις άλλες κινήσεις συγκράτησης των τιμών που κάνουν αυτές τις ημέρες. Έτσι προ ημερών ευχαρίστησε τον Ιλχάμ Αλίεφ, πρόεδρο του Αζερμπαϊτζάν. Οι Αζέροι ελέγχουν την Italiana Petroli (IP) και το δίκτυο διανομής της. Στην Ισπανία προβλέπεται σταδιακή μείωση της φορολογίας στη βενζίνη και το ντίζελ, κατά 20 λεπτά ανά λίτρο τον Οκτώβριο, 13 λεπτά τον Νοέμβριο και 6 λεπτά τον Δεκέμβριο. Η Πολωνία ακολουθεί διαφορετική στρατηγική εν μέσω έντονων αντιπαραθέσεων ενώ στη Βαλτική προχωρούν επίσης μειώσεις των φόρων στα καύσιμα.
Κάθε χώρα, λοιπόν, ακολουθεί τη δική της στρατηγική. Η Ελλάδα, αρκετά εξαρτημένη από τα τεράστια έσοδα (έξι δισ. ευρώ μαζί με τον ΦΠΑ) του προϋπολογισμού από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στα καύσιμα και με τους περιορισμούς στα κρατικά ταμεία, είναι σαφές πως δεν έχει τα ίδια περιθώρια με άλλα κράτη – μέλη. Γι’ αυτό και η κυβέρνηση προσπαθεί, μέχρι τις 15 Οκτωβρίου, να τετραγωνίσει τον κύκλο με την ελπίδα πως θα υπάρξει εξομάλυνση της διεθνούς κατάστασης. Ούτε η ευρωπαϊκή πρόταση να κλείνουμε τα φώτα, ούτε οι συστάσεις βουλευτή της ΝΔ να κυκλοφορούμε με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς δίνουν ουσιαστική λύση στο πρόβλημα.