Με την ευκαιρία της έκδοσης της πρόσφατης Κοινής Υπουργικής Απόφασης B1β,Β2α,β/οικ.4086 για το Επενδυτικό clawback, ο Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΣΦΕΕ) απέστειλε επιστολή προς τους υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκο Πιερρακάκη, Υγείας, Άδωνι Γεωργιάδη, Ανάπτυξης, Τάκη Θεοδωρικάκο, και Επικρατείας, Άκη Σκέρτσο.
Με την επιστολή του ο ΣΦΕΕ επισημαίνει τις πάγιες θέσεις του Συνδέσμου για την μεγάλη υστέρηση της χώρας μας στην προσέλκυση κλινικών μελετών, παρά το γεγονός ότι το επενδυτικό clawback έχει αποδειχθεί, αναφέρει ο ΣΦΕΕ, στην επιστολή του, ότι είναι πολύ αποτελεσματικό εργαλείο για την προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων.
Στην επιστολή του ο ΣΦΕΕ αναφέρει ακόμη ότι η πολιτεία αγνοεί τα εξής σημαντικά σημεία:
α) Ο ασθενής που συμμετέχει σήμερα σε μια κλινική μελέτη αποκτά πρόσβαση σε καινοτόμο φάρμακο που θα κυκλοφορήσει ευρέως 5-10 χρόνια αργότερα. Παράλληλα, υπόκειται σε συστηματική παρακολούθηση από εξειδικευμένη ομάδα επαγγελματιών υγείας.
β) Οι νέες θεραπείες -πολλές από τις οποίες είναι πολύ ακριβές- παρέχονται από τις εταιρείες δωρεάν στους συμμετέχοντες για την υπό μελέτη θεραπεία, συμβάλλοντας παράλληλα στην εξοικονόμηση πόρων για το Εθνικό Σύστημα Υγείας.
γ) Οι κλινικές μελέτες αποτελούν άμεση εισροή επενδυτικών πόρων από το εξωτερικό προς το Δημόσιο σύστημα υγείας, οι οποίοι κατευθύνονται στα νοσοκομεία, στους άρτια καταρτισμένους ερευνητές-ιατρούς και στο προσωπικό που συμμετέχει στη διεξαγωγή τους.
δ) Οι κλινικές μελέτες είναι ένας τρόπος επένδυσης στο σύστημα υγείας και στην εθνική οικονομία, τον οποίο είναι σε θέση να υλοποιήσουν πολλές διεθνείς εταιρείες και μάλιστα σε συνεχή βάση, σε αντίθεση με επενδύσεις σε παραγωγικές εγκαταστάσεις που λαμβάνονται όχι πολύ συχνά και συνεκτιμούν πολλαπλά δεδομένα και κριτήρια, πολλά από τα οποία δεν πληρεί η χώρα μας.
Και ο ΣΦΕΕ καταλήγει στην επιστολή του ως εξής:
«Η Ελλάδα έχει επιλέξει ένα πλαίσιο που επιβαρύνει δυσανάλογα τη φαρμακευτική καινοτομία, μέσω υπερφορολόγησης και υποχρεωτικών επιστροφών, οι οποίες επιβάλλονται επί ήδη ιδιαίτερα χαμηλών αρχικών τιμών, με αποτέλεσμα μόνο 1 στα 5 νέα φάρμακα να έρχονται στη χώρα μας μέσω ευρείας πρόσβασης.
Το ερώτημα, είναι για ποιο λόγο δεν επιχειρείται έστω να ισχυροποιηθεί το πλαίσιο κινήτρων για διεξαγωγή περισσότερων κλινικών μελετών, γεγονός που θα μπορούσε να μετριάσει τη δυσκολία που δημιουργείται από την υπερφορολόγηση και να ανοίξει περισσότερο τον δρόμο για την είσοδο νέων καινοτόμων φαρμάκων στη χώρα».